Δεν ξέρω τι να πω όταν αντικρύζω στιγμιότυπα σαν κι αυτό που ακολουθεί. Η μετανάστρια μητέρα ζητιανεύει μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά και τα δύο μεγαλύτερα παιδιά της γράφουν τα μαθήματά τους για το σχολείο.

 

Και εμείς που περιπλανιώμαστε ανάμεσα στους ανθρώπους σαν ξένο σώμα. Οι ενοχές μας που βαραίνουν και οι άνθρωποι που φωλιάζουν στις τσιμέντινες φάτνες, οι άνθρωποι που έχουν χάσει τα πάντα για ένα τίποτα κάπου μακριά από τις πατρίδες τους.

 

Το ξέρω, δυστυχώς. Θα συνεχίσουμε να τρώμε τα χείλη μας και να ανεβαίνουμε τις σκάλες προσπαθώντας να ξεχάσουμε.

 

 

 

 

 

photo via

 

Εντωμεταξύ ήρθε ξαφνικά, όπως η σημερινή βροχή και ένα δυσάρεστο νέο ενός πολυαγαπημένου φίλου. Δεν είμαι καλός στο να λέω πράγματα για να ευθυμήσουμε. Η ζωή άλλωστε είναι εξπέρ στο να μας γδέρνει τις καρδιές εκεί που δε το περιμένουμε.

 

Θυμήθηκα ένα απόσπασμα από τους Βίους Αγίων του Μιχάλη Μαρμαρινού (μια πολύ αγαπημένη μου παράσταση). Η παράσταση τελειώνει με ένα σπαρακτικό mantra ενός από τους ήρωες:

 

Μάνα μου, πατέρα μου, μάνα μου που είσαι;
Πατέρα; Μάνα, μανούλα μου; 
Πατέρα; Πατέρα μου που είσαι; 
Μάνα, μανούλα μου;

Που είσαι;

 

Κύματα μη με διώχνετε,
μονάχα σαν εξημερωμένα θεριά
ελάτε και φιλήστε τα πόδια μου.

 

Αχ

 

 

 

(στον Α. )