{Να 'ρθει για να ζούμε
Δυο συντροφευμένοι
Και οι δυο μας πόνοι
Ένας να γενεί}

 

 

 

  

Άλλος πιάνεται από κάτι στροφές του εις την Ελευθερίαν, άλλος ξεκινά να πίνει κολώνιες για να νιώσει Κόντες. Άλλοι σώζονται απ'το σταθμό Λιτοχώρου του Ασλάνογλου, άλλοι βγαίνουν για έναν καφέ και σταματούν να ουρλιάζουν τα σχοινιά. Δεν υπάρχει συνταγολόγιο, αρμόδιοι, σουσάμι άνοιξε. 'Όπως μπορεί ο καθένας ν' ανοίξει την πόρτα ασφαλείας, όπου μπορεί ν' απλώσει τα βρεγμένα και τ' άπλυτα και τα κλαμμένα.

 

 

 

Μια φίλη μου (στην Τρίτη Νέκυια ή αλλιώς χημειοθεραπεία) σώθηκε από το I need a hero στην εκτέλεση της Μπόννυ Τάιλερ- he's gotta be strong and he's gotta be fast, όλο αυτό σκεφτόταν κι έπαιρνε ανάσες. Εμένα παράπροχθες με τράβηξε πάνω η Τ. την ώρα που με υποχρέωνε να πιώ μια πορτοκαλάδα για να μην έχω το τέλος του Μπαλζάκ-τη σούρωσε κιόλας και μαζεύτηκαν τα νερά κι έγινε πολύ καλοκαίρι.


Aπ' όπου ο καθένας. Από παλιά γράμματα με χαζές υποσχέσεις, από τυχαία σώματα στο δρόμο. Απ' τα σαχλά υψηλά κι από τα εξαίσια χαμερπή. Από τσακισμένα χέρια κι από κάτι εικονίτσες με στρατιωτικούς Αγίους που μας δίνανε στα κατηχητικά. Από φίλους, από σκύλους, από ψέμματα, από αλήθειες. Aπ' τα μαλλιά της Ούλρικε Μάινχοφ κι απ' την παραμονή της Αγίας Αγνής στο κεφάλι του Τζων Κητς.

 

-Απ'όπου.