Την εβδομάδα που μας πέρασε…

 

…στις 16 Ιουνίου 1973

γίνεται στο Aldeburgh (Αγγλία) η πρεμιέρα της όπερας σε 2 πράξεις Death in Venice [Θάνατος στη Βενετία] του Benjamin Britten [Μπέντζαμιν Μπρίτεν] σε αγγλικό λιμπρέτο του Myfanwy Piper, βασισμένο στην ομώνυμη νουβέλα του Thomas Mann.

 

Σκηνή από την όπερα
Σκηνή από την όπερα
 

 

Είναι η τελευταία όπερα που συνέθεσε ο Britten, ο οποίος αν και για πολλά χρόνια είχε στο μυαλό του τη συγκεκριμένη νουβέλα, μόλις το 1970 ξεκίνησε να την επεξεργάζεται. Ένα χρόνο αργότερα, το 1971, ο Luchino Visconti παρουσίασε τη δική του κινηματογραφική εκδοχή για το ίδιο έργο, την οποία ο Britten προτίμησε να μην δει πριν ολοκληρώσει το δικό του εγχείρημα.

 

Ωστόσο διάφορες πληροφορίες έφταναν στ’ αφτιά του και αφορούσαν κυρίως στον τρόπο με τον οποίο παρουσιαζόταν στην ταινία η σχέση ανάμεσα στα δύο κεντρικά πρόσωπα του έργου [τον Tadzio και τον Aschenbach] ως «υπερβολικά συναισθηματική και λάγνα». Αυτό ώθησε τον Britten στην απόφαση να χρησιμοποιήσει στο ρόλο του Tadzio, της οικογένειας και των φίλων του αντί για τραγουδιστές, σιωπηλούς χορευτές.

 

Η μουσική της όπερας είναι άμεσα συγκινητική και ιδανικά περιγραφική δημιουργώντας το κατάλληλο ηχοτοπίο που θα ταίριαζε στη Βενετία και στην υπόθεση.

 

 

[κινηματογραφική προσαρμογή της όπερας του Britten]

 

Ο Benjamin Britten (Lowestoft, Αγγλία, 1913 – Aldeburgh, Αγγλία, 1976) ήταν άγγλος συνθέτης, αρχιμουσικός και πιανίστας, κι ένα από τα κυρίαρχα ονόματα της αγγλικής μουσικής του 20ου αιώνα. Υπήρξε εξαιρετικά πολυμήχανος μουσικός και εργάστηκε με αποφασιστικότητα επάνω στην ιδέα του επαναπροσδιορισμού του ρόλου του εθνικού συνθέτη.

 

O Britten, φωτογραφημένος στο σπίτι του το 1968
O Britten, φωτογραφημένος στο σπίτι του το 1968

 

Ανάμεσα από τα πολλά μουσικά του επιτεύγματα ξεχωρίζουν η αναβίωση της αγγλικής όπερας και η επιδίωξη του να προσεγγίσει με τα έργα του όσο το δυνατό μεγαλύτερο κοινό, και ιδιαίτερα παιδιά. Για το λόγο αυτό αποκήρυξε τον απομονωτισμό της μεταπολεμικής avant-garde μουσικής, και ανέπτυξε μια ευδιάκριτη τονική γλώσσα που επέτρεπε τόσο στους ερασιτέχνες όσο και στους επαγγελματίες μουσικούς να απολαμβάνουν την ακρόαση αλλά και την εκτέλεση των έργων του.

   

 

===

 

 

…στις 17 Ιουνίου 1882 γεννιέται ο

Igor Stravinsky [Ιγκόρ Στραβίνσκι]

 

Οράνιενμπάουμ, 17 Ιουνίου 1882 -  Νέα Υόρκη, 6 Απριλίου 1971

 

Πολύπλευρος και πολυγραφότατος Ρώσος συνθέτης ο οποίος άσκησε τεράστια επιρροή στους συνθέτες του 20ου αιώνα, ενώ το σύνολο του έργου του εξακολουθεί να χαίρει ακόμη και σήμερα καθολική και αμείωτη αποδοχή και θαυμασμό.

