Ο κριτικός θεάτρου δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο "Συκωταριές" (εικάζω λογοπαίγνιο με τα "σύκα" μιας και η ομοφοβική εσάνς του κειμένου του είναι έντονη) στην Ελευθεροτυπία. 

 

Είναι ένας λίβελος απολαυστικός και ταυτόχρονα απωθητικός, ένας λίβελος παλιοκαιρίσιος απ' αυτούς που δεν διαβάζουμε πια συχνά. 

 

Η απρόκλητη επίθεσή του σε έτερο θεατρικό κριτικό έγινε επειδή ο δεύτερος έγραψε ως Πρωταπριλιάτικο Αστείο ότι ο Μάρκος Σεφερλής [Για τον οποίο ο Γεωργουσόπουλος έχει πει καλά λόγια] θα παίξει στο Εθνικό Θέατρο.

 

Επειδή λοιπόν τόλμησε κάποιος να κάνει ένα τέτοιο πρωταπριλιάτικο αστείο, ο κύριος Γεωργουσόπουλος έγραψε έξαλλος το παρακάτω, από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλλα, άρθρο. 

 

 

======

 

 

Έντυπη Έκδοση Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

 

Συκωταριές

 

ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

 

Τι δίκιο που είχε ο Σαββόπουλος, όταν σε ανύποπτο για τα μίζερα χρόνια που θα έρχονταν, έως σήμερα, τραγουδούσε για την «Τσογλανοπαρέα που μας κάνει κριτική».

 

Γιατί είναι κάτι ώριμα σύκα, όσα διασώθηκαν από την αποξηρανθείσα συκή της ευαγγελικής περικοπής, όλο μέλι για κάτι ζουμερά αγοράκια που περιφέρονται στην πιάτσα, που τολμούν να καταπιάνονται με το έργο μας και την προσφορά μας. Σκέφτομαι πολλές φορές ν' απλώσω στην πλατεία Κλαυθμώνος ένα τραπέζι με τα 50 βιβλία μου και να καλέσω τα παλικαράκια της φακής να στήσουν το δικό τους στέκι απέναντι και ν' αρχίζουν το ντελάλημα, που τώρα το κοπανάνε στο Διαδίκτυο. Να δούμε πόσα απίδια βάνει ο σάκος.

 

Ξεκινήσαμε ξυπόλυτοι μέσα στην Κατοχή και στον Εμφύλιο, με πατεράδες στην εξορία, χωρίς βιβλία, χωρίς δασκάλους και φτιάξαμε μια σταδιοδρομία με αίμα και δάκρυα, χωρίς ξένα δεκανίκια, χωρίς προστάτες, χωρίς προαγωγούς, χωρίς ματσωμένους και ματσωμένες εραστές και ερωμένες. Και έρχονται τα καπόνια και τάχαμου κοκορεύονται, ενώ στάζει από παντού η αγραμματοσύνη τους και κυριότερα η ζήλια τους, αφού δεν έχουν τίποτε άλλο να επιδείξουν από τη χολή τους.

 

Ακουσα πως ένα τέτοιο ΝΟΥΜΕΡΟ τάχαμου πρωταπριλιάτικα πληροφορούσε πως ο Μάρκος Σεφερλής, λέει, θα πάει στο Εθνικό Θέατρο. Ε, λοιπόν, μακάρι να πάει.

Εχουν πάει στο Εθνικό και αλλού και ξυλοσχίστες και αγράμματοι και σπουδαρχίδαι, αλληλοπροωθούμενα μειράκια εν ονόματι της μεταμοντέρνας χλαπάτσας.

Ο Σεφερλής ανήκει στην πάστα των μεγάλων λαϊκών κωμικών (Σταυρίδης, Αυλωνίτης, Χατζηχρήστος, Λειβαδίτης, Εξαρχάκος). Αλλά τι να καταλάβουν από αυτά οι πληρωμένες καμπάνες της συμμορίας των αταλάντων.

 

 

=====

 

 

Κι αν δεχτούμε ότι ο Σεφερλής είναι τόσο καλός κωμικός όσο ο Αυλωνίτης (δεν είναι το θέμα αυτό), βρίσκω αρκετά αλαζονικό και επιθετικό το άρθρο. 

 

Δεν έχω πενήντα βιβλία για να τα απλώσω και να εντυπωσιάσω -ελπίζω να μην χρειάζεται να γίνουμε πρώτα 80 χρονών και σπουδαίοι για να μπορούμε να λέμε τη γνώμη μας- όμως εκπλήσσομαι που ξεκινώντας από κάτι άσχετο, ο Γεωργουσόπουλος επαινεί τόσο πολύ τον εαυτό του, και μάλιστα μπλέκοντας Κατοχές, Πολέμους, φτώχεια κλπ, επειδή δεν του άρεσε ένα πρωταπριλιάτικο αστείο. 

 

Δεν δείχνει μόνο έλλειψη χιούμορ, αλλά και έλλειψη αυτογνωσίας. Όταν γράφεις ένα κείμενο γεμάτο χολή για να κατηγορήσεις κάποιον (χωρίς καν να τον κατονομάζεις) ότι είναι γεμάτος χολή, το πράγμα είναι λίγο αστείο. 

 

Η Αργυρώ Μποζώνη έγραψε νωρίτερα στο fb της: "Αυτός ο άνθρωπος, τον οποίο έχουμε διαβάσει όλοι και έχουμε μάθει πολλά από τα κείμενά του, επιδίδεται σε ένα ακατάσχετο ομοφοβικό παραλήρημα και τολμάει να επικαλείται τη γενιά του και τη φτώχεια της Κατοχής. Προσβάλει τη γενιά αυτή με το να την εκπροσωπεί με τέτοιο τρόπο. Είναι δάσκαλος στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Είναι αδιανόητο όχι να υπερασπίζεται τον Σεφερλή -ποιός νοιάστηκε-, αλλά να προτάσσει ως λόγο κριτικής τον οχετό."

 

Οι τσακωμοί μεταξύ κριτικών στην Ελλάδα είναι συχνοί, αλλά τουλάχιστον ας υπάρχει και λόγος για τέτοιες λυπηρές κλωτσοπατινάδες.