Έχουμε στο Bits and Pieces αυτή τη στήλη που λέγεται ΟΝΕΙΡΑ ΜΕ ΔΙΑΣΗΜΟΤΗΤΕΣ και όποιος βλέπει τέτοια όνειρα μπορεί να τα μοιράζεται μαζί μας (στο enteka11@gmail.com) κι όταν μαζεύονται αρκετά τα δημοσιεύω. Μου ήρθε όμως ένα που είναι αρκετά μεγάλο από μόνο του, κι επίσης δεν αφορά διασημότητα, αλλά τον υποφαινόμενο. Μου γράφει η αναγνώστρια:

Γεια σου Άρη! Είμαι η Κατερίνα και χθες σε είδα στον ύπνο μου! (Μετράς εσύ για διάσημος;) Σε διαβάζω εδώ και δύο περίπου χρόνια μέσα από τα blogs/στήλες αλλά δεν είχα δει ποτέ φωτογραφία σου πριν την πρόσφατη συνέντευξή που έδωσες στη lifo. Το πλαίσιο της γνωριμίας μας περιορίζεται στα παραπάνω.

Πρέπει να σε προειδοποιήσω ότι θυμάμαι σχολαστικότατες λεπτομέρειες από τα όνειρά μου οπότε ετοιμάσου για μια μάλλον μακροσκελή αφήγηση! Αφού έθεσα λοιπόν το υπόβαθρο, πάμε στο όνειρο:

Μένω με τη μητέρα μου (την οποία έχω χάσει πριν 3 χρόνια) σε ένα σπίτι στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης κοντά στη μαρίνα. Ένα πολυτελές σκάφος είναι αραγμένο εκεί, στο κατάστρωμα του οποίου ένα ζευγάρι 50ρηδων Αφροαμερικανών, πασαλειμμένων με λάδι (!) κάνει ηλιοθεραπεία.

Εμφανίζεσαι εσύ και υποτίθεται ότι έχετε επαγγελματικό ραντεβού. Αυτοί είναι παράγοντες της βιομηχανίας του Hollywood και ενδιαφέρονται να γυρίσουν μια ταινία για παιδιά, βασισμένη σε δικό σου σενάριο. Εγώ παρακολουθώ από το μπαλκόνι του σπιτιού μου και μόλις σε βλέπω, σε αναγνωρίζω. Αφού κάθεσαι μαζί τους λίγη ώρα, κατά την οποία αυτοί έχουν την κλασσική συμπεριφορά πλούσιου μπαστουνόβλαχου  (πίνουν σαμπάνια, καταβροχθίζουν χαβιάρι και ξεσπάνε διαρκώς σε ένα εκνευριστικό και επιδεικτικά έντονο γέλιο) ενώ εσύ μάλλον νιώθεις άβολα (έχεις στριμωχτεί σε μια γωνία προκειμένου να καταλαμβάνεις το λιγότερο δυνατό χώρο), σε καλούν στο γραφείο τους για να υπογράψεις.

Το γραφείο τους, βρίσκεται δίπλα από το διαμέρισμά μου! Τί χαρά! Στήνω καραούλι στην είσοδο για να σε πετύχω. Πράγματι, γρήγορα εμφανίζεσαι να βγαίνεις από το γραφείο. Σε σταματάω και σε καλώ στο σπίτι μου. Απρόθυμα μπαίνεις μέσα και κοντοστέκεσαι στο χώρο υποδοχής όπου υπάρχει μια μεγάλη πλάσμα τηλεόραση και μια βιβλιοθήκη. Η μητέρα μου ποτίζει κάτι γλάστρες στο μπαλκόνι.

Κ: Γεια σου Άρη, είμαι η Κ…

Α: (Φανερά ενοχλημένος) Ξέρω, ξέρω Κατερίνα. Μπορώ να φύγω τώρα;

Κ: (!!!) Μα… γνωριζόμαστε:; Εγώ απλά σε διαβάζω και ήθελα να σου πω…

Α: Ναι Κατερίνα, γνωριζόμαστε· αλλά φυσικά δε θυμάσαι τίποτα…

Κ: Μα πες μου, από πού (προσπαθώντας να θυμηθώ τι σου έχω κάτι και είσαι τόσο τσαντισμένος)