Γιος ενός φημισμένου μπάσου τραγουδιστή της όπερας της Αγίας Πετρούπολης, μελέτησε από πολύ μικρός πιάνο και σύνθεση. Τελειώνοντας το σχολείο γράφτηκε, κατόπιν παρότρυνσης των γονιών του, στη Νομική Σχολή της Αγίας Πετρούπολης από την οποία προφανώς δεν αποφοίτησε ποτέ. Το 1903 (21 ετών) ξεκινά ιδιαίτερα μαθήματα σύνθεσης με τον συνθέτη Nikolai Rimsky-Korsakov κι έτσι τα πρώτα του έργα εμφανίζουν επιρροές από το συνθετικό στυλ του δασκάλου του καθώς επίσης κι από τους Skryabin, Tchaikovsky, Debussy και Dukas. Το 1905 αρραβωνιάζεται την πρώτη του ξαδέρφη Yekaterina Gavrilovna Nosenko ("Katya") και παρόλη την αντίθεση της Ορθόδοξης Εκκλησίας για το γάμο μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού, το ζευγάρι παντρεύεται ένα χρόνο αργότερα, και θα αποκτήσει τέσσερα παιδιά.

 

 Αυτή η εκλεκτική περίοδος προετοιμασίας, κατά την οποία ο Stravinsky συλλέγει τρόπον τινά τις βασικές ψηφίδες της μουσικής του συνείδησης, ολοκληρώνεται το 1910 οπότε και εγκαταλείπει οριστικά τη Ρωσία. Όμως παρόλο που απομακρύνεται πλέον από την πατρίδα του, τα επόμενα χρόνια θα εμπνέεται για τα έργα του από τα λαϊκά παραμύθια της.

 

Το 1910 εγκαθίσταται στην Ελβετία και θα παραμείνει εκεί για 10 χρόνια. Την ίδια χρονιά δέχεται και τις πρώτες παραγγελίες από τον ιμπρεσάριο Sergei Diaghilev για τρία μπαλέτα: πρώτα το «Πουλί της Φωτιάς», έπειτα τον «Πετρούσκα» κι ύστερα την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» για την οποία το σίγουρο είναι ότι το ακροατήριο της πρεμιέρας δέχτηκε έναν τεράστιο αιφνιδιασμό εξαιτίας της σκληρότητας της μουσικής και της αντιστοίχως εκκεντρικής χορογραφίας του Vaslav Nijinsky. Η αχαλίνωτη ρυθμική δύναμη στην Ιεροτελεστία της Άνοιξης, ήταν μια από τις μεγάλες μουσικές επαναστάσεις της περιόδου πριν τον Ιο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν ωστόσο μόνο μια από τις πλείστες εντυπωσιακές καινοτομίες που ο Stravinsky έμελε να επιφέρει στα μουσικά πράγματα.

 

 

[The Rite of Spring]

 

Ακολουθούν «Το Αηδόνι», «Οι Γάμοι», «Η Ιστορία του Στρατιώτη», «Ο Πουλτσινέλα»…

 

Το 1920 μετακομίζει στο Παρίσι όπου και θα μείνει για τα επόμενα 10 χρόνια. Τα έργα που θα γραφτούν μέσα στις επόμενες 3 δεκαετίες (1920-1950) αποτελούν τη «Νεοκλασική Περίοδο» της συνθετικής του διαδρομής. Ωστόσο νεοκλασικά στοιχεία εντοπίζονται ήδη στα προηγούμενα έργα του, όπως αντίστοιχα ρωσικά φολκλορικά στοιχεία θα εξακολουθήσουν να εμφανίζονται και αργότερα.

 

Ο όρος «Νεοκλασικισμός» εκπροσωπούσε ένα ευρύ κίνημα από το 1910 έως το 1950, οι συνθέτες του οποίου αναβίωναν, μιμούνταν και αναπροσάρμοζαν το στυλ, τα είδη και τις φόρμες της προ-ρομαντικής μουσικής, και ιδιαίτερα εκείνης του 18ου αιώνα, που έμεινε γνωστή ως Κλασική.

 

Παρόλ’ αυτά ο νεοκλασικισμός για τον Stravinsky σήμαινε τον δανεισμό του στυλ, των μορφών και των ιδεών ολόκληρης της Δυτικής Μουσικής των τελευταίων τριών αιώνων [π.χ. «Oedipus Rex», 1926-7, με αναφορές στις μορφές του Handel αλλά και του Verdi (!), «The Dumbarton Oaks», 1937-8, που παραπέμπει στα Βρανδεμβούργια κοντσέρτα του J.S.Bach κ.ο.κ.]   

