«Το 2000 θα’ναι μπαμπάδες οι σημερινοί πιτσιρικάδες…»

Έτσι, σαν ένα μακρινό χρονικό ορόσημο, αγνάντευε η Αρλέτα το 2000, το γύρισμα του αιώνα και της χιλιετίας, όταν –το 1985- κυκλοφορούσε τον εμβληματικό της δίσκο «Τσάι Γιασεμιού». Παρ’όλ’αυτά, σε μιαν έκρηξη αισιοδοξίας, δεν δίσταζε να δώσει ραντεβού στον αγαπημένο της Τάκη του ομώνυμου τραγουδιού «το 2001, στο τσίγκινό τους καφενεδάκι, με το φεγγάρι και τις πρασινάδες»

 

 

Εμείς ήμασταν οι «σημερινοί πιτσιρικάδες» του τραγουδιού. Εμείς που στα μέσα των 80’ς βρισκόμασταν στο μεταίχμιο μεταξύ εφηβείας και ενηλικότητας. Δεν αποκλείεται η αγάπη μας για την επιστημονική φαντασία και για τον κινηματογράφο να μας έφερνε πιο κοντά στο «2001, Οδύσσεια του Διαστήματος» του Στάνλεϋ Κιούμπρικ παρά στον «Τάκη» της Αρλέτας. Ενστερνιζόμενοι ωστόσο τις παραδοχές της εποχής εκείνης, πιστεύαμε ακράδαντα πως η γενιά μας στην Ελλάδα ξεκινούσε από μια καλή –έως πολύ καλή- αφετηρία.

 

Δεν θα μείνω στα οικονομικά δεδομένα. Στη διάχυτη τότε πεποίθηση πως η «πτωχή πλην τίμια Ελλάς» του παρελθόντος είχε ανεπιστρεπτί εξελιχθεί σε μια χώρα εύπορη και κοσμοπολίτισσα, που θα αντίκριζε εφεξής με ολοένα και μεγαλύτερη έκπληξη τις εικόνες των βιοπαλαιστών, ρακένδυτων παππούδων της. Δεν θα σταθώ στον παλλαϊκό μύθο της διαρκούς ανάπτυξης η οποία επέτρεπε τη βουλιμική κατανάλωση:  «Και ένα και δύο και τρία και τέσσερα» όχι παιδιά αλλά αυτοκίνητα ανά οικογένεια.

 

Στο κάτω-κάτω εμείς –άνθρωποι πιθανόν άγνωστοι μεταξύ μας, μέλη ωστόσο μιας ευρύτατης παρέας που είχε γαλουχηθεί με τα ίδια βιώματα και με παρόμοιες προσλαμβάνουσες, από τα τραγούδια του Σαββόπουλου έως το Μίκυ Μάους (κάθε Παρασκευή στα περίπτερα, τιμή δραχμές 4, όσο και ο Άσσος Φίλτρο του μπαμπά μας)- εμείς ποτέ δεν καταδεχτήκαμε ως όνειρο ένα τζιπ πολυτελείας ή ένα σπίτι στη Μύκονο.

 

Παρηγοριέμαι με τη σκέψη ότι ο χορός των βρυκολάκων που εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια ίσως να αποδειχθεί ο χορός του Ζαλόγγου τους. Eικονογράφηση: Ατελιέ / LIFO
Παρηγοριέμαι με τη σκέψη ότι ο χορός των βρυκολάκων που εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια ίσως να αποδειχθεί ο χορός του Ζαλόγγου τους. Eικονογράφηση: Ατελιέ / LIFO

 

