Ποτέ δεν είχα φανταστεί τον εαυτό μου συγγραφέα. Δεν ήμουν από τα παιδιά που διακρίνονταν την έκθεση, στην εφηβεία μου δεν έγραφα ποιήματα, ούτε στις ερωτικές επιστολές είχα κλίση. Απολάμβανα τα βιβλία των άλλων, θαύμαζα τους συγγραφείς κι όσους τα καταφέρνουν στη γραπτή έκφραση των σκέψεών τους, αλλά ως εκεί. – Μια μικρή ανάμνηση: όταν ήμουν δέκα χρόνων, δήλωσα στον εαυτό μου ότι ήθελα να γίνω συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, επηρεασμένη από τα pulp fiction περιοδικά που διάβαζα, τη Μάσκα και το Μυστήριο. Στη συνέχεια, έθαψα την ιδέα κάπου βαθιά και την ξέχασα για 40 χρόνια.

 

Όταν έκλεισα το δισκάδικο, αποφάσισα ότι ήθελα μια δουλειά σιωπηλή και μοναχική – χωρίς να το συνειδητοποιήσω σχεδόν, βρέθηκα στη μετάφραση. Όπλα μου τα αμέτρητα βιβλία που διάβαζα από τα 4 μου χρόνια: τόνοι από καλά και κακά βιβλία που με δίδαξαν να πιάνω ενστικτωδώς σχεδόν το ύφος του κάθε συγγραφέα, τις κρυμμένες υφές πίσω από την επιφάνεια των λέξεων. Βρέθηκα στη μετάφραση από τύχη, εκ πρώτης όψεως – ή επειδή ο μαγνήτης θα συναντήσει το μέταλλο, αργά ή γρήγορα. Κυρίως όμως επειδή λάτρευα το διάβασμα, και ο πιο παθιασμένος αναγνώστης ενός βιβλίου είναι πάντοτε ο μεταφραστής του.

 

Στο επόμενο βήμα, τη γραφή, οδηγήθηκα μέσω της μετάφρασης. Για χρόνια, θεωρούσα αδιανόητο να πιάσω μολύβι ή πληκτρολόγιο για να διηγηθώ μια ιστορία - μετά τη Βιρτζίνια Γουλφ; τη Μάργκαρετ Άτγουντ; την Τζιν Ρυς; Ωστόσο, όταν μετέφρασα τις «13 συνταγές της απιστίας» της Νόρα Έφρον, διαπίστωσα ότι τα πράγματα δεν είναι μονοδιάστατα: εξίσου συναρπαστικό και καθαρτικό για την ψυχή μπορεί να είναι το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός, η περιγραφή της ασήμαντης καθημερινότητας των κάθε άλλο παρά ηρωικών ανθρώπων. Όλες αυτές οι σκέψεις δούλευαν υποδόρια μέσα μου και μορφοποιήθηκαν σε σαφή επιθυμία όταν έμαθα για το σεμινάριο δημιουργικής γραφής της Αργυρώς Μαντόγλου, την οποία θαύμαζα ως συγγραφέα και κριτικό βιβλίου.

 

Εντωμεταξύ, ποτέ δεν είχε σταματήσει να με τρώει η πίκρα για τη σταδιακή εξαφάνιση των μικρών δισκάδικων. Ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, τον Φεβρουάριο του 2008, και μια επίσκεψη στο ιστορικό δισκάδικο Rollin Under του Μπάμπη Αργυρίου στάθηκαν η αφορμή να γράψω μια μικρή ιστορία, ούτε καν διήγημα. Μιλούσε για την Τατιάνα, ένα κοριτσάκι που πάει να γράψει μια κασέτα στο δισκάδικο της γειτονιάς του, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Η ιστορία άρχισε να διακλαδίζεται, εξαπλώθηκε χρονικά και τοπικά, απέκτησε κι άλλους ήρωες. Και τότε άναψε το λαμπάκι του Κύρου Γρανάζη στο μυαλό μου. Ένιωσα ότι είχε έρθει η ώρα να γράψω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Και ότι ήθελα το μυθιστόρημα αυτό να διαδραματίζεται γύρω από ένα μικρό δισκάδικο.

 

Με πυρήνα την ιστορία της Τατιάνας που θέλει να γράψει μια κασέτα, ξεκίνησα το πρώτο μου μυθιστόρημα «Για μια Χούφτα Βινύλια», την άνοιξη του 2008. Οι επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις δεν μου επέτρεπαν το γράψιμο στη διάρκεια της μέρας. Αν και δυσκολεύομαι πολύ με τα αυστηρά προγράμματα, άρχισα να γράφω κάθε βράδυ, 12-2. Ή σχεδόν κάθε βράδυ. Όταν έβρισκα δυσκολίες, όταν έπεφτα σε τοίχο, τα έκλεινα για λίγες μέρες. Καθώς είμαι άνθρωπος ιδιαίτερα εγκεφαλικός και προσπαθώ να εκτονώνομαι μέσω της σωματικής άσκησης, πήγαινα στην πισίνα του Πανιώνιου και κολυμπούσα 3-4 φορές τη βδομάδα. Μέσα στο νερό, καθώς το σώμα μου δούλευε μηχανικά και το μυαλό μου ταξίδευε, έβρισκα τις λύσεις στα αδιέξοδα της πλοκής.

