Σήμερα ήταν μια από τις πιό παράξενες μέρες που έχω ζήσει στην Αθήνα. Δεν έγινε κάτι πιο άγριο ή αλλόκοτο από τις άλλες μέρες (τα γνωστα: διαδηλωτές, κλούβες, κλεισμένοι δρόμοι, δακρυγόνα...), όμως σα κάτι να σπασε μέσα μου οριστικά: σα να μην υπάρχει ελπίδα τα πράγματα να στρώσουν.

Φύγαμε, ως συνήθως νωρίτερα από το γραφείο, γιατί έκλειναν οι δρόμοι και τα δακρυγόνα θα έμπαιναν απο το παραθυρο. Η Βουλής ένα ρημάδι. Αδειασμένα μαγαζιά, ενοικιάζεται, συσκοτισμένη σα να ναι Κατοχή. Με κλειδωμένη την πόρτα, ορισμένοι καταστηματάρχες έβλεπαν από μέσα, με το πρόσωπο στο τζάμι, ανέκφραστοι.

'Εβλεπα και τα πρόσωπα των οδηγών στα ακινητοποιημένα αμάξια: σκυθρωπά και μοιραία -όχι θυμωμένα πιά. Ένα είδος παράιτησης -γενικής. Και φοβος. Η πόλη έχασε τις τελευταιες τρεις μέρες τα τελευταία ψήγματα ασφάλειας που είχε. Οι άνθρωποι φοβούνται. Σήμερα φοβούνται τη φυλή που δεν τους μοιάζει. Αύριο, θα φοβούνται ο ένας τον άλλον. Στο τέλος θα φοβούνται τον ίδιο τους τον εαυτό. Σε αυτό το κλίμα ημιπαράνοιας θα δημιουργηθούν οι νέες φανατικές ομάδες που θα πιστεύουν ότι νόμος είναι μόνον το δικό τους δίκιο.

Η κατάσταση είναι εκτροχιασμένη προ πολλού. Απλώς, τώρα βρήκε και το σύμβολό της -την δολοφονία του 44χρονου. Τυχαίνει να ξέρω μια οικογένεια νησιωτικής καταγωγής που μένει στην Πλατεία Καραισκάκη. Λαικοί άνθρωποι, φτωχοί. Την γυναίκα (υπέρβαρη και ηλικιωμένη) την έχουν ληστέψει δύο φορές. Την έριξαν κάτω και την ματοκυλίσανε για να της κόψουν το χρυσό σταυρό που από παιδί φορούσε. Τον άντρα της, τον άρχισαν μπουνιές για να του πάρουν τελικά ένα 20ευρω που είχε σε ψιλά στη τσέπη. Πέρισυ τούς σήκωσαν το μηχανάκι. Μου τα διηγούνται χωρίς φωνές, σχεδόν μοιρολατρικά. Παραιτημένοι.  Και δεν ελπίζουν τίποτα -κυρίως από το Κράτος.

Δεν έχει νόημα να γράψω αν οι ληστές ήταν Ρουμάνοι, Μαροκινοί ή Έλληνες. Το νόημα είναι ότι η πόλη είναι άρρωστη και ανυπεράσπιστη. Κι ότι το Κράτος, το οποίο άφησε τον κοινωνικό ιστό να ξηλωθεί, τωρα κοιτάει το κακό χαμό που αρχίζει, ανίκανο, συγχυσμένο και ουσιαστικά αμέτοχο. Ξυπνάει μόνο για να σπάσει τα κόκκαλα όσων δικαίως διαδηλώνουν -όσων δικαίως οργίζονται. Ή για να κόψει κλήσεις σε όσους παρκάρουν παρανόμως στους εξαίσιους δρόμους του.

Ο Παπανδρέου μόλις δήλωσε στην τηλεόραση ότι θα κάνει το παν για να υπερασπιστεί την ασφάλεια του πολίτη. Ας μη κάνει το παν, θα αρκούσαν και τα ελάχιστα! Ούτε ποτέ προσπάθησε, ούτε μπορεί, ούτε ασχολείται. Το κέντρο της Αθήνας (τη συνεργεία ενός Δήμου κάπως πολυτελούς και αλήθωρου) έχει γίνει μια μάυρη τρύπα ανασφάλειας, παραβατικότητας και ασκήμιας. Θα χρειαστούν χρόνια, σθένος, πολιτική ευφυία και πολλά χρήματα για να συνέλθει η παλιοκατάσταση. Πράγματα που σπανίζουν -όλα!

Αυτό έχει δημιουργήσει και την αισθηση μοιραίου, που έλεγα. Μετράει κανείς τις πιθανότητες και είναι όλες αρνητικές. Το Κέντρο θα πεθάνει. Τουλαχιστον όσο θαχουμε αυτες τις κυβερνήσεις, αυτούς του δημάρχους, αυτούς τους αστυνομικούς. Έχουν και οι διαδηλωτές την κοινωνική ευθύνη τους -αλλά δεν θα αρχίσουμε από το τέλος.

Όλα αυτά, μαζί με μια οσμή θανάτου στον αέρα με έκαναν σήμερα να σπάσω, προς στιγμήν. Να πάψω να προσπαθώ, να περιμένω, να πιστέυω ότι ζω ένα μάυρο διάλειμμα, μια παρένθεση χρεοκοπίας. Πιστεύω ότι έτσι θα πάει η βαλίτσα πιά.

Ενώ στο Κεφαλάρι, τα γιασεμιά δένουν τα άνθη τους και οι κότες ραμφίζουν την παχειά, πράσινη χλόη...

 

 

(εικονογράφηση: Stupid Greg)