Ο Αλέξανδρος Νεχαμάς είναι κορυφαίος καθηγητής Φιλοσοφίας, Ανθρωπιστικών Επιστημών και Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον των Ηνωμένων Πολιτειών. Γεννημένος το 1946 στην Αθήνα, σε ηλικία μόλις 18 ετών αναχώρησε για τις ΗΠΑ προκειμένου να σπουδάσει χρηματοοικονομικά. Απόφοιτος του Κολεγίου Αθηνών και με περίπλοκη καταγωγή, αφού η μητέρα του ήταν χριστιανή ορθόδοξη και ο πατέρας του Εβραίος ισπανικής υπηκοότητας, ο οποίος βαφτίστηκε καθολικός πριν από τον πόλεμο.


Η καριέρα του είναι γεμάτη πολυάριθμες διακρίσεις, βραβεύσεις και έναν σημαντικό αριθμό βιβλίων, πολλά από τα οποία είναι πολυμεταφρασμένα. Πρόσφατα επισκέφθηκε την Ελλάδα, αφού εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της Ιστορίας της Φιλοσοφίας.

 

Όταν τον ρωτώ τι σημαίνει για εκείνον η εκλογή του, μου απαντά ότι «ακόμη δεν είναι επίσημη γιατί έχουν προκύψει κάποιες αντιδράσεις. Πάντως, πρόκειται για μεγάλη τιμή και ευθύνη και έναν ακόμα λόγο για να έρχομαι συχνότερα στην Αθήνα και στην Ελλάδα».

 

Οτιδήποτε βρίσκω ωραίο, δηλαδή οτιδήποτε αγαπώ, μου δίνει την αίσθηση ότι δεν το έχω ακόμα εξαντλήσει, ότι κρύβει μέσα του ομορφιές που δεν έχω ακόμα δει, που θα μπορέσω να τις συνειδητοποιήσω αν εξακολουθήσω την επαφή μου μαζί του. Αυτές οι ομορφιές θα κάνουν τη ζωή και των δυο μας καλύτερη, όταν τις βρούμε. Αυτή είναι η υπόσχεση του ωραίου, μια υπόσχεση που όμως δεν τηρείται πάντοτε...


Στην αρχή της κουβέντας μας συζητάμε για την άνοδο του λαϊκισμού σε Ευρώπη και Αμερική αλλά και για την εκλογή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Ο ίδιος σημειώνει ότι «ο λαϊκισμός είναι μια έννοια μονολιθική: όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εχθρός μας». Το φιλοσοφικό έργο και τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, στη φιλοσοφία της τέχνης και στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία (κυρίως στη σκέψη του Νίτσε).

 
Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλήσαμε για το επίπεδο της εκπαίδευσης στη χώρα μας, το αν η Ελλάδα είναι μια συντηρητική χώρα, πώς τα social media έχουν επηρεάσει τις ανθρώπινες σχέσεις, τη χρησιμότητα της φιλοσοφίας, τη δύναμη της φιλίας και τον ορισμό της ευτυχίας.

 

— Σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε; Τι θυμάστε περισσότερο από τα παιδικά σας χρόνια;

Μεγάλωσα στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο κέντρο, αλλά ήμουν οικότροφος στο Κολέγιο Αθηνών για δέκα χρόνια. Θυμάμαι, για παράδειγμα, τη σημασία που έδινε στη σχολική δουλειά αλλά και τις αμέτρητες ώρες που παίζαμε ποδόσφαιρο καθώς και την εβδομαδιαία «άδεια» να πάμε σπίτι τα Σαββατοκύριακα, δικαίωμα που μπορούσες να χάσεις, αν παρέβαινες ορισμένους από τους κανονισμούς του σχολείου.

 

Παραμένει πολύ ζωντανή στον νου μου η αντίθεση που αισθανόμουν μεταξύ των ακαδημαϊκών επιτευγμάτων και της κοινωνικής επιτυχίας, θέμα που με είχε απασχολήσει πολύ. Αλλά σκέφτομαι ακόμα τις έντονες συζητήσεις σε διάφορα καφενεία, ιδιαίτερα στου Μπόκολα –αναρωτιέμαι, το θυμάται πια κανείς;‒ που άρχιζαν τις μεσημεριανές ώρες και μπορεί να διαρκούσαν μέχρι μετά τα μεσάνυχτα.

 

 

Οι αναμνήσεις αυτές είναι ακόμα πιο ζωντανές γιατί πολλοί από τους συμμαθητές μου έχουν διατηρήσει στενές σχέσεις, έχουν συνεχή επαφή και συχνές συναντήσεις και πάντοτε καλωσορίζουν όλους εμάς που ζούμε στο εξωτερικό, όταν ερχόμαστε στην Ελλάδα.

 

— Ποιες επιρροές έχετε διατηρήσει από τους γονείς σας;

Οι γονείς μου ήταν πολυταξιδεμένοι και πολύγλωσσοι και από νωρίς μου μετέδωσαν την ιδέα ότι χρειάζεται να ξέρει κανείς πολλά για τους άλλους ‒άτομα, έθιμα, κοινωνίες‒ για να μάθει κάτι για τον εαυτό του.

 

Με ενθάρρυναν, λοιπόν, να ταξιδέψω. Και με υποστήριξαν σε ό,τι προσπάθησα να κατορθώσω, αν και ποτέ δεν ήταν βέβαιοι τι ακριβώς κάνει ένας φιλόσοφος! Επίσης, μου μετέδωσαν την αγάπη τους για τις τέχνες, οι οποίες έχουν αποτελέσει κεντρικό στοιