Από μικρή η Λένα Κιτσοπούλου μετακομίζει. Πότε Ψυχικό, πότε Ζωγράφου, τώρα πια μένει στο Βύρωνα. Γεννήθηκε το 1971 στην Αθήνα. Μετά από είκοσι χρόνια μπαίνει στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Αφού τελειώνει τη σχολή της συνεργάζεται με τους δασκάλους της Μίμη Κουγιουμτζή και Γιώργο Λαζάνη. Αλλάζει στέγη και εμφανίζεται στο Αμόρε, δουλεύει με τους Λευτέρη Βογιατζή και Βασίλη Παπαβασιλείου. Το 2006 «μετακομίζει» προσωρινά στα γράμματα με τη συλλογή διηγημάτων Νυχτερίδες στις εκδόσεις Κέδρος. Μικρές σκληρές ιστορίες με ήρωες που έχουν ξεπεράσει πολύ, όμως, τα όριά τους. Προκαλεί τους αναγνώστες και τους κριτικούς, αλλά τελικά κερδίζει το 2006 το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του έγκριτου λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω». Αυτό τον καιρό υποδύεται τη Φιλιώ στο 10 του Καραγάτση και έχει στα σκαριά δουλειές και ταξίδια. Γράφει για την τηλεόραση και για το θέατρο και η μερική μοναξιά, που τόσο επιθυμεί, είναι μια ουτοπία μπροστά στη διαρκή αναγνώριση.

Να σε αντιμετωπίσω σαν ηθοποιό ή σαν συγγραφέα;

Τώρα κάνω και τα δύο. Είμαι μπλεγμένη και στα δύο την ίδια στιγμή. Δεν ξέρω τι μπορεί να με κερδίσει. Τώρα μου έτυχε να γράφω για το θέατρο και την τηλεόραση. Κάπως συνδυάζονται αυτά. Όταν γράφω, το παίζω κιόλας, σαν να μιλάω, ώστε να έχει μια ροή.

Από τα δύο όμως δεν νιώθεις ότι αφήνεις κάποιο σε δεύτερη μοίρα;

Είναι καλό να μη γίνονται ταυτόχρονα. Τώρα δηλαδή που κάνω πρόβες και θέλω να γράψω, δυσκολεύομαι. Η συγγραφή, ξέρεις, θέλει να ξυπνάς το πρωί και να μην έχεις τίποτα να κάνεις και μου λείπει αυτό. Δεν γίνεται στις δύο ώρες κενό να κάτσω και να συγκεντρωθώ.

Έγραφες από μικρή;

Ναι. Μια μέρα τα είδε ένας φίλος, τα πήρε, τα διάβασε και γούσταρε και μου είπε «γιατί δεν τα εκδίδεις;» και κάπως έτσι έσκασε. Μέχρι τότε δεν είχα πότε σκεφθεί να τα εκδώσω. Τα διαβάζαμε με πολύ κοντινούς μου ανθρώπους και γελάγαμε, σχολιάζαμε και τέτοια. Έγραφα για μένα και την έβρισκα. Τα έδειχνα σε φίλους και τους έλεγα τι θα γίνει παρακάτω αλλά ποτέ δεν μου είχε μπει η ιδέα για κάτι παραπάνω. Βέβαια, γινόταν συστηματικά αυτό. Ήταν σαν εκτόνωση. Πολλές φορές σώθηκα έτσι. Από καταστάσεις άσχημες, από απώλειες. Το διοχέτευα όλο εκεί. Μετά ένιωθα μια χαρά.

Οι ήρωες στα διηγήματά σου αντιμετωπίζουν τεράστια ζωτικά προβλήματα, αλλά είναι σαν η καθημερινότητα να τους βασανίζει περισσότερο. Έτσι είναι;

Γενικά δεν γνωρίζω τι θέλω να βγάλω πραγματικά. Ξεκινάω και γράφω και μου βγαίνει μια ιστορία. Δεν μπορώ να μιλήσω γι' αυτό που κάνω, πραγματικά. Πολύ δύσκολα. Και νομίζω πως και γι' αυτόν το λόγο το κάνω. Γιατί δεν μπορώ να μιλήσω.

Έχεις τις ίδιες αμφιβολίες και ανασφάλειες με τους ήρωές σου;

Βρίσκομαι συνεχώς σε μια πάλη με τον εαυτό μου. Σε διλήμματα με το τι συμβαίνει στη δική μου φύση. Στην αντίφασή μου. Φυσικά και δεν φτάνω σε τέτοιες ακρότητες όπως οι χαρακτήρες μου. Να σκοτώσω ή να βασανίσω. Αλλά ναι. Τέτοια πράματα, τέτοια βάσανα, συνέχεια τα περνάω. Μπορεί να είναι ένας κακός μου εαυτός που δεν θέλω να μου βγαίνει. Προσπαθώ να χαλιναγωγήσω τα κακά αυτά συναισθήματα με τη γραφή.

Όλοι όμως συμπεριφέρονται όπως ο τύπος στο ανέκδοτο με το γρύλο.

Είναι άνθρωποι που πνίγονται όπως όλοι μας. Απλά τους τραβάω λίγο περισσότερο στα άκρα για να δω τι θα γίνει μετά. Εμείς τι θα μπορούσαμε εν δυνάμει να κάνουμε; Θα είχαμε κάποιο πολιτισμό στις αντιδράσεις μας. Τα συναισθήματα με τα οποία ξεκινάω είναι ολονών μας, απλά οι ήρωές μου φτάνουν στην ακραία πράξη. Ξεπερνάνε το όριο του πολιτισμού και ενοχλούνε τον άλλον.

Κάνουν μια επίθεση δηλαδή στον πολιτισμένο άνθρωπο;

Ε, ναι! Σκοτώνουν, ας πούμε.

Γιατί πρέπει να σκοτώσουν;

Ξέρω ‘γω; Έτσι μου βγαίνει.

Δεν τους λυτρώνεις όμως. Ούτε αυτούς ούτε τον αναγνώστη.

Τι να σου πω. Δεν ξέρω, μπορεί να είμαι έτσι εγώ. Δεν έχω απαντήσεις. Δικαιώνονται, αν θες, με την έννοια ότι κάτι καταλαβαίνουν. Κάτι συνειδητοποιούν.

Από πότε δουλεύεις στο θέατρο;

Ακόμα και όταν ήμουνα στη σχολή στο Θέατρο Τέχνης το ‘91. Ασταμάτητα, δεκαπέντε χρόνια τώρα δουλεύω.

Δεν κουράστηκες;

Μπούχτισα λίγο. Χρειάζομαι μεγάλα κενά. Είναι και θέμα χαρακτήρα. Έχω ανάγκη και τη μοναξιά. Θέλω την ανωνυμία. Να βρεθώ σε ένα μέρος που να μην ξέρω κανέναν. Την ηρεμία. Δεν μπορώ συνέχεια αυτό το «Τι κάνεις; Πού παίζεις; Πού είσαι;». Θέλω να βρω και αυτό το ανθρώπινο πράγμα που είναι απλά να αναπνέεις και να υπάρχεις. Που δεν είσαι τίποτα και δε χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα σε κανέναν.

Ελεύθερο χρόνο έχεις;

Φροντίζω για το χρόνο μου. Δεν είμαι από τους πολύ φανατικούς, που πρέπει να κάνουν ένα σίριαλ, μια ταινία και ένα θέατρο το χρόνο. Μου αρέσει να σταματάω κιόλας. Να περνάω περιόδους ξεκούρασης. Να δω πού βρίσκομαι. Φρόντιζα τα τελευταία χρόνια πάντα το καλοκαίρι να είμαι free. Τέσσερις μήνες πηγαίνω και αράζω στη Σαντορίνη και κάνω άλλα πράγματα. Με κάθε ευκαιρία ταξιδεύω. Πέρσι σταμάτησα τα πάντα και έφυγα για το Βερολίνο και έμεινα εκεί όλο το χειμώνα.

Τώρα δηλαδή πού βρίσκεσαι;

Δεν ξέρω. Τώρα κυλάνε κάποια πράγματα που μου αρέσουνε. Γράφω ένα έργο για το Κεφαλληνίας που θα παίξει η Μαρία Σκουλά. Δηλαδή είναι πράγματα που μου αρέσουνε και βλέποντας. Σκέφτομαι αφού τελειώσουν όλα αυτά να φύγω για έναν χρόνο, να πάω στη Βραζιλία σε ένα residence για συγγραφείς και να οργανωθώ στα γραπτά. Μετά θέλω να πάω και πέντε μήνες στο Βερολίνο. Να φύγω από την Αθήνα για ένα χρόνο, να ταξιδέψω.

Αν λείψεις, όμως, δεν θα πέσουν οι μετοχές σου;

Δεν με απασχολεί. Δεν νομίζω ότι θα χάσω και τίποτα. Αυτό που θέλω το κάνω και έτσι δεν χάνω. Τώρα το να μην είμαι κάπου και να μην ακούγομαι, δεν μ' ενδιαφέρει.

Πάντα κάνεις ό,τι θέλεις ή έχεις πιεστεί μερικές φορές;

Έχω κάνει και δουλειές απλά για να βοηθηθώ. Αλλά πάντα ήταν κοντά μου και όχι κάτι τελείως εκτός. Στα θέατρα που ήθελα να πάω πήγα. Δούλεψα με αυτούς που ήθελα. Δεν έχω παράπονο, νιώθω τυχερή.

Χαρούμενη είσαι;

Είμαι, πως δεν είμαι! Μια χαρά είμαι. Πάντα βρίσκω κάτι να κυνηγήσω, ένα στόχο. Τώρα είναι το ταξίδι στη Βραζιλία. Ανυπομονώ γι' αυτό. Θέλω ακόμα να γράψω, να παίξω, να κάνω μια ωραία ταινία. Θέλω να πάω στη Σαντορίνη και να τραγουδήσω εκεί σε ένα μαγαζί. Θέλω να φτιάξω τα κοσμήματά μου. Έχω πάντα κάτι να περιμένω.

Τώρα τι περιμένεις;

Μια παράσταση στο Παλλάς ενός χορογράφου-σκηνοθέτη που λέγεται Ας Μπουλάγιεφ. Φτιάχνει κάτι πολύ οπτικοακουστικό, τεχνολογικό, με video art μέσα και με τέσσερις performers: τον Ρήγο, τη Στελλάτου, τον Φράγκο και εμένα. Με κείμενα διαφόρων: Μπουκόφσκι, Κάφκα, Λένας Πλάτωνος και άλλων. Έχει ένα ενδιαφέρον γιατί είναι πολύ διαφορετικό. Θα είμαστε live, αλλά ταυτόχρονα θα είναι κάμερες παντού που μας παίρνουν. Παίζεις και με σινεμά και με θέατρο και με ήχο. Μου άρεσαν και οι συνεργάτες και ο Μπουλάγιεφ. Είχα συνεργαστεί και πέρσι μαζί του στο Φεστιβάλ Αθηνών.

Ποια παράσταση χάρηκες πιο πολύ;

Ένα έργο του Γκολντόνι, το Φίλος, όχι αστεία στο Θεσσαλικό Θέατρο, με τον Βασίλη Παπαβασιλείου. Το 'χα χαρεί πολύ γιατί μόλις τον γνώρισα αυτόν τον άνθρωπο με είχε μαγέψει. Είναι πάρα πολύ γοητευτικός και φοβερός θεατρίνος... Θυμάμαι αυτήν τη χαρά που είχα νιώσει τότε. Τρέλα, πάθος και κέφι. Παρασύρθηκα. Βγήκε και ωραία η παράσταση.

Είσαι στην τσίτα;

Ναι. Μου αρέσει να συμβαίνει κάτι. Ν' ανεβαίνει λίγο η αδρεναλίνη. Να χτυπάει η καρδιά. Να μην είναι τα πράγματα σπίτι, δουλειά, σπίτι. Φαντάζομαι όλοι το θέλουν αυτό.

Η Αθήνα είναι στην τσίτα;

Δεν το νιώθω αυτό. Μπορεί να είναι και δικό μου το πρόβλημα. Όταν φεύγω, δεν θέλω να γυρίσω καθόλου. Δεν μου αρέσει καθόλου εδώ πέρα. Με κουράζει. Τη θεωρώ μια πόλη αφιλόξενη. Δύσκολη και απλά σπάει τα νεύρα του ανθρώπου. Κάνω δέκα ώρες να πάω στη δουλειά μου. Δεν μπορώ να οδηγήσω, δεν μπορώ να παρκάρω. Τα μέρη μού φαίνονται κακόγουστα και άσχημα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιο σημείο της πόλης που νιώθω ότι συμβαίνει κάτι. Δεν έχω να πω τίποτα καλό, εκτός του ότι της έχω μια αγάπη επειδή είναι η πόλη που έχω μεγαλώσει.

Τόσο άσχημη πόλη δηλαδή;

Αν κάτι μου αρέσει ακόμα είναι αυτές οι συνοικίες, οι πιο λαϊκές. Ότι υπάρχει ακόμα αυτό.

Από το σπίτι βγαίνεις μόνο για δουλειά;

Όχι, ρε. Βγαίνω, αλλά σαν γέρος. Με λίγους. Με κανένα φίλο, με μεμονωμένα άτομα. Έχω περάσει το στάδιο με τις παρέες και τα στέκια, αλλά τώρα πια δεν μου λέει κάτι αυτό. Με κουράζει.

Δεν τα πίνεις με συναδέλφους;

Δεν ξέρω πια πού είναι αυτά τα μέρη, πού πάνε οι ηθοποιοί. Ούτε και με ενδιαφέρει. Αηδιάζω λίγο.

Αυτή την αποστροφή τη βγάζεις και στους άλλους;

Έχω μια ευγένεια σαν άνθρωπος. Κοίτα, όλα αυτά που λέω δεν είναι ότι είστε όλοι μαλάκες κι εγώ είμαι ωραίος τύπος. Από τον εαυτό μου πηγάζει. Εγώ έχω το πρόβλημα, δεν μου φταίνε οι άλλοι σε τίποτα. Δεν λέω σε κανέναν «χέσε με, πώς είσαι έτσι;». Απλά μπορεί να αποφεύγω κάποια στιγμή να πολυβγαίνω. Κάνω το κουμάντο μου μόνη μου. Δεν νομίζω να γίνομαι αρνητική με κανέναν. Δεν έχω λόγο.

Είχες δυσκολίες με την οικογένειά σου;

Όχι, δεν είχα προβλήματα. Είχα την τύχη να είναι ανοικτοί. Την οφείλω σε αυτούς μια ελευθερία, το να μην έχω τόσα κρατήματα. Μπορώ να φύγω και να μη δω τη μάνα μου για δύο χρόνια. Πάντα με σπρώχνανε να κάνουμε ταξίδια. Δεν είναι το σύνηθες, όμως, αυτό. Βλέπω ακόμα να χτίζουνε τα τριώροφα για να μείνουνε όλοι μαζί. Είναι στο DNA.

Ως άνθρωπος των τεχνών και των γραμμάτων θεωρείς ότι μπορείς να συμβάλεις στην αλλαγή αυτής της νοοτροπίας;

Όχι. Μόνο σε προσωπικό επίπεδο. Δεν το 'χω στο μυαλό μου. Σε όλα αυτά τα πράγματα, αν είσαι πάρα πολύ ειλικρινής με τον εαυτό σου, κάποιον μπορείς να σημαδέψεις αλλά δεν το 'χω σαν αυτόν... Άνθρωποι διαβάσανε το βιβλίο μου, άλλοι το πετάξανε. Ήταν ειλικρινείς όμως μαζί μου και χάρηκα μ' αυτό.

Είσαι απλός άνθρωπος;

Ναι, είμαι. Θα άφηνα τη ματαιοδοξία και το ναρκισσισμό του επαγγέλματος για ένα μπακάλικο. Το ονειρεύομαι. Δε ξέρω κατά πόσο μπορώ. Με τρώει ότι συνεχώς πρέπει κάτι να κάνω. Μπορεί να το πετύχω.