 

Ξεκινώντας την ιστορία των Βινυλίων, είχα στο μυαλό μου ότι ο Χάρης Νικολόπουλος, ο αστυνόμος, θα ήταν ένας δευτερεύων χαρακτήρας, κάτι σαν τον δόκτορα Γουότσον ή τον Άρθουρ Χάστινγκς. Αυτός όμως άρχισε να με ακολουθεί νυχθημερόν, να μου κάνει παρέα στο σπίτι και στο δρόμο, να μου διηγείται τα παιδικά του χρόνια και να απαριθμεί τα αγαπημένα του αστυνομικά μυθιστορήματα και τις ταινίες νουάρ. Μου έκανε παρέα στις θάλασσες της Άνδρου, της Ηλείας και της Κορινθίας, στο Λουτράκι και τον Ωροπό, και έμεινε ικανοποιημένος μόνο όταν τέλειωσα το βιβλίο στον Άγιο Λαυρέντη, τον Αύγουστο του 2010, όπου ήμουν καλεσμένη στο Μουσικό Χωριό.

 

Όσο τα κεφάλαια πολλαπλασιάζονταν, αυτό που ξεκίνησε σαν παιχνίδι απέκτησε μια διάσταση αγωνίας. Οι ήρωες μού συστήνονταν ο ένας μετά τον άλλο, με παρακολουθούσαν διακριτικά και μου υπαγόρευαν τις εμμονές και τις μουσικές τους προτιμήσεις. Δεν έπρεπε να τους προδώσω. Στο λεωφορείο και το μετρό, άκουγα συνεχώς το σάουντρακ του βιβλίου μέσα στο κεφάλι μου. Εκτός από τον Χάρη, με συνόδευε παντού η παρουσία του πατέρα μου, ο οποίος έχει πεθάνει από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 αλλά ήταν αυτός που μ’ έμαθε να διαβάζω και με μπόλιασε με τη λατρεία του τυπωμένου χαρτιού. Όπως επίσης ένιωθα δίπλα μου την παρουσία της αδελφής μου, της Γιωργίας, η οποία έχει φύγει από το 1996 και στην οποία αφιέρωσα το βιβλίο. Σ’ αυτούς ήθελα να αρέσει το βιβλίο, κυρίως στην αδελφή μου με το ιδιαίτερο χιούμορ και το πάθος της για κάθε μορφή τέχνης.

 

Στον Άγιο Λαυρέντη, τις μέρες που τέλειωνα το βιβλίο, συνάντησα τον Νώντα και τη Βάσω Παπαγεωργίου, τους οποίους γνώριζα ήδη πάνω από μία δεκαετία, ως μεταφράστρια των εκδόσεων Μεταίχμιο. Το θεώρησα σημάδι της τύχης, και τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς παρέδωσα στο Μεταίχμιο μια εκτύπωση του βιβλίου. Η απάντηση ήταν θετική, κι από τότε κυκλοφορώ μ’ ένα μπαλόνι στο χέρι και πετάω ψηλά στον ουρανό. Στα διαδικαστικά με βοήθησε η Ελένη Μπούρα, την επιμέλεια έκανε η φίλη/συνάδελφος/rock aficionada Αλεξάνδρα Κονταξάκη, και το εξώφυλλο πέτυχε με την πρώτη: η πρόταση του Γιάννη Κουρούδη έδεσε απόλυτα με το περιεχόμενο. Το άχαρο διάστημα από την ανακοίνωση της έκδοσης ως τη στιγμή που έπιασα το τυπωμένο βιβλίο στα χέρια μου, το μοιράστηκα με τους bookarazzi, τα μέλη της ομάδας του facebook «Τι διαβάζουν οι άνθρωποι στο λεωφορείο και το μετρό; Ε;», την οποία ίδρυσε ο συνάδελφος Γιώργος Τσακνιάς. Οι πρώτοι που διάβασαν τα Βινύλια κι έγραψαν γι’ αυτά, ήταν οι συν-bookarazzi Σωτήρης Κανελλόπουλος, Χρήστος Αγγελάκος και Γιώργος Θεοχάρης.

 

 Στο πάρτι που διοργανώσαμε στο Floral για την κυκλοφορία του βιβλίου, τον Ιούνιο του 2011, ήταν όλοι τους εκεί μαζί με πολλούς παλιούς φίλους και φίλες, από την Καλλιθέα και τη Νέα Σμύρνη, τη Νομική και τον Ρήγα, τις γυναικείες ομάδες και τους πολιτιστικούς συλλόγους. Ήταν εκεί οι φίλες μου από την ομάδα δημιουργικής γραφής και οι «συναγωνιστές» από το www.mic.gr, ενώ το σάουντρακ της βραδιάς φρόντισαν ο Αλέξης Καλοφωλιάς, ο Ξενοφώντας Ραράκος, ο Θάνος Σιόντορος και ο Κώστας Αδαμόπουλος. Για τα δισκάδικα που είναι ο πυρήνας των Βινυλίων μίλησε ο παιδικός μου φίλος Νίκος Πορτοκάλογλου, και για την περιπέτεια της γραφής και του βιβλίου η Αργυρώ Μαντόγλου.

 

 

Η ερώτηση που μου έκαναν όλοι παραμένει αναπάντητη: Μπορεί να σκοτώσει κανείς για μια χούφτα βινύλια;