(Πιστέψτε με. Το γεγονός ότι την ανέφερα στον τίτλο ως «σύντροφο του Χρόνη Μίσσιου» δεν υπαγορεύτηκε από σεξισμό - απλώς ο Χ.Μ. ήταν ο γνωστότερος απ' τους δύο. Με τον ίδιο τρόπο ανέφερα και τον σύζυγο της Ζωής Κωνσταντοπούλου, χωρίς να παίζει ρόλο το φύλο). 

 

Η Ρηνιώ Παπατσαρούχα-Μίσσιου, αξιόλογη από μόνη της, είναι φιλόλογος. 

 

Στο μπλογκ που είναι αφιερωμένο στον αγωνιστή της Αριστεράς Χρόνη Μίσσιο, διαβάζουμε, εκτός των άλλων το κείμενό της «Αλλος δρόμος για να περάσει η άνοιξη δεν υπάρχει» που γράφτηκε πέρσι. 

 

Ένα απόσπασμα: 

 

Σαν σήμερα πριν από δύο χρόνια έφυγε από τη ζωή ο αντιστασιακός, αγωνιστής της Αριστεράς και συγγραφέας Χρόνης Μίσσιος. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες ενώ το 1947 είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Ο συγγραφέας τού «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» και του «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;» παρέμεινε μέχρι την τελευταία του πνοή ένα ανυπότακτο πνεύμα που ονειρευόταν την κοινωνική δικαιοσύνη. (...)

Τι θα 'θελα, λοιπόν, να πω στους νέους στο όνομα όλων αυτών που χάθηκαν πολεμώντας τον φασισμό, ο οποίος συχνά αλλάζει πρόσωπο, παραμονεύοντας σε όλη τη διαδρομή και τις φάσεις του πολιτισμού και της ιστορίας μας;

• Να μη φοβούνται τα όνειρά τους.

• Να μην τσιγκουνεύονται την αγάπη - γιατί και η αγάπη έχει κόστος.

• Να εμπιστεύονται τη δύναμή τους, κι ακόμη να ξέρουν πως:

– Η φιλοπατρία δεν αντιστρατεύεται τον διεθνισμό, δηλαδή τη συνεργασία των λαών.

– Τον διεθνισμό τον αντιστρατεύεται η παγκοσμιοποίηση που εξαθλιώνει τους λαούς τον έναν μετά τον άλλο, προς δόξαν του κεφαλαίου και των πολυεθνικών.

– Η φιλοπατρία είναι άλλο και άλλο η πατριδοκαπηλία και ο μιλιταρισμός. Οποιος αγαπά την πατρίδα του δεν σημαίνει πως πρέπει να μισεί τις πατρίδες των άλλων ανθρώπων.

– Τέλος, πατρίδα όλων των πατρίδων είναι ο πλανήτης μας και το περιβάλλον, όπου κανένα σύνορο δεν ισχύει και όπου η ευεργεσία ή η απειλή είναι τα μόνα που ισχύουν για όλους, δικαίους και αδίκους.

Αυτά, κι ας είναι κάτι σαν ελάχιστο μνημόσυνο στη μνήμη του Χρόνη, που έφυγε πριν από δύο χρόνια, και των άλλων εραστών του ονείρου της κοινωνικής δικαιοσύνης.

 

 

Εγώ το ταξίδι φιλαράκι τό’κανα. / Ένα έχω να σου πω: / 
το νου σου
και τα μάτια σου / 
στους σπόρους του παππού σου... 
-Χρόνης Μίσσιος
***

Φωτογραφία από μέλος της ομάδας ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ/HRONIS MISSIOS που επισκέφτηκε το μνήμα του Χρόνη Μίσσιου
Εγώ το ταξίδι φιλαράκι τό’κανα. / Ένα έχω να σου πω: / το νου σου και τα μάτια σου / στους σπόρους του παππού σου... -Χρόνης Μίσσιος *** Φωτογραφία από μέλος της ομάδας ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ/HRONIS MISSIOS που επισκέφτηκε το μνήμα του Χρόνη Μίσσιου

 

Σήμερα Κυριακή 26/7/2015, ανάμεσα στις διάφορες σοκαριστικές αποκαλύψεις που είχε η εφημερίδα Καθημερινή, ένα κείμενο ξεχώρισε, για μένα. 

 

Το έγραψε η Ρηνιώ Παπατσαρούχα-Μίσσιου. Το γεγονός ότι επέλεξε να το δώσει για δημοσίευση στην εν λόγω εφημερίδα μεγαλώνει το μυστήριο, χωρίς να αφαιρεί απ' τη δύναμη του κειμένου. 

