Πριν διατρέξω το δρόμο μου εγώ ήμουν ο δρόμος μου.
Τον πρώτο μου κόσμο τον βρήκα ολόκληρο στο λιγοστό ψωμί μου.

 

 

 

 

 Όποιος έχει δει να αδειάζουν όλα,

σχεδόν γνωρίζει από τι γεμίζουν όλα.

 

 

 

 

Χωρίς αυτή τη βλακώδη ματαιότητα που είναι το να επιδεικνυόμαστε και που ανήκει σε όλους και σε όλα, δεν θα βλέπαμε τίποτα και δεν θα υπήρχε τίποτα.

 

 

 

 

 Η αλήθεια έχει πολύ λίγους φίλους
και οι πολύ λίγοι φίλοι που έχει είναι αυτοκτόνοι.

 

 

 

 

 Μου ανοίγεται μια πόρτα, μπαίνω και βρίσκομαι με εκατό πόρτες κλειστές.

 

 

 

 

Η φτώχια μου δεν είναι παντελής: λείπω εγώ.

 

 

 

 

Αν δεν σηκώνεις τα μάτια, θα πιστέψεις πως είσαι το πιο υψηλό σημείο. Δεν βρήκα σαν ποιόν να είμαι , σε κανέναν. Και έμεινα, έτσι: όπως άλλος κανένας.

 

 

 

 

Έρχομαι από το πεθαίνω, όχι από το έχω γεννηθεί.

Με το έχω γεννηθεί πάω.

 

 

 

 

 Με έκαναν εκατό χρονών κάποιες στιγμές
που συναντήθηκαν μαζί μου, όχι εκατό χρόνια.

 

 

 

 

 Πολλά από όσα έχω πάψει να κάνω σε μένα,

συνεχίζουν να γίνονται σε μένα, μόνα τους.

 

 

 

Έχουν πάψει να σε ξεγελούν, όχι να σε αγαπούν.

Και σου φαίνεται πως έχουν πάψει να σε αγαπούν.

 

 

 

 

Τα μάτια μου με το να έχουν υπάρξει γέφυρες, είναι άβυσσοι. Όταν συμμορφώνομαι με το μηδέν είναι όταν συμμορφώνομαι με όλα.

 

 

 

 

 Ναι, είναι σαν να εισέρχομαι σε όλα καθώς φεύγω σιγά σιγά απ' όλα.

 

 

 

 

Ήθελα να βρίσκομαι σε κάτι για να μη βρίσκομαι σε όλα. Όταν το επιφανειακό με κουράζει, με κουράζει τόσο, που για να ξεκουραστώ χρειάζομαι μιαν άβυσσο.

 

 

 

 

Το κακό δεν το κάνουν όλοι, αλλά τους καταγγέλλει όλους.

 

 

 

 

 

Το μακρινό, το πολύ μακρινό, το πιο πολύ μακρινό,

το βρήκα μονάχα στο αίμα μου.

 

 

 

 

 Ναι, αυτό είναι άσχημα. Αλλά ήταν καλά. Και τώρα δεν καταλαβαίνω πως μπόρεσε να είναι καλά. Και τώρα δεν καταλαβαίνω πως μπορεί να είναι άσχημα.

 

 

 

 

Η λάσπη, ξεχωρίζοντάς την από τη λάσπη, δεν είναι πια λάσπη.

 

 

 

 

Τίποτα δεν είναι μονάχα τίποτα. Είναι επίσης η φυλακή μας.

 

 

 

 

Οι χίμαιρες έρχονται μόνες και φεύγουν με συνοδεία.

 

 

 

 

Μιλάει με τα δικά της λόγια μονάχα η πληγή. Μπαίνει ένας καινούριος πόνος και οι παλιοί πόνοι του σπιτιού τον υποδέχονται σιωπηλοί, όχι πεθαμένοι.

 

 

 

Έφτασα ένα βήμα από όλα. Και εδώ μένω, μακριά από όλα , ένα βήμα.

 

 

 

 

Περισσότερος θρήνος κι από το να κλαις είναι να βλέπεις να κλαίνε.

 

 

 

 

Ό πόνος δεν μας ακολουθεί: βαδίζει μπροστά.

 

 

 

 

 Όλη η δημιουργία, είναι μονάχα αυτό που εσύ μπορείς να δημιουργήσεις με όλη τη δημιουργία.

 

 

 

 

Στο μέγιστο φως δεν είμαστε ούτε μια σκιά.

 Σέρνουμε στη ζωή τη ζωή, ώστε μ' αυτήν , να τη δούμε.

 

 

 

 

Ο χαμός μιας ψυχής είναι ελαφρός, πολύ ελαφρός, σχεδόν σιωπή.

 

 

 

 

 

Και θα συνεχίσω να πλέω σε θάλασσες ξένες

μέχρι να ναυαγήσω στη θάλασσά μου. 

 

 

 

 Κείμενο: Αντόνιο Πόρτσια,  Φωνές