ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ Παιδείας εδώ και χρόνια έχει μετακομίσει στο Μαρούσι. Δίπλα στο The Mall, σε ένα γκρίζο τερατούργημα που, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων φιλοξενούσε τους δημοσιογράφους. Όσο δύσκολο είναι να φτάσεις στο υπουργείο, άλλο τόσο δύσκολο είναι να βρεις το γραφείο της υπουργού. Ευτυχώς, εμφανίζεται ένας καλός κύριος που με καθοδηγεί. «Πώς σας φαίνεται το νέο, σύγχρονο κτίριο;», τον ρωτάω. «Δεν βολεύει καθόλου», μου απαντάει και παγώνω. «Δεν έχει σκίαστρα και το καλοκαίρι πρέπει να έχουμε το air-condition στο φουλ. Όπως καταλαβαίνεις, σπαταλιέται πολλή ενέργεια». Είμαστε ένα τρομερό έθνος με τρομερά μυαλά κι αυτό φαίνεται από το ότι κατασκευάσαμε ένα κτίριο που θα το χρησιμοποιούσαν Αύγουστο στην Αθήνα και δεν προβλέφθηκε καθόλου το θέμα της ζέστης. Το μετα-ολυμπιακό στοίχημα είχε χαθεί από τις μακέτες. Σε κάθε αλλαγή κυβέρνησης ή ανασχηματισμό γίνεται πολύς δημοσιογραφικός ντόρος με τα γραφεία των θηλυκών της κυβερνήσεως. Κουρτίνες, καναπέδες και σεμεδάκια σχημάτιζαν κατά καιρούς υπέρογκους λογαριασμούς. Αν μπείτε στο γραφείο της κυρίας Διαμαντοπούλου, θα καταλάβετε το γιατί. Με το μάτι φαίνεται πως είναι μεγαλύτερο και από τον αγωνιστικό χώρο ενός γηπέδου μπάσκετ. Από την πόρτα μέχρι να σφίξω το χέρι της υπουργού περπάτησα ένα λεπτό. «Λένε πως όταν ένα γραφείο έχει αυτή την αισθητική, αυτό δηλώνει κάτι και για την ηθική του μέλλοντος», με προλαβαίνει, τη στιγμή που μου απαριθμεί από μόνη της τους επτά καναπέδες και μου εξομολογείται πως η ανακαίνιση χρειαζόταν 70.000 ευρώ. «Λεφτά που δεν υπήρχαν». Η ηθική του παρελθόντος έχει τις επιπτώσεις της και στα γραφεία των υπουργών.

«ΝΑ ΠΩ ΠΟΛΛΑ ή δεν θα μπορείς μετά να τα απομαγνητοφωνήσεις;». Μου απευθύνεται με έναν τόνο σχεδόν μητρικό, αφού πρώτα κάθεται απέναντί μου σταυροπόδι. Είναι μια παλιά καραβάνα της πολιτικής, αν και πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα. Το 1985, σε ηλικία μόλις 26 ετών, διορίζεται από τον Ανδρέα Παπανδρέου στη θέση του Νομάρχη Καστοριάς. «Mία κοπελίτσα 26 χρόνων, οδηγώντας ένα γαλάζιο Deux Chevaux, πάρκαρε μπροστά στο κτίριο της Νομαρχίας Καστοριάς...», γράφει στο προσωπικό της site. Στις εκλογές του 1993 κατεβαίνει υποψήφια βουλευτής Κοζάνης. Δεν τα καταφέρνει και διορίζεται πρόεδρος του ΕΟΜΜΕΧ. Ο θάνατος του Ανδρέα Παπανδρέου και η επικράτηση του Κώστα Σημίτη στις εκλογές του 1996 τη φέρνουν στη Βουλή ως βουλευτή του Νομού Κοζάνης. Ορκίζεται υφυπουργός Ανάπτυξης και μετά από τρία χρόνια μετακομίζει στις Βρυξέλλες ως επίτροπος Απασχόλησης. Ο αέρας του νέου ενιαίου νομίσματος και οι καινούργιες συνθήκες φέρνουν μια πλασματική οικονομική ευφορία στις τάξεις της Ε.