 

Μερικά αποσπάσματα:

 

 Η αριστερή στιγμή του πρωθυπουργού

Για χρόνια βγαίνοντας από το σπίτι μου έβλεπα στον απέναντι τοίχο τον στίχο του Σαββόπουλου «Η ζωή αλλάζει, δίχως να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία». Το εμπέδωσα. Ολα αλλάζουν γύρω μας κι εντός μας, μαζί κι εγώ – μέσα κι έξω. (Από τα πρώτα μαθήματα της διαλεκτικής.) Στην εξορία απώλεσα την ιδεολογική μου αθωότητα, την «αριστερά» μου παρθενία. Εκεί, από την πρώτη στιγμή, από το 5ο Τμήμα το πρωί της 21ης Απριλίου 1967, όπου βρέθηκα στριμωγμένη ανάμεσα σε πρωτοκλασάτα στελέχη της Αριστεράς, κι ώσπου απολύθηκα από την Αλικαρνασσό, τον Αύγουστο του 1970, πέρασα, με επιτυχία νομίζω, το μάθημα του αυτοσεβασμού, της προσωπικής ευθύνης και της αξιοπρέπειας, με αναφορά πάντα στην κλασική μου παιδεία και την έννοια της Δημοκρατίας. Εκεί ήταν που έχασα το απλοϊκό κριτήριο του «δικός» μας όσον αφορά την πολιτική-ηθική αξιολόγηση και τοποθέτηση των ανθρώπων. Εκεί είπα, αλίμονο αν πρέπει να αντέξει κανείς υπερασπιζόμενος απλώς τη γραμμή του κόμματος. Και όσο για το «δικός» μας, έμπαζε πια από παντού. Ή εγώ μεγάλωνα και δεν χωρούσα ή πολλά «δικά» μας είχαν στενέψει αφόρητα. Οπωσδήποτε διαπίστωνα πως τα ίδια κοινωνικά, ιστορικά και συναισθηματικά γεγονότα τα σχολιάζαμε διαφορετικά.

 

Γεννήθηκα στο Σουφλί με τα μεταξουργεία, μέσα σε αριστερή οικογένεια. Βίωσα από παιδάκι ως «Αριστερά» την αντίσταση κατά της γερμανικής κατοχής και τον Εμφύλιο, με τον πατέρα μου αντάρτη, τη μητέρα, τις αδελφές και τον αδελφό μου στις φυλακές, στις εξορίες, στο Εκτακτο Στρατοδικείο, κι εγώ, αδέσποτο, σε παραμεθόριο περιοχή, δίπλα στα πεδία των εμφύλιων συγκρούσεων. Στην εφηβεία μου επέλεξα συνειδητά την ηττημένη Αριστερά – κι ας λέει ο ανεψιός μου ότι ήταν μονόδρομος για μένα! Γιατί η Αριστερά που γνώρισα στο άμεσο περιβάλλον μου είχε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που με συγκινούσαν: αυταπάρνηση, λεβεντιά, αγάπη για την πατρίδα, ηρωισμό, προσωπική ευθύνη και όραμα για έναν κόσμο με δικαιοσύνη, ισότητα και αλληλεγγύη. Και μέσα σε όλα αυτά πίστευα πως χωρούσε ένα πιο προσωπικό αιτούμενο, γιατί με τρόμαζε η ομοιομορφία. Ηθελα έναν κόσμο που να χωράει, να αποδέχεται με σεβασμό και, σχεδόν με ευγνωμοσύνη θα 'λεγα, τη διαφορετικότητα. Γιατί μέσα στην άγουρη συνείδηση και τον ρομαντισμό μου πίστευα πως εκεί συχνά κυοφορείται το σπέρμα του καινούργιου, μιας άλλης αλήθειας. «Ιδού εγώ λοιπόν» και η Αριστερά μου.

 

Ωστόσο «η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική μου μελαγχολία». Μεταπολίτευση. Μπάχαλο το αριστερόμετρο. Το μέτρο του παρελθόντος, που λεγόταν και συνέπεια και αντοχή στις διώξεις και πίστη στη γραμμή, δεν είχε πλέον καμιάν αξία. Με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ το νομικό πλαίσιο που έδινε υπόσταση στους όρους Αριστερά-Δεξιά ανατράπηκε. Το να δηλώνει κανείς αριστερός όχι μόνο δεν είχε κόστος, αλλά προσέθετε και κύρος εκείνη την εποχή. «Φοριόταν» που λένε, ήταν της μόδας. (...)

