Χτες βράδυ πρωτοκυκλοφόρησε (το είδα στο facebook) μια μεγάλη φωτογραφία της Άλκηστης και από κάτω το κείμενο.

 

 

Στο τέλος έγραφε: "Το έγραψε σε ένα blog η Άλκηστη Πρωτοψάλτη".

 

Λάθος φυσικά, μ' ένα google search βρίσκουμε ότι το κείμενο (που δεν είναι καν καινούριο) δημοσιεύτηκε το 2011. Η παρανόηση έγινε μάλλον επειδή η γυναίκα που έγραψε το κείμενο, απλώς μας πρότεινε, στο τέλος, να ακούσουμε Πρωτοψάλτη...

 

 

 

Ας αφήσουμε το γιατί θεωρήθηκε ξαφνικά ότι η Πρωτοψάλτη "έγραψε κάτι σε ένα blog", και ας σκεφτούμε πόσο πιθανό ήταν η διάσημη τραγουδίστρια να κοιτάει τις μικρές αγγελίες για θέσεις εργασίας στον Guardian μπας και καταφέρει να προσληφθεί σε καμιά δουλίτσα στο εξωτερικό.

 

Κάτω απ' τη δημοσίευση του μπλογκ "Παρασκηνίου", οι σχολιαστές άρχισαν να βρίζουν την Πρωτοψάλτη: "να φύγει!", "μιλάει αυτή που τα τσέπωσε απ' τις τράπεζες" και "χτίζει τριώροφο, την βλέπω, και κάθε όροφος έχει διαφορετικά κάγκελα!"

 

Τ' άκουσε άδικα η γυναίκα, δεν το έγραψε αυτή. Το κείμενο γράφτηκε από την Μαρίνα Λεωνιδοπούλου, στο espresso croquant και είναι αυτό:

 

 

 

Nαι, θα έφευγα.

Όχι επειδή υπάρχει κρίση. Όχι επειδή οι δουλειές είναι δύσκολες. Όχι επειδή με ζορίζει το δάνειο. Αλλά επειδή ζω σε μια χώρα που οι συμπατριώτες μου μάλλον δεν αγαπούν τελικά, μιας και αγάπη χωρίς σεβασμό δεν υπάρχει.

 

Δεν μιλώ για τους φοροφυγάδες, τους επαγγελματίες συνδικαλιστές, τα πάσης φύσεως λαμόγια. Μιλώ για μια πολύ μεγαλύτερη, φοβάμαι, μάζα. Που κοιτάζει αποκλειστικά και μόνο την πάρτη της, τον παρά της, τον κύκλο της, το σπίτι της, αδιαφορώντας παντελώς για ό τι κοινό. Που δεν τηρεί κανέναν κανόνα – ούτε κάν τους στοιχειώδεις της καλής συμπεριφοράς – και δεν έχει και κανέναν σκοπό να τους τηρήσει ποτέ. Που περιμένει πάντα από κάποιον άλλον, κάποιον αόριστο τρίτο – συνήθως αυτός λέγεται κράτος όταν δεν λέγεται μαλάκας – να κάνει τα πάντα για λογαριασμό του: απ’το να του βρει δουλειά μέχρι να του καθαρίσει τα σκαλιά όταν χιονίσει.

 

Είναι κακόγουστος, κακότροπος και κακόπιστος. Δεν λέει καλημέρα, παρακαλώ κι ευχαριστώ. Πετάει το σκουπίδι του στον δρόμο. Καπνίζει στο εστιατόριο γιατί έτσι γουστάρει. Αγνοεί επιδεικτικά την ουρά στα τυριά κι αν του το υπενθυμίσει κανείς ενοχλείται μεγαλοφώνως. Βγάζει τον σκύλο βόλτα – αν τον βγάλει – και δεν διανοείται να μαζέψει τα κουραδάκια του. Το μπαλκόνι του είναι η αποθήκη του και στα παλιά του τα παπούτσια αν εσύ πίνεις καφέ με θέα τη σκεβρωμένη σιδερένια ντουλάπα και δυο σφουγγαρίστρες. Κτίζει τριόροφο και σε κάθε βεράντα βάζει άλλα κάγκελα – λες και τα πήρε ρετάλια από καλάθι. Ακούει πως κάτι καλό έγινε κι αντί να χαρεί, ψάχνει να βρει τον λάκο στη φάβα.

 

Δεν τον θέλω πια στην καθημερινότητά μου. Έχει καταστρέψει την πατρίδα μου. Είναι μίζερος και κινδυνεύω να με πάρει μπάλα η μιζέρια του. Ναι, λοιπόν. Αν ήμουν δεκαοκτώ, εικοσιοκτώ, τριανταοκτώ, θα ήμουν κολλημένη σ’ενα PC και θα έψαχνα τα job opportunities ανά τον κόσμο. Θα έφευγα όχι για μια καλύτερη δουλειά, όχι για περισσότερα λεφτά, αλλά για να ξαναβρώ την ποιότητα της καθημερινότητάς μου. Τις αξίες της οργανωμένης κοινωνίας που θα ήθελα να μάθουν τα παιδιά μου- της συλλογικής εργασίας, της κοινωνικής προσφοράς, του εθελοντισμού. Τη χαρά του να κυκλοφορώ ελεύθερα στο δρόμο, να παίρνω το λεωφορείο όποτε θέλω και να μου λέει καλημέρα η ταμίας στο σουπερμάρκετ. Κι ας ήταν γκρίζος ο ουρανός κι ας μην είχε θάλασσα.

 

Το τίμημα που πληρώνουμε γι’αυτόν τον γαλανό ουρανό είναι τεράστιο. Δεν είμαι ούτε δεκαοκτώ, ούτε εικοσιοκτώ, ούτε τριανταοκτώ. Αλλά κοιτάζω πού και πού, λάγνα, τις αγγελίες στο guardianjobs και δεν δυσκολεύομαι καθόλου να με δω να φεύγω.