 

Η ρωσική επανάσταση του 1917 κατέστησε αδύνατη μια ενδεχόμενη επιστροφή του Stravinsky στην πατρίδα του και επίσης του απέκλεισε τη δυνατότητα να αντλήσει χρήματα από εκεί προκειμένου να υποστηρίξει οικονομικά την οικογένεια του. Έτσι κατά τη διαμονή του στη Γαλλία αναγκάζεται να κερδίζει τα προς το ζην όχι μόνο συνθέτοντας, αλλά εμφανιζόμενος ο ίδιος ως εκτελεστής ή αρχιμουσικός σε διάφορες συναυλίες και ηχογραφήσεις.

 

Εκτός από τις οικονομικές δυσκολίες η παρισινή περίοδος της ζωής του ήταν πολυτάραχη κι από πολλές άλλες πλευρές. Η κατάσταση της υγείας της συζύγου του [η οποία είχε προσβληθεί από φυματίωση ήδη από την εποχή που έμεναν στην Ελβετία] συνεχίζει να επιβαρύνεται.

 

Το 1921 ο Stravinsky γνωρίζει και συνδέεται ερωτικά με την χορεύτρια Vera de Bosset, η οποία είναι επίσης παντρεμένη. Εις το εξής ο Stravinsky θα ζει διπλή ζωή μέχρι το θάνατο της Katya το 1939. Ένα χρόνο πριν (το 1938), πεθαίνει επίσης από φυματίωση η μεγαλύτερη κόρη του, ενώ μετά τον θάνατο της Katya θα νοσηλευθεί και ο ίδιος για 5 μήνες σε νοσοκομείο, προσβεβλημένος από την ίδια ασθένεια. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του χάνει και τη μητέρα του.

 

Μετά το ξέσπασμα του ΙΙου Παγκοσμίου Πολέμου τον Σεπτέμβρη του 1939, ο Stravinsky αλλάζει τόπο διαμονής για ακόμη μια φορά, κατευθυνόμενος προς τις Η.Π.Α. όπου θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του.

 

Με τη Βέρα, ως κάτοικοι της Αμερικής πλέονΤον Ιανουάριο του 1940 τον ακολουθεί η Vera [η οποία έχει ήδη πάρει διαζύγιο από τον σύζυγό της] και τον επόμενο Μάρτιο το ζευγάρι παντρεύεται και εγκαθίσταται στο Hollywood. Η γειτνίαση με τη Μέκκα του κινηματογράφου έφερε και προτάσεις για τη σύνθεση κινηματογραφικής μουσικής οι οποίες όμως τελικά ναυάγησαν.

 

Ο Stravinsky συνεχίζει να συνθέτει γράφοντας αρκετά έργα με έντονες αναφορές στα διάφορα αμερικάνικα στυλ, όπως το Ebony Concerto το οποίο αφιέρωσε στον jazz κλαρινετίστα Woody Herman και την μπάντα του.

 

[Ebony Concerto]

 

Το τελευταίο μεγάλο νεοκλασικό έργο του Stravinsky ήταν η όπερα «The Rake’s Progress».

 

Η στροφή του Stravinsky προς τον σειραϊσμό εξέπληξε όλους όσοι τον θεωρούσαν «ορκισμένο αντίπαλο» του Schönberg. Το 1948 γνωρίζει και ορίζει ως βοηθό του τον αρχιμουσικό και συγγραφέα Robert Craft ο οποίος ήταν θιασώτης του δωδεκάφθογγου συστήματος και μυεί τον Stravinsky στη μουσική του Schönberg και του Webern. Ο Stravinsky απορρόφησε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα τον τρόπο λειτουργίας του δωδεκάφθογγου συστήματος, το διήθησε μέσα από τα ιδιαίτερα μουσικά του φίλτρα και σύντομα παρουσίασε το νέο του ιδίωμα.

 

Το μεγαλύτερο μέρος του όψιμου έργου του αποτελείται από σειραϊκά έργα: «Cantata», «Canticum Sacrum», «Agon», «Threni», «The Flood»…  

 

Η ικανότητά του σε μια προχωρημένη ήδη ηλικία [ήταν ήδη 68 ετών!] να παραμένει ανοικτός σε νέες ιδέες και να μεταλλάσει τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από αυτές, έμεινε παροιμιώδης. Όπως και στην περίπτωση του νεοκλασικισμού κατάφερνε πάντα να οικειοποιηθεί μοναδικά το κάθε μουσικό μέσο που του προσφερόταν. Ο ίδιος έχοντας απόλυτη επίγνωση αυτού του χαρίσματός του, έλεγε αστειευόμενος στον βοηθό του: «Μάλλον φέρω μια σπάνια μορφή κλεπτομανίας!»  