Η πλούσια και ελεύθερη ζωή, στην οποίαν προσβλέπαμε, είχε εντελώς διαφορετικό νόημα. Αποτελούσε την ελληνική εκδοχή του Boho. Την καθ’ημάς «χρυσή μποεμία».  Πολλά βιβλία, που τα κουβαλάγαμε ενίοτε στην κωλότσεπη, υπογραμμίζαμε φράσεις που μας ενέπνεαν και τα λεκιάζαμε με καφέ. Πολλοί, πάρα πολλοί, δίσκοι, αγορασμένοι από το θρυλικό Ποπ 11: Σούζαν Βίγκα, Φρέντυ Μέρκιουρι, Λέοναρντ Κοέν, Λου Ρηντ και Τζέι Τζέι Κέηλ από τους κάπως παλαιότερους αλλά και σπάνιες ηχογραφήσεις με ρεμπέτικα της Αμερικής και έθνικ μουσικές. Πάρτυ σε ακρογιαλιές και σε ταράτσες, άφθονο αλκοόλ, αλλεπάλληλα φλερτ, κάποτε δε και παθιασμένοι έρωτες. Πλάκες και φάρσες και ταξίδια και σπουδές, μια καθημερινότητα που όχι σπάνια άγγιζε την έκσταση δίχως τη χρήση ναρκωτικών.

 

Τα έχω ξαναπεί. Τα έχουν περιγράψει άλλοι καλύτερα από μένα. Η γενιά μας, οι σημερινοί σαρανταπεντάρηδες-πενηντάρηδες, εισήλθε στο κοινωνικό προσκήνιο ορμητική, χαρούμενη, σίγουρη πάνω απ’όλα πως θα είχε να αντιμετωπίσει σε όλη τη ζωή της τις προκλήσεις του μέλλοντος και όχι τα φαντάσματα του παρελθόντος. Για αυτό ακριβώς και οι βρυκόλακες -που ξεπετάγονται τα τελευταία χρόνια από τα αραχνιασμένα μνήματά τους και στοιχειώνουν την καθημερινότητα μας- δεν μας τρομάζουν απλώς. Μας αφήνουν και άναυδους.

 

Για εμάς (και για τους νεορθόδοξους ακόμα ανάμεσά μας) θρησκόληπτες, καθοδηγούμενες από φαύλους, σκοταδιστές δεσπότες, ήταν μονάχα κάτι ημιαγράμματες εσχατόγριες.

 

Ναζί, οπαδοί του Χίτλερ, ήταν κάποιοι θεοπάλαβοι, απολύτως περιθωριακοί τύποι, σαν κι εκείνους που αναζητά ο Μελ Μπρουκς στους «Δυό Τρελούς Παραγωγούς».

 

Ομοφοβικοί ήταν οι γραφικοί απόστρατοι στρατηγοί, καθώς και η εφημερίδα «Αυριανή», η οποία από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 κατρακυλούσε κυκλοφοριακά όπως της άξιζε.

 

Ακόμα και ο λαϊκισμός –στην πιο ακατέργαστη τουλάχιστον έκφανσή του- έμοιαζε αργά αλλά σταθερά να φθίνει. Ο Μένιος Κουτσόγιωργας του «δεν δικαιούσθε δια να ομιλείτε» είχε πεθάνει ταπεινωμένος στο δικαστήριο. Είχε πληρώσει με την ίδια του τη ζωή την οίησή του. Ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος είχε εξελιχθεί σε μια θεατράλε φιγούρα, που αγόρευε κάθε βράδυ ατέρμονα στο «Κανάλι 29» και γνώριζε τις πιέννες ενός σόουμαν περισσότερο (με προφανείς επιρροές από τον μπάρμπα-Γιώργο του θεάτρου σκιών) παρά ενός πολιτικού.

 

Πού να το φανταστούμε ότι -μια δεκαπενταετία μετά το εμβληματικό 2000- από όλους τους θεσμούς,  οι Έλληνες θα εμπιστεύονται μονάχα την Εκκλησία και τον Στρατό; 

 

___________

Έχω κουραστεί να διαβάζω αναλύσεις επί αναλύσεων για το πότε και πώς ακριβώς στράβωσε το κλήμα, για να το φάει το 2010 ο γάιδαρος της κρατικής χρεοκοπίας και των μνημονίων.

