Στο πλαίσιο της ενότητας 'Η ΕΛΛΑΔΑ ΓΥΡΩ ΜΑΣ' ζητάω και δημοσιεύω κείμενα σχετικά με το πώς βιώνουμε αυτήν την παράξενη εποχή. 

 

Σήμερα γράφει η δημοσιογράφος Μαρίνα Καρποζήλου

 

 

 

 

 

Σάββατο Θεσσαλονίκης

  

Περπατάω στην Τσιμισκή και κάνω μελετημένες προσπεράσεις. Αποφεύγω τα ζευγαράκια Λυκείου και τις κοριτσοπαρέες, αποφεύγω να συγκρουστώ με την κυρία με τις σακούλες, τρομάζω με το πλήθος που μοιάζει να έρχεται κατά πάνω μου. Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε ο Τουρίστας που θα αντίκριζε τις ίδιες ουρές με εμένα στα μαγαζιά και νευριάζω με τον εαυτό μου: κάνω σκέψεις κλισέ και τι μας νοιάζει ο Τουρίστας, αυτοί είμαστε και σε όποιον αρέσουμε.

 

Δεν στέκομαι στην ουρά, δεν μου φτάνουν τα λεφτά να αγοράσω Το Σακάκι και ας πληρώθηκα μόλις χθες, αναμιγνύομαι στο πλήθος -εξάλλου δεν κρατάνε όλοι σακούλες, είμαι μία από αυτούς. Αναρωτιέμαι από μέσα μου τι μισθό έχει άραγε η κοπελίτσα που μόλις βγήκε με τα ψώνια της από το Ακριβό το Μαγαζί που έχω να πατήσω 3 χρόνια, πόσα να παίρνουν όλοι αυτοί που είναι εκεί μέσα και περιμένουν να πληρώσουν, -ή μάλλον όχι πόσα, αλλά πόσα παραπάνω από μένα. Κάνω εικασίες και μαθηματικές πράξεις, συνεχίζω να περπατάω.

  

Σάββατο μεσημέρι, χτυπάει το τηλέφωνο «πάμε για τσίπουρα;». Φαντασιώνομαι γραφικό τραπεζάκι με παράταιρες καρέκλες, «πάμε». Στέκομαι σε μοντέρνο bar και κοιτάω το ασορτί σκαμπό, ακούω τη δυνατή λαϊκή μουσική, γεύομαι το σέικερ, τους μεζέδες και τα τσίπουρα. Γουρλώνω τα μάτια, κλείνω τα αυτιά, μπουκώνομαι ένα κεφτεδάκι, είμαι στην καρδιά του κέντρου της Θεσσαλονίκης (sic). Αποφασίζω να μην γίνω ξινή, εξάλλου, σκέφτομαι,  το «στην υγειά σας» ακούγεται το ίδιο θερμό όποιο και αν είναι το soundtrack του μαγαζιού, αρκεί στο background να υπάρχουν δυνατά γέλια. Περνάνε οι ώρες, σκοτεινιάζει, πληρώνουμε και φεύγουμε, τα γέλια συνεχίζονται στο πεζοδρόμιο, «και τώρα;». Ας συνεχίσουμε, ένα Σάββατο, μία έξοδος, αυτοί είμαστε, γελάμε, τσουγκρίζουμε, στην υγειά σας.

  

Ακόμα πιο μοντέρνο bar, πιο δυνατή μουσική, χαμηλότερος φωτισμός, ο γιος του ιδιοκτήτη χορεύει στη μπάρα (άραγε τη χρησιμοποιούν ακόμα αυτή την έκφραση;) και τα λερωμένα πιάτα αστομακαρονάδας μοιάζουν πιο άκυρα από ποτέ.

  

Υπάρχει κάποια ορολογία για τα bar/τσιπουράδικα/σκυλάδικα; Το συλλογίζομαι ενώ συνειδητοποιώ πως αυτό το μαγαζί μου τη δίνει, κάνοντας την αυτοκριτική μου αποφαίνομαι πως όσο πιο ωραία περνάνε οι γύρω μου τόσο πιο ξινή νιώθω, ο Ρέμος ενώνει τις φωνές και ο Πανταζής τα χέρια που αιωρούνται στον αέρα. Τα κορίτσια στο bar μοιάζουν ευτυχισμένα, βάση της προϋπηρεσίας μου στο πόστο τους αναρωτιέμαι πώς άραγε τους φτάνουν τα 3 μεροκάματα την εβδομάδα, σηκώνουν το i phone να βγάλουν φωτογραφία το πλήθος που διασκεδάζει και εγώ απλά βγάζω τον σκασμό.

 

Προσπαθώ να προσδιορίσω τι με ενόχλησε, σίγουρα δεν μου φταίει ο κόσμος που διασκεδάζει, κάτι τέτοιο μάλλον θα ήταν κακό για μένα. Φεύγω βιαστικά, καθώς ανεβαίνω προς το σπίτι παραγγέλνω ένα τοστ γεμάτο τύψεις και μαγιονέζα και κοιτάζω αφηρημένα την κοπέλα που το φτιάχνει. Την ξέρω φατσικά από το 2002, δουλεύει ακόμα στο ίδιο μαγαζί. Ξαφνικά νιώθω μια συμπάθεια για αυτήν.

  

Καταλαβαίνω τώρα τι μου τη δίνει. Η αίσθηση του χρονοντούλαπου. Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Μουσική, νοοτροπία, συνήθειες, όλα τα ίδια, απλά με διαφορετικό περίβλημα.  

  

Ποια είναι αυτή η Θεσσαλονίκη; Πώς και ποιοι μπορούν ακόμα να πληρώνουν τα ακριβά ψώνια, τα μπουζουκόμπαρα, τα ακριβά πιάτα; Οι υπόλοιποι πού ζούμε και τι κάνουμε τόσο λάθος; Ή μήπως αυτοί που χορεύουν παθιασμένα τις επιτυχίες του 2000, ανεβαίνουν στα τραπέζια και παραγγέλνουν μία από τα ίδια είμαστε εμείς που μέσα στην εβδομάδα φτιάχνουμε τοστ; Απλά λιγότερο ξινοί, λιγότερο αγχωμένοι, ίσως εκτός τόπου και χρόνου, αλλά όλοι με το ίδιο υπόλοιπο τραπεζικού λογαριασμού;