 

Ίσως κανένας άλλος συνθέτης δεν είχε ποτέ τόση αυτοπεποίθηση να «κλέψει» ξένα στοιχεία χωρίς να φοβηθεί ούτε μια στιγμή μήπως η μουσική του προσωπικότητα αλλοιωθεί ή βυθιστεί τελικά μέσα από αυτή τη διαδικασία.

 

Το 1969 ο Stravinsky μετακομίζει με τη σύζυγό του στη Νέα Υόρκη όπου πεθαίνει 2 χρόνια αργότερα. Η νεκρώσιμος ακολουθία έγινε στη Νέα Υόρκη αλλά κατόπιν επιθυμίας της Vera, η ταφή γίνεται στο ελληνορθόδοξο κοιμητήριο που βρίσκεται στο νησάκι San Michele της Βενετίας, λίγα μέτρα πιο πέρα από το μνήμα του φίλου του και συνεργάτη Sergei Diaghilev.      

 

===

 

ανήμερα των γενεθλίων του Igor Stravinsky…

…στις 17 Ιουνίου του 1911

γίνεται στην Αγία Πετρούπολη η πρεμιέρα της ορχηστρικής φαντασίας  Feu d'Artifice [Πυροτεχνήματα]. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα έργα του Stravinsky το οποίο προοριζόταν ως γαμήλιο δώρο επ’ ευκαιρία των γάμων της κόρης του δασκάλου του στη σύνθεση Nikolai Rimsky-Korsakov. Τα «Πυροτεχνήματα» ανήκουν σ’ εκείνα τα έργα που βοήθησαν τη φήμη του νεαρού τότε Igor να εξαπλωθεί τάχιστα. Λέγεται ότι ο ιμπρεσάριος Sergei Diaghilev παρήγγειλε στον Stravinsky τη σύνθεση του μπαλέτου «The Firebird» εντυπωσιασμένος από την εξαίρετη ενορχήστρωση των «Πυροτεχνημάτων».

 

 Fireworks (New York Philharmonic Orchestra conducted by Igor Stravinsky in 1947)

 

 

και επίσης…

…στις 17 Ιουνίου του 1970

γίνεται στο Λος Άντζελες η πρώτη concert performance του μπαλέτου Agon. Η κανονική παράσταση ανέβηκε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους στη Νέα Υόρκη σε χορογραφία George Balanchine.  Ο Agon ανήκει στα έργα που συνέθεσε ο Stravinsky αφότου υιοθέτησε (και) το δωδεκάφθογγο σύστημα. Το μπαλέτο δεν αφηγείται κάποια ιστορία αλλά απλώς αποτελείται από μια σειρά χορευτικών κομματιών στα οποία οι χορευτές ανταποκρίνονται αναλόγως. Αρκετά από αυτά τα κομμάτια βασίζονται σε γαλλικούς αυλικούς χορούς του 17ου αιώνα: sarabande, galliard και bransle.

 

Agon (Los Angeles Festival Symphony Orchestra conducted by Igor Stravinsky)

 

   

====

 

 

…στις 20 Ιουνίου 1819 γεννιέται ο

Jacques Offenbach [Ζακ Όφενμπαχ]

 

Γάλλος συνθέτης γερμανικής καταγωγής και το 7ο από τα 10 παιδιά μιας εβραϊκής οικογένειας. Ο πατέρας του Isaac Offenbach ήταν κάντορας της Συναγωγής, δάσκαλος μουσικής και συνθέτης. Το πραγματικό όνομα της οικογένειας ήταν Eberst, ωστόσο ο πατέρας του προτίμησε να κρατήσει για επίθετο το Offenbach το οποίο ήταν το όνομα της γενέτειράς του.   