___________

 

Ότι φρικιά, που στις ελεύθερες ώρες τους φοράνε αγκυλωτούς σταυρούς και χαιρετούν ναζιστικά, θα εκλέγονταν βουλευτές και ο παραληρηματικός τους λόγος θα έβρισκε απήχηση σε σημαντική μερίδα της νεολαίας;

 

Πως εν έτει 2014 στο Παγκράτι ένα γκέη ζευγάρι θα προπηλακιζόταν και –το ακόμα πιο ανατριχιαστικό- πολλοί από τους αναγνώστες της είδησης στο διαδίκτυο θα επέχαιραν;

 

Ότι πολιτικοί αναίσχυντα ψεύτες, κόλακες των πιο ταπεινών ενστίκτων και των πιο απλοϊκών ελπίδων του ελληνικού λαού, θα αναδεικνύονταν στους προβεβλημένους αστέρες αντιπολίτευσης και συμπολίτευσης;

 

Πως ακόμα και η καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας –για την οποίαν επάξια καμάρωνε ο καθηγητής Κριαράς- θα κατέληγε στο να διαβάζουν οι νεότεροι τον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό από μετάφραση;

 

Προφανώς κάτι πολύ κακό αναπτυσσόταν κάτω από τη μύτη μας όλα αυτά τα χρόνια. Έχω κουραστεί να διαβάζω αναλύσεις επί αναλύσεων για το πότε και πώς ακριβώς στράβωσε το κλήμα, για να το φάει το 2010 ο γάιδαρος της κρατικής χρεοκοπίας και των μνημονίων.

 

Αυτό που ξέρω είναι ότι συχνά με καταλαμβάνει μια αίσθηση ματαιότητας. Ωθούμαι απ’όσα αντικρίζω στο συμπέρασμα πως ο κατακαημένος τόπος μας φέρει βαριά κατάρα: Να σηκώνει για σύντομα διαστήματα το κεφάλι, να πλάθει όνειρα και έργα τέχνης και αμέσως ύστερα να ξαναβουλιάζει στο βόθρο της μισαλλοδοξίας, του σκοταδισμού, της αέναης πάλης με τους ίδιους και τους ίδιους βρυκόλακες... Και για σανίδα σωτηρίας να γραπώνεται μονίμως από τα περασμένα μεγαλεία. Να παρακολουθεί η ελληνική κοινή γνώμη με κομμένη την ανάσα τις ανασκαφές της Αμφίπολης όχι από επιστημονικό ενδιαφέρον αλλά με την ελπίδα πως θα έρθει στο φως ο τάφος του Μεγαλέξανδρου. Κι αν έρθει, τι θα συμβεί ακριβώς;

 

Άλλοτε πάλι παρηγοριέμαι με τη σκέψη πως η Ιστορία εξελίσσεται όχι ευθύγραμμα αλλά σπειροειδώς. Πως όπως το ελατήριο, έτσι και η Ιστορία διαγράφει μεν κύκλους γύρω από έναν άξονα, τελικά όμως προχωράει μπροστά.

 

Παρηγοριέμαι με τη σκέψη ότι ο χορός των βρυκολάκων που εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια ίσως να αποδειχθεί ο χορός του Ζαλόγγου τους.

 

Γιατί οι «σημερινοί πιτσιρικάδες» της Αρλέτας, εμείς της δεκαετίας του ‘80, είχαμε το κακό να επωάζεται ενώπιον μας και ρεμβάζαμε ανέμελα. Ενώ στους σημερινούς πιτσιρικάδες, του 2014, δεν μένει αν μη τι άλλο περιθώριο να αγνοήσουν τον εχθρό.

 

Ξέρουν πολύ καλά πως έτσι και δεν τον φάνε, θα τους φάει.