Κωλάδικα στο φως του φεγγαριού

 

Δεν ξέρω αν η πετριά με βρήκε επειδή πήγαινα γυρεύοντας, πάντως με βρήκε. Ένα μεσημέρι, κατακαλόκαιρο, Κυψέλη, σε ένα δισκάδικο της Δροσοπούλου, μικρό, άσχετο. Αγόρασα ένα σινγκλάκι των Tuxedomoon. Και στο ισόγειο της Κυκλάδων, ιδρωμένος, το άκουγα και ξανάκουγα σαν τρελός. Αντιστρέφοντας την εικόνα του ελληνικού καλοκαιριού, έτσι όπως το ήξερα.

 

 

 

Δεν τραβάω το ζόρι που τραβάνε μερικοί με τον Ελύτη και τις ασπρισμένες παναγιές. Εννοώ, δεν με ενοχλούν. Όπως συμβαίνει με όλα τα δυνατά πράγματα, πολλοί τo γαμήσανε και ψόφησε. Τo έκαναν φολκλόρ κι άσκοπο μύθο. Αλλά το Ελληνικό Καλοκαίρι αξίζει! Είναι ό,τι αυθεντικότερο δημιουργήθηκε στην Ελλάδα –και τα εκκλησάκια και το Αιγαίο και ο βασιλικός στις γλάστρες. Όλες οι μοντερνιές που γεννήθηκαν ως  απάντηση, ποτέ δεν το ξεπέρασαν -παραμένουν αμήχανες και κάπως άχρηστες μιμήσεις πράγμάτων που οι ξένοι κάνουν καλύτερα.

 

Αλλά, αυτό το παγερό, άδειο καλοκαίρι των Τuxedomoon, ήρθε και με βρήκε την κατάλληλη στιγμή. Για να εκφράσει όσα ζούσα. Κοπανιόμουν πάνω-κάτω στην Αθήνα, χωρίς να ξέρω τι μου φταίει (μπερδέματα της νιότης) και το μόνο που περίμενα ήταν να έρθει το βράδυ, να πάω να πιώ και να χορέψω.

 

Χορεύαμε τότε.

 

Μόνοι.

 

So he's learned to hold his cigarette 
And his drink in one hand
But he wonders if he's getting old
Everyone comes off so silly

But he doesn't forget the moon outside
Or the stars up above

Met a girl from Poland
She say Brezhnev
Met a boy from Santo Domingo
He say cocaine

Met a girl from Poland
She say Brezhnev
Met a boy from Santo Domingo
He say cocaine

"Hey, can I buy you a drink?"
"Sorry, I don't drink."
"Alright... Oh, what's that in your hand?"
"That's a drink."
"You got a cigarette?"
"This is my last one."
"Right."

And the boy keeps on dancing
Girls come
And this boy keeps on dancing
Girls come
And the music goes from bad to worse
Dancing
Dancing
Dancing
Oh, everybody's dancing
Dancing
Dancing

 

 

Kι έτσι, είτε γιατί η μουσική έπεσε σε προετοιμασμένο σώμα, είτε επειδή η φαντασία ανοίχτηκε σε καινούρια σκηνικά, άρχισα να αγαπώ μετά λόγου γνώσεως τα καλοκαίρια της θλιμμένης Μεσευρώπης. Εγκαταστάθηκα στη νέα μελαγχολία σα να ανήκα πάντα εκεί και ξέχασα δια μιας όσα με είχαν θρέψει: και τον Σεφέρη και τις βαθιές γαλάζιες θάλασσες και το μουσακά κάτω από την κρεββατίνα.

 

Λίγο πριν, λίγο μετά είχα φάει και το κόλημμα με τον Loustal. Παρεμφερές. 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ομως οι Tuxedomoon είχαν (κι έχουν) μια αλητεία που μου αρέσει περισσότερο. Ο Λουστάλ ήταν κάτι σαν Χόπερ για σύντομες καρδιές, οι Tuxedomoon  όμως ήταν το spleen της electronica, το μαράζι του ρομαντισμού, το λίγο φως στο τέλος μιας ζεστής μέρας, ο Γκέοργκ Τρακλ με πάγο σε ψηλό, τ’ αγκάθια στο σώμα της παρθένας που τη βρήκανε νεκρή στη λαγκαδιά, αυτός που κλαίει στις τουαλέτες, τα ερωτικά ψέμματα που λες στο κινητό, η στιγμή που κάνεις εμετό στη μάντρα και φυσάει, αυτός που βλέπεις να χορεύει και τον θέλεις αλλά βαρυέσαι τη διαδικασία γιατί προβλέπεις την υπόπικρη κατάληξη. Για να μη πολυλογούμε, είναι ένα αίσθημα παραίτησης, ή ξεπεσμού, ή μαρασμού –πες το όπως θές. Ένα αίσθημα ευρωπαϊκό, κατά βάσιν, που ήρθε να δέσει με τη new wave μελαγχολία, τότε, ιδανικά.

 

Πώς μεθερμήνευσα εγώ όλα αυτά τότε; Χμ... Είδα τον ρομαντισμό στον πάτο της εικόνας. Είδα τους πότες στα κωλάδικα ως πρίγκηπες υπό δυσμένεια (πράγμα που ισχύει), την κραιπάλη ως πάθος που εξαγνίζει (ισχύει επίσης), τη μοναξιά ως κήπο δροσερό που είναι όλος δικός σου (δεν ισχύει). Και παρασύρθηκα με ευχαρίστηση στη σχετική μυθολογία. Αφήνοντας τα νησιά για τις πισίνες. Kαι ζώντας ορισμένα καλοκαιρια στις πόλεις, με κολλήματα που έμοιαζαν χαζά, αλλά εκ των υστέρων κατάβα ότι ήταν η δική μου αισθηματική φάση. 

 

Ακόμα και η μύγα που κλωθογυρίζει στα περιττώματα, πετάει.

 

Πετούσα.

 

 

Και το 'να έφερε το άλλο, δείγματα μιας τέχνης που ως  θέσει πριγκιπική, προώρισται να σκέφτεται δραματικά. 

 

 

Αργότερα, επέστρεψα και στα νησιά και στα ξωκκλήσια και στα μελτέμια του Αιγαίου. Αλλά ένα βαθύ, ειλικρινές κομμάτι μου ταυτίζει το καλοκαίρι με την Καστέλλα του Ασλάνογλου, τα σιαμέζικα μπαρ του Shane, κυρίως όμως αυτό το κλειστό αγόρι στο Σάντο Ντομίγκο, που δεν θέλει κανένα στη παρέα του και ούτε ποτά να τον κεράσουν θέλει κι ούτε στη τράκα υποκύπτει.

 

Γιατί είναι ολομόναχο... Και προτιμά, όχι.