 

Το ποσοστό που έφερε η Αριστερά στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015 μεγάλωσε τα ερωτήματά μου, που έτσι κι αλλιώς είχαν αρχίσει από χρόνια. «Πώς ορίζεται η Αριστερά σήμερα;» Εγιναν σοσιαλιστές και αριστεροί ξαφνικά, μέσα σε λίγους μήνες, το 36% των Ελλήνων; Οχι, βέβαια. Μα τότε τι έγινε; Εγινε ακαλαίσθητο και κακοραμμένο πάτσγουορκ, έτοιμο να ξηλωθεί ανά πάσα στιγμή. Εγινε η ευκαιριακή έως αθέμιτη σύναξη των απανταχού κομματικών δυσαρεστημένων. Ανακαλύψαμε ότι τα χρέη ήταν μεγάλα και οι δανειστές ανελέητοι –σωστά– αλλά πώς, πότε και από ποιους δημιουργήθηκαν αυτά τα χρέη; Εγινε η συνένωση των εραστών της εξουσίας, όποιο χρώμα κι αν έχει. Ενα συμπίλημα, δηλαδή, κινήτρων και προθέσεων που συμφωνούσαν όμως στον στόχο: πάντα εκεί όπου γέρνει η ζυγαριά, πάντα κοντά στη νομή της εξουσίας και, το πιο αθώο, εκεί που πάνε και οι άλλοι, στο απυρόβλητο της πλειοψηφίας, που αφ' εαυτής συνιστά επιχείρημα. Αυτή η μετακινούμενη ανθρώπινη εύνοια, που χωρίς ποτέ να λογοδοτεί, χαρίζει εξουσία σε όποιον της... χαρίζεται.

 

Είχα παιδιόθεν μια περίεργη συμπεριφορά, να επιλέγω πάντα τα δύσκολα – κάτι σαν στοίχημα. Αυτό σημαίνει πως στις πλειοψηφίες δεν είχε ποτέ θέση για μένα. Και όσο για την Αριστερά μου, την περιέγραψα εν συντομία. Γι' αυτό, λοιπόν, για μένα, η αριστεροσύνη του πρωθυπουργού μας δεν έχει σχέση με την πλειοψηφία που κέρδισε τις εκλογές, ούτε με τις υποσχέσεις που χάριζαν τόσο απλόχερα στον καθένα ό,τι του έλειπε. Για μένα η αριστερή στιγμή του κυρίου Τσίπρα είναι εκείνη η τραγική 17ωρη συνεδρίαση με τους... «θεσμούς» και ο έρπης στα χείλη του. Οταν οι Ευρωπαίοι εταίροι τον σφυροκοπούσαν και τον κάρφωναν με όλα τα επιχειρήματα που τους παρείχαν επί πέντε χρόνια οι ατελέσφοροι διαπραγματευτές μας. Κι έπρεπε αυτός ο νέος, ο 40χρονος πρωθυπουργός της Ελλάδας, προσγειωνόμενος σκληρά στο πεδίο της «πολιτικής ως τέχνης του εφικτού» ν' αποφασίσει, ωριμάζοντας έτσι απότομα, το μέλλον της χώρας μας. Και αποφάσισε, βάζοντας την Ελλάδα και το ευρωπαϊκό της μέλλον πάνω απ' όλα.

 

Γιατί προφανώς κατάλαβε ότι τα ρήγματα δεν «γεμίζουν πάντα με άνθη» και πως ναι, η Ευρώπη πρέπει ν' αλλάξει, αλλά και η Ελλάδα να είναι παρούσα, δίπλα στους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς του Νότου, σ' αυτόν τον αγώνα. Και ναι, αυτό για μένα είναι αριστερή απόφαση, προς το παρόν. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στο μέλλον. Και κάτι ακόμα που θέλω να ακούσουν οι πεντακοσιομέδιμνοι «αριστεροί». «Αριστερά» είναι η Κ.Σ. Γυναίκα του Δημοτικού, γύρω στα 80, με σύνταξη περίπου 400 ευρώ και ενοίκιο, που όταν τη ρώτησε ο ανεψιός της, με το κλείσιμο των τραπεζών, αν πήγε να πάρει το 60άρι της, εκείνη απάντησε: «Οχι, παιδί μου, έχω εκατό ευρώ. Ας πάει να πάρει κανένας άλλος, που έχει μεγαλύτερη ανάγκη».