Εσύ εν τω μεταξύ έχεις στραφεί στη βιβλιοθήκη αγνοώντας με. Χαζεύεις τα βιβλία. (Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι είμαι φανατική βιβλιόφιλη και πολύ περήφανη για τη βιβλιοθήκη μου. Αντιθέτως, πάντα σνόμπαρα απροκάλυπτα τις  επιλογές τις μητέρας μου, τύπου Βαμβουνάκη).  Απογοητεύομαι όταν σε βλέπω να κοιτάζεις με θαυμασμό τα βιβλία της μητέρας μου και να αγνοείς επιδεικτικά τα δικά μου. Γυρνάς σε μένα και μου λες ότι πρέπει να φύγεις. Βγαίνεις στο διάδρομο και αρχίζεις να κατεβαίνεις τις σκάλες. Εγώ τρέχω από πίσω σου και σε παρακαλάω να μου θυμίσεις τι έχει προηγηθεί. Κοντοστέκεσαι…

Α: Παλιά… σου είχα συστηθεί σαν Αντώνης. Είχαμε ανταλλάξει και τηλέφωνα!

Κ: Θυμάμαι! Είχαμε γνωριστεί το 2001 (όταν σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη) στις πορείες στα πλαίσια του κινήματος κατά τις παγκοσμιοποίησης. Σου άρεσα, με πήρες τηλέφωνο μετά από μια εβδομάδα αλλά εγώ πάλι δεν μπορούσα να σε θυμηθώ!

(Μόλις κατάλαβα ότι δεν ήσουν θυμωμένος αλλά πληγωμένος. Ξαφνικά όλη η φιλική μου διάθεση προσέγγισης αλλάζει και γίνεται ερωτική.)

Κ: Κοίτα, εγώ δε σε θυμήθηκα αλλά κι εσύ μου συστήθηκες με ψεύτικο όνομα! Περασμένα ξεχασμένα. Τι λες, πάμε για ένα καφέ;

Α: Καλά, θα σε πάρω όταν έχω χρόνο.

Μου λες χωρίς να το εννοείς και βιάζεσαι να φύγεις.

Κ: Μα δεν έχεις το κινητό μου!

Σου φωνάζω, καταλαβαίνοντας ότι προσπαθείς να με ξεφορτωθείς.

Ξαφνικά, ακούγονται μπουμπουνητά και βροντές, στην τηλεόραση ένα  έκτακτο δελτίο καιρού προειδοποιεί  πως στη περιοχή τάδε (στην οποία μένεις και το ξέρω) θα έχει φοβερή καταιγίδα για τις επόμενες 2 ώρες και πως θα «πέσουν»  όλες οι επικοινωνίες κατά τη διάρκειά της. Ξέροντας πως δε μπορείς να ζήσεις χωρίς internet, χαίρομαι γιατί σκέφτομαι πως θα αναγκαστείς να μείνεις στο σπίτι μου για να είσαι online.

Εσύ επιτέλους γλυκαίνεις, μου ζητάς το τηλέφωνό μου για να βρεθούμε το βράδυ για ποτό και ανοίγεις το σακίδιο πλάτης που κουβαλάς για να βγάλεις ένα πολύ ξεπερασμένο κινητό τηλέφωνο. Σε αυτό το σημείο προσέχω τί φοράς: μια πράσινη κολεγιακή μπλούζα, τζιν, καστόρινα καφέ αθλητικά με κορδόνια και γυαλιά μυωπίας. Τέλος, ο σάκος είναι μπορντό.

Μου ζητάς να σου φτιάξω ένα τσάι και κατευθυνόμαστε στο δωμάτιό μου όπου βρίσκεται ο υπολογιστής...

Το όνειρο σταματάει εδώ γιατί με αποτράβηξε βίαια το ξυπνητήρι!

Τί συζητήσαμε; Τα βρήκαμε; Γίναμε φίλοι; Πήγαμε μαζί διακοπές; Σου αρέσει στα αλήθεια η Βαμβουνάκη ή το έκανες επίτηδες για να μ’ εκνευρίσεις;  Γιατί η μητέρα μου πότιζε αφού  επρόκειτο να βρέξει; Έγινες τελικά πετυχημένος σεναριογράφος;

Οι απαντήσεις δίνονται σε μια εναλλακτική πραγματικότητα. Όσο για τη δικιά μας, σου εύχομαι… και στη Disney!

......................................................................................................

 

[Σ.Σ.: Δεν έχω λόγια. Η μόνη εύκολη απάντηση αφορά τη Βαμβουνάκη. Όχι, δε μ' αρέσει.]