Ο Μάνος Βουράκης κατάφερε κάτι πολύ δύσκολο για πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα: το πρώτο του βιβλίο Φάδερ Ημών πούλησε 12.000 αντίτυπα χωρίς ούτε μια παρουσίαση από «σοβαρούς κριτικούς» ή ιδιαίτερη διαφήμιση - μόνο χάρη στη «στόμα με στόμα» διαφήμιση. Δημοσιογράφος με θητεία στα περιοδικά και αρχισυντάκτης στο χορευτικό σόου του Μέγκα So you think you can dance, ο Μάνος Βουράκης έγραψε ένα σατιρικό μυθιστόρημα με γλώσσα απλή και έξυπνη. Στο βιβλίο του ο γιος του Θεού και μικρός αδερφός του Χριστού, ο πανέξυπνος, άνετος, και πανέμορφος Τζες κατεβαίνει στη Γη για να κάνει τη Δευτέρα Παρουσία. Παρέα με δώδεκα πανέμορφες μαθήτριες (ανάμεσά τους μια οδηγός ταξί, η διευθύντρια μόδας της ιταλικής «Vogue» και ένας γκέι μακιγιέρ), ο Τζες ξεκινά με ορμητήριο το ξενοδοχείο Ritz να κάνει το χριστιανισμό «το ισχυρότερο θρησκευτικό brand name παγκοσμίως».

Πώς ξεκίνησες να γράψεις αυτό το βιβλίο;
Ήξερα πάντοτε πως θα καταλήξω στα βιβλία - ήταν κάτι που κάποια στιγμή θα συνέβαινε. Ήταν μια ιδέα που την είχα 5-6 χρόνια και έλεγα: «Τι ωραία που θα 'ταν να έγραφα αυτό το βιβλίο».

Πώς συμβιβάζεται η δουλειά σου ως αρχισυντάκτη του So you think you can dance με τη συγγραφή ενός βιβλίου;
Όταν έγραψα το βιβλίο δεν έκανα τίποτα άλλο για ένα χρόνο. Μάζεψα το ποσό που αντιστοιχούσε σε ένα χρόνο, κλείστηκα σπίτι μου κι έγραψα το βιβλίο. Νομίζω πως ανά δύο χρόνια αυτό θα κάνω: θα σταματάω και επί ένα χρόνο θα ασχολούμαι μόνο με το βιβλίο.

Γιατί διάλεξες να γράψεις ένα χιουμοριστικό βιβλίο για τη Δευτέρα Παρουσία; Έχεις μεγαλώσει με ιδιαίτερη χριστιανική παιδεία;
Όχι, είχα μια κλασική ελληνική μεσοαστική ανατροφή. Είχα τη χριστιανική παιδεία που έχουμε όλοι μας. Από μικρός έκανα παράξενες ερωτήσεις στη γιαγιά μου, δηλαδή «παίρνει διαζύγιο ο Θεός;» και τέτοια. Πάντα είχα μια χιουμοριστική προσέγγιση και κάποια στιγμή βγήκε αυτό το πράγμα: αναρωτήθηκα πώς θα μπορούσαν να είχαν πάει τα πράγματα στη Δευτέρα Παρουσία αν ήταν δώδεκα μαθήτριες αντί για μαθητές; Το θέμα ήταν οι μαθήτριες - πώς μπορούν δώδεκα σούπερ γκόμενες να παίξουν ρόλο στο Χριστιανισμό... Μετά μπήκε μέσα το θέμα της Δευτέρας Παρουσίας.

Το βιβλίο σου θυμίζει αρκετά Ντάγκλας Άνταμς και Τομ Ρόμπινς.
Μου το λένε πολύ συχνά. Κι όμως την περίοδο που διάβαζα Ντάγκλας Άνταμς και Τομ Ρόμπινς την πέρασα στα 18 με 23, μια δεκαπενταετία πριν. Αλλά και με τους πιο στενούς μου φίλους το χιούμορ μας ήταν κάπως έτσι, λίγο ιδιότυπο και λίγο λογοτεχνίζον. Έτσι μιλάω, έτσι σκέφτομαι, έτσι έγραψα.

Πρόσεξα πως και η θεματολογία αλλά και η γλώσσα του βιβλίου δεν θυμίζουν σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.
Ξέρεις τι δεν μου άρεσε ποτέ στους Έλληνες συγγραφείς; Νιώθω πως στο παρελθόν η ματιά τους ήταν πολύ ελληνοκεντρική - δεν είναι κακό αυτό, βγήκαν και τρομερά έργα με αυτή τη λογική, αλλά είναι κάτι που το είχα βαρεθεί. Η μητέρα μου ήταν δασκάλα, έχω διαβάσει άπειρη Διδώ Σωτηρίου, όλο αυτό το μεταπολεμικό λογοτεχνικό σύνδρομο που έχει να κάνει με εμφυλίους, με τη δικτατορία -μια «επική ελληνική λογοτεχνία»- με πράγματα και ιδέες μεγάλες και σεβαστές που παρ' όλα αυτά περιορίζουν - δεν σ' αφήνουν να δεις πέρα από την Ελλάδα.

Γιατί πιστεύεις πως το βιβλίο σου πούλησε τόσο πολύ; 12.000 αντίτυπα είναι πολλά για πρώτο βιβλίο Έλληνα συγγραφέα.
Δεν ξέρω, ρε γαμώτο! Όταν το έγραφα ήμουν σίγουρος πως αυτό το βιβλίο δεν θα πουλούσε πάνω από 2.000 αντίτυπα, γιατί εδώ και χρόνια δεν βλέπω βιβλία τέτοιου τύπου να κυκλοφορούν. Είναι τόσο περίεργο και ιδιαίτερο και το χιούμορ και ο τρόπος γραφής του, που για την πλειοψηφία του αναγνωστικού κοινού είναι και ξένο και εκνευριστικό. Νόμιζα πως έγραφα κάτι εντελώς ασυνήθιστο για τα δεδομένα του ελληνικού κοινού - ήταν έκπληξη για μένα το ότι πούλησε όσο πούλησε, όπως και το γεγονός ότι το βιβλίο εκδόθηκε από την Ωκεανίδα, που είναι ένας οίκος με πιο συντηρητικό προφίλ. Το στυλ μου είναι αυθόρμητο, χωρίς τρομερές λογοτεχνικο-αναρχοαυτόνομες ιδέες που έχουν να κάνουν με τα πάγια ερωτήματα θανάτου και έρωτα - είναι κάτι πιο light.

Μου έκανε εντύπωση το namedropping - η συνεχής αναφορά σε ονόματα όπως Armani, Cartier, Vogue, i-pod, American Express.
Προσπαθούσα να διακωμωδήσω το νεοελληνικό namedropping. Tο lifestyle του νεοέλληνα τα τελευταία 15-20 χρόνια αποτελεί το έσχατο ιδανικό του ως έθνους. Νομίζω πως έχουμε φτάσει σε μια αμερικανοποιημένη κατάσταση αχαλίνωτης κατανάλωσης. Πάντα ως λαός είχαμε ένα ιδεολογικό υπόβαθρο - αυτό τα τελευταία 15 χρόνια νομίζω έχει μειωθεί. Εξάλλου το βιβλίο μου βγάζει ένα ξερατό προς όλο αυτό το lifestyle και τη χλιδή που δέχονται όλοι αδιαμαρτύρητα.

Δεν φοβάσαι μην πέσεις στην παγίδα του lifestyle την ώρα που προσπαθείς να το διακωμωδήσεις;
Να γίνει το γράψιμο μου lifestyle εννοείς; Πιστεύεις πως είναι ένα lifestyle βιβλίο;

Όχι, απλά αν έχεις μια αναφορά όπου ο Θεός χορεύει το «Όλα καλά» του Σάκη Ρουβά, είναι εύκολο να θεωρήσει κανείς πως αυτό θυμίζει lifestyle, κυρίως όσον αφορά τη θεματολογία.
Μα ούτως ή άλλως το βιβλίο έχει μια δημοσιογραφική ματιά, δεν είναι 100% λογοτεχνικό, το αναγνωρίζω αυτό. Βγάζει κάτι ιδιάζον, δείχνει και τις καταβολές μου.

Κάπου διάβασα για το βιβλίο σου το χαρακτηρισμό «βλάσφημο». Το θεωρείς βλάσφημο;
Είναι σαν να βγει ο πρωθυπουργός στη Βουλή να πει ένα ανέκδοτο και μετά να βγούνε να του πούνε πως διακωμωδεί την πολιτική ζωή... Δεν είναι βλάσφημο, εκτός και αν το να ασχοληθείς με το θρησκευτικό μανάτζμεντ ή να βάλεις την Εκκλησία να λειτουργεί ως πολυεθνική επιχείρηση θεωρείται βλάσφημο. Είναι μια χιουμοριστική προσέγγιση των πραγμάτων.