Ε. Η μακροχρόνια ανεργία μειώνεται και η Ευρώπη ζει την οικονομική της άνοιξη. Την περίοδο εκείνη η Ελλάδα βιώνει από τη μία τη φούσκα του Χρηματιστηρίου και από την άλλη τον οργασμό της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πελαγοδρομεί, αλλά η Διαμαντοπούλου δεν «καίγεται» γιατί δεν συμμετέχει στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, αλλά σε διάφορα ευρωπαϊκά φόρα και αρθρογραφεί χρησιμοποιώντας ως όπλο την «ευρωπαϊκή αντικειμενικότητα». Μάλιστα, η δυναμική της Ευρώπης τής ανοίγει τις πόρτες της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ, που από πολλούς θεωρείται το think tank που κυβερνά τον πλανήτη. Μόνο μια φορά απασχολεί έντονα την ελληνική πραγματικότητα, όταν το 2001 δηλώνει πως η χώρα μας «πρέπει να ορίσει ως δεύτερη γλώσσα τα αγγλικά». Σήμερα, μου λέει πως «αυτό που είχα πει τότε είναι ότι πρέπει να τελειώνει κανείς το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα έχοντας άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας». Το 2004 επιστρατεύεται για τις εκλογές από τον Γιώργο Παπανδρέου ως εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ. Το 2007 κατεβαίνει πρώτη φορά στην Α' Αθηνών και εκλέγεται πανηγυρικά. Το ίδιο συμβαίνει και στις εκλογές του 2009, που το ΠΑΣΟΚ επανέρχεται στην εξουσία και η Άννα Διαμαντοπούλου γίνεται για πρώτη φορά υπουργός στο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων.

ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΛΗΠΤO και από τα παραπάνω πως η Άννα Διαμαντοπούλου δεν είναι νέα στην πολιτική. Τα πολιτικά ρεπορτάζ την κατατάσσουν στα παλαιά στελέχη που ασκούν επιρροή σε αυτό που λέμε «βαθύ και παλαιό» ΠΑΣΟΚ. Μετά από τη συνάντησή μας, όμως, μου φαίνεται πως ανήκει στο κίνημα των «Reborn Greek Politicians», κατά τους «Αναγεννημένους Χριστιανούς». Είναι οι πολιτικοί που εξαγνίστηκαν με την αυτοκριτική και μετά το Καστελόριζο προχωρούν σε μια σειρά από διαπιστώσεις και όχι ευθύνες. Μια από αυτές αφορούν τον λαϊκισμό. «Σπείραμε λαϊκισμό. Πολύ περισσότερο από όσο άντεχε η χώρα και όλοι μας. Θερίζουμε τώρα τους καρπούς ενός αριστεροδεξιού ανέξοδου λαϊκισμού που χάιδευε αυτιά και οι πολίτες τον αντάμειβαν». Στο «τις πταίει» αρνείται να μου απαντήσει. «Όταν δίνεις μια συνέντευξη, δεν μπορείς να έχεις απαντήσεις σε όλα. Με απασχολεί κι εμένα. Θεωρώ πως είναι πάρα πολύ μεγάλο θέμα που δεν τιμωρήθηκε κανείς. Αυτός ο θεσμικός λαβύρινθος που φτιάξαμε, που έφτιαξε το πολιτικό σύστημα για να προστατεύεται, ας το πούμε έτσι, δεν δημιουργήθηκε τυχαία. Κάθε υπουργός έχει μεγάλες ευθύνες και κά- πως έπρεπε να προστατεύεται. Αλλιώς, δεν θα προχώραγε τίποτα. Η αλήθεια είναι πως φτάσαμε στο άλλο άκρο». Και κάπως έτσι φτάνουμε στο άβατο του