 

Ο μικρός Jacques ήταν ένας πολλά υποσχόμενος τσελίστας, κι έτσι ο πατέρας του το 1833 αποφάσισε να τον πάει μαζί με τον βιολονίστα αδερφό του Julius στο Παρίσι, όπου τελικά ο Jacques έγινε δεκτός στο Conservatoire (Ωδείο). Όμως η ακαδημαϊκή παιδεία του φάνηκε βαρετή κι έτσι τον επόμενο χρόνο παράτησε το ωδείο και άρχισε να κερδίζει τα προς το ζην παίζοντας βιολοντσέλο σε διάφορες ορχήστρες μέχρι που τελικά εξασφάλισε μια θέση στην ορχήστρα της Opéra-Comique. Εκεί γνώρισε τον συνθέτη Jacques Fromental Halévy με τον οποίο έκανε μαθήματα σύνθεσης.

 

Συνέχισε την καριέρα του ως βιρτουόζος τσελίστας με μεγάλη επιτυχία κάνοντας και περιοδείες, χάρη στις οποίες βρέθηκε να παίζει ακόμα και στο Κάστρο του Windsor μπροστά στη βασίλισσα της ΑγγλίαςVictoria. Τα πρώτα έργα που συνέθεσε ο Offenbach αφορούσαν κυρίως το δικό του όργανο, μαζί με κάποιες μετριοπαθείς απόπειρες σύνθεσης μουσικής για το θέατρο.

 

Το 1844 ασπάζεται τον καθολικισμό προκειμένου να παντρευτεί την αγαπημένη του Hérminie d'Alcain.

 

Το 1850 λαμβάνει τη θέση του αρχιμουσικού στο Théâtre Français οπότε και η προσοχή του στρέφεται όλο και περισσότερο προς τη σύνθεση θεατρικής μουσικής. Το 1855 νοικιάζει ένα πολύ μικρό θεατράκι δίπλα στα Ηλύσια Πεδία και το ονομάζει Théâtre des Bouffes-Parisiens. Εκεί ξεκινάει να ανεβάζει μικρά έργα (κυρίως μονόπρακτα) με χιουμοριστικό περιεχόμενο, τα οποία εξελίχθηκαν σύντομα σε μεγάλες επιτυχίες. Αυτή η συνεχώς αυξανόμενη επιτυχία του, του επέτρεψε να εγκαταλείψει τη θέση του αρχιμουσικού στο Théâtre Français, να διευρύνει περισσότερο το ρεπερτόριο του δικού του θεάτρου, και να κάνει ακόμα και περιοδείες όπως στο Λονδίνο το 1857.

 

Ο Offenbach κάνει το ντεμπούτο του στα μεγαλύτερης κλίμακας μουσικά έργα με τη σατυρική όπερα «Orphée aux enfers» [ο Ορφέας στο Άδη, 1858]. Αυτό αλλά και πολλά ακόμη έργα του άσκησαν ακαταμάχητη έλξη όχι μόνο στο παρισινό κοινό αλλά σε ολόκληρη την δυτική Ευρώπη.

 

(για όσους τα καταφέρνουν στα γερμανικά αλλά και για εκείνους που αρκούνται στην απόλαυση του ήχου ανεξαρτήτως γλώσσας, ολόκληρη η όπερα εδώ…)

 

 

(και ας σηκώσει το χέρι του όποιος νομίζει ότι δεν γνωρίζει τη 2η σκηνή της ΙΙης πράξης από τον Ορφέα, το «Infernal Galop» ή αλλίως…)

 

 

Συνολικά συνέθεσε περισσότερες από 100 μονόπρακτες ή μεγαλύτερης έκτασης οπερέτες.

Ωστόσο η κακή διαχείριση των οικονομικών της θεατρικής του επιχείρησης τον οδήγησε το 1870 σε χρεοκοπία, κι έτσι αποφάσισε να κάνει μια περιοδεία στην Αμερική προκειμένου να ενισχύσει την οικονομική του κατάσταση.

Αν και πολλοί κριτικοί της εποχής υποστήριζαν ότι η ελαφρότητα των έργων του θα τα καταδικάσει γρήγορα στη λήθη, οι ακαταμάχητες μελωδίες, η έξοχη φωνητική γραφή και τα πνευματώδη λιμπρέτα, τους εξασφάλισαν μια μόνιμη θέση στις απανταχού οπερατικές σκηνές.