Συντάγματος. «Για να αλλάξει ο νόμος περί ευθύνης υπουργών πρέπει να αλλάξει το Σύνταγμα». Η κοινή γνώμη που περιμένει κάποιον ή κάποιους να τιμωρηθούν πρέπει να κάνει υπομονή. Η δυσθυμία και η επιθετικότητα που έχει παρατηρηθεί από κοινωνικές ομάδες εναντίον των πολιτικών δεν την τρομάζει ως υπουργό, αλλά της έχει αλλάξει τις συνήθειές της ως νοικοκυράς. «Το σπίτι μου είναι απέναντι από ένα σούπερ μάρκετ. Χρόνια πήγαινα και ψώνιζα. Τώρα δεν πάω, γιατί για να ψωνίσω δέκα πράγματα κάνω δύο ώρες και πρέπει να συζητήσω ό,τι περνάει από το μυαλό σου. Αυτό πια με ξεπερνάει, γιατί είναι τεράστια τα προβλήματα του κόσμου». Τεράστια είναι τα προβλήματα και του υπουργείου. Από την αρχή της χρονιάς η κ. Διαμαντοπούλου έχει να αντιμετωπίσει τις σοβαρές ελλείψεις σε διδακτικό προσωπικό, σε βιβλία, την κόντρα για τα κονδύλια για την έρευνα και τη χρηματοδότηση του ΙΚΥ, τη συζήτηση για το άσυλο και φυσικά τους ενδοιασμούς και τις αντιρρήσεις για τη δική της μεταρρύθμιση. Όπως κάθε υπουργός Παιδείας, έτσι και αυτή θέλει να μπει στον κύκλο των (χαμένων;) μεταρρυθμίσεων. Το όραμά της για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι το φινλανδικό μοντέλο (τα σχολεία αποκτούν ανεξαρτησία στον τρόπο διδασκαλίας) που επί χρόνια κατατάσσεται πρώτο στη λίστα με τους περισσότερους μαθητές με αριστεία.

ΟΙ ΦΙΝΛΑΝΔΟI έκαναν τριάντα χρόνια να φτάσουν σε αυτό το σημείο. «Εδώ είναι Ελλάδα», μου λένε οι επικριτές μου. Πιστεύω πως στη χώρα μας, για να δούμε αν θα δικαιωθεί το έργο ενός υπουργού, πρέπει να περάσουν δεκαπέντε χρόνια». Όπως και η ίδια δεν άφησε τη μεταρρύθμιση των προηγούμενων να ευδοκιμήσει, η στατιστική και τα μέτωπα που έχουν ανοίξει πιθανότατα να προοιωνίζονται την ίδια κατάληξη και για τον δικό της νόμο-πλαίσιο. Ο νόμος για τα πανεπιστήμια κινείται στα αγγλοσαξονικά πρότυπα, που τα θέλουν περισσότερο ανοικτά στην αγορά παρά στην κοινωνία. Δεν θίγεται ανοικτά ο δημόσιος χαρακτήρας τους. Η χρηματοδότηση θα είναι κρατική, κοινοτική και από ιδιωτικά κεφάλαια και θα εξαρτάται από το έργο που παράγει το κάθε ίδρυμα. «Εννοείται πως θα γίνουν συνενώσεις, συγχωνεύσεις και κλείσιμο, βεβαίως, όπου χρειαστεί. Πρέπει να εξυπηρετούνται το δημόσιο συμφέρον και ο φοιτητής. Όχι οι καθηγητές που διδάσκουν και οι τοπικές κοινωνίες». Το διδακτικό προσωπικό των πανεπιστημίων και ιδιαίτερα οι πρυτάνεις έχουν ήδη σηκώσει μπαϊράκι στο άκουσμα των σκέψεων της υπουργού για τη νέα αυτοδιοίκηση των πανεπιστημίων και την επιβολή ενός συμβουλίου εξωπανεπιστημιακών. Η υπουργός από τη μία πιστεύει πως «ο ρόλος του συμβουλίου είναι να ελέγχει. Πρέπει να υπάρχουν θεσμικά αντίβαρα. Να υπάρχουν ελεγκτές και ελεγχόμενοι». Οι πρυτάνεις μιλάνε για τεχνοκράτες μάνατζερ.