 

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Offenbach επικεντρώθηκε στη σύνθεση μιας μεγάλης όπερας με τίτλο «Les contes d'Hoffmann» [Τα Παραμύθια του Χόφμαν] θέλοντας κατά κάποιο τρόπο να αποδείξει ότι είναι απόλυτος κύριος της τέχνης του και όχι ικανός να γράφει μόνο σατυρικά ή χιουμοριστικά ελαφρά έργα. Το εγχείρημα αυτό ωστόσο δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει ποτέ. Ένα χρόνο μετά το θάνατό του η όπερα έκανε την πρεμιέρα της με της προσθήκες του φίλου του Offenbach, Ernest Guiraud (αλλά αργότερα υπήρξαν και άλλοι που πρότειναν εκδοχές για τα ελλιπή της τμήματα). Έστω κι έτσι τα «Παραμύθια του Χόφμαν» έγιναν μεγάλη επιτυχία και εξακολουθούν να μαγεύουν το κοινό τους μέχρι και σήμερα.

 

Les contes d'Hoffmann

(ολόκληρη η όπερα από Εθνική Λυρική Σκηνή υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού)

 

(…και η υπέροχη Βαρκαρόλα από το ξεκίνημα της ΙΙΙης πράξης)

 


 

 

 ===

 

 

και τέλος σαν σήμερα…

…στις 22 Ιουνίου του 1926

γίνεται στην Ζυρίχη η πρεμιέρα του έργου Fünf Stücke für Orchester op. 10 [Πέντε Κομμάτια για Ορχήστρα] του Anton Webern υπό τη διεύθυνση του ιδίου του συνθέτη. Πρόκειται για ένα ορχηστρικό έργο που διαρκεί λιγότερο από 5 λεπτά. Τα 5 μέρη του δεν έχουν καμία θεματική σύνδεση μεταξύ τους και ούτε συμπεριλαμβάνουν κάποια από τις γνωστές φόρμες ή τυχόν τονικές λειτουργίες. Το έργο ανήκει στην ελεύθερη ατονική περίοδο του Webern,  πριν δηλαδή αφοσιωθεί συνθετικά στο δωδεκάφθογγο σύστημα. Το έργο είναι χαρακτηριστικό καθώς παρουσιάζει ίσως την πιο πειστική εκδοχή της Klangfarbenmelodie (tone-colormelody, μελωδία ηχοχρωμάτων) δηλαδή της τεχνικής εκείνης κατά την οποία μια μελωδική γραμμή σπάει σε τμήματα τα οποία αναλαμβάνουν να εκτελέσουν πολλά διαφορετικά όργανα (και όχι ένα όπως συμβαίνει κατά παράδοση). Με αυτό τον τρόπο η μελωδική γραμμή αποκτά εκτός των άλλων και μια πολύ-ηχοχρωματική υφή, κάτι που θα ήταν αδύνατο να συμβεί αν εκτελούταν από ένα μόνο όργανο από την αρχή έως το τέλος.

 

[Fünf Stücke für Orchester op. 10]

 

Ο Anton Webern (Βιέννη, 1883 – Mittersill, 1945) ήταν αυστριακός συνθέτης και αρχιμουσικός. Πιθανότατα υπήρξε ο πρώτος μαθητής σύνθεσης του Schönberg. Μαζί με τον δάσκαλό του και τον συμμαθητή του Alban Berg αποτέλεσαν τους μεγαλύτερους εκφραστές του δωδεκάφθογγου συστήματος στο πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα.

 

Εφάρμοσε τη νέα τεχνική πολύ πιο αυστηρά ακόμη κι από τον ίδιο τον δημιουργό της, τον Arnold Schönberg, ο οποίος την αντιμετώπιζε σαφώς με περισσότερη ελευθερία. Αν και η μεταπολεμική avant-garde θαύμαζε τον Webern για τις τεχνικές του καινοτομίες, ο ίδιος σε όλο του το έργο έριχνε πάντα κλεφτές ματιές στην ρομαντική παράδοση μέσα από τις επιλογές των κειμένων του (όπου αυτά ήταν απαραίτητα) και  στις κλασσικές φόρμες οι οποίες συχνά συνυφαίνονταν στις δομές του (passacaglia, canon…).

Ήταν δε ενθουσιώδης θαυμαστής του Richard Wagner ενώ φημιζόταν και για τις υπέροχες εκτελέσεις του ως αρχιμουσικός σε έργα Schubert, Mahler και Brahms.

 

===

 

 

Ραντεβού την επόμενη Κυριακή :)

_erin