ΤΟΝ ΔΗΜOΣΙΟ χαρακτήρα, τους αιώνιους φοιτητές, τον μάνατζερ και το άσυλο η υπουργός τα θεωρεί φετίχ της ελληνικής κοινωνίας. Για άλλους αποτελούν τους βασικούς πυλώνες της δημόσιας εκπαίδευσης. Το άσυλο, μετά τα γεγονότα με τους μετανάστες της Νομικής, επανήλθε δυναμικά στη συζήτηση. Όχι ως ένα ζήτημα της πανεπιστημιακής κοινότητας, αλλά της ελληνικής κοινωνίας. Η κ. Διαμαντοπούλου είπε ανεύθυνα από το βήμα της Βουλής πως «εκείνα τα βράδια κάποιοι ήθελαν να κάνουν την Αθήνα Κάιρο. Υπήρχε σχέδιο να κάψουν την πόλη». Σήμερα συμπληρώνει πως «όλη αυτή η κίνηση είχε πρωταγωνιστές που ζουν στην ελληνική κοινωνία και ξέρουν τα δεδομένα της χώρας. Φέρνοντας το θέμα των μεταναστών μέσα στη Νομική Σχολή, στο κέντρο της Αθήνας, με τον τρόπο που το έκαναν, θα δημιουργούσαν τις εκρήξεις που ευτυχώς αποφύγαμε». Η αποφυγή επεισοδίων, όμως, έγινε με τη χρησιμοποίηση όλου του δυναμικού της ελληνικής αστυνομίας, κάτι που δείχνει πως μόνο με την καταστολή η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να λύσει το πρόβλημα της Αθήνας. «Περιμένετε πρώτα τη δέσμη μέτρων που θα ανακοινωθούν στις 15/03», μου αντιτείνει. Θεωρεί ότι η συζήτηση για το άσυλο δεν έχει κανένα νόημα. «Τις προάλλες μπήκαν στη Νομική κάποιοι φοιτητές κατά τη διάρκεια των εξετάσεων και πήραν τις κόλλες και τις έσκισαν. Δηλαδή, αν δεν υπήρχε άσυλο, τι θα έκανε ο καθηγητής; Θα έπαιρνε την αστυνομία τηλέφωνο και θα έλεγε "ελάτε να πιάσετε τους φοιτητές";».

ΕΞΑΓΓEΛΛΕΙ ΤΗΝ ΚAΡΤΑ των μελών ΔΕΠ, που με αυτή θα τους επιτρέπεται η είσοδος στα πανεπιστήμια, και τη δημιουργία πανεπιστημιακής ασφάλειας που θα επεμβαίνει όταν γίνονται φθορές στο κτίριο. «Πατάς την κάρτα σου και μπαίνεις, άρα θα γίνεται έλεγχος. Μετά υπάρχει και ο εσωτερικός κανονισμός του πανεπιστημίου. Όποιος δεν τον σέβεται, θα έχει κυρώσεις». Της επαναλαμβάνω την άποψη πολλών καθηγητών και φοιτητών που υποστηρίζουν πως η βίαιη συμπεριφορά έχει απομονωθεί στο εσωτερικό των σχολών. Διαφωνεί και μου θυμίζει πως λίγες μέρες πριν κάηκε μια αίθουσα στη Νομική Αθηνών και δεν δόθηκε η απαιτούμενη προσοχή. «Απορώ πώς έχουν εθιστεί τόσο και δεν το έκαναν μεγάλη είδηση». Συνολικά, η μεταρρύθμιση δεν έχει μόνο αρνητικά ή επίφοβα χαρακτηριστικά. Η χρησιμοποίηση της τεχνολογίας και η αξιοποίηση του διαδικτύου (ατομικό φροντιστήριο από e-καθηγητή), τα νέα κονδύλια που θα αποδεσμευθούν για την έρευνα και το προπαρασκευαστικό έτος στις σχολές συγκαταλέγονται στα θετικά. Δεν δίνει απαντήσεις όσον αφορά την ελληνική νοοτροπία. Κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν. Από τον υπουργό μέχρι τον τελευταίο μαθητή. Η εκπαίδευση βασίζεται αποκλειστικά στο κοινωνικό status που επιθυμεί ο γονιός για το παιδί. Εκεί έγκειται και το ελληνικό φαινόμενο της παραπαιδείας. Ακόμα και η ίδια η υπουργός, που ευαγγελίζεται τόσα, παραδέχεται πως τα τελευταία δύο χρόνια πιέζει τον γιο της να ακολουθήσει το επάγγελμά της και πως όταν ήταν στις Βρυξέλλες, από όλα τα τμήματα του Ευρωπαϊκού Σχολείου, μόνο στο ελληνικό γίνονταν ιδιαίτερα. Όπου υπάρχουν Έλληνες είναι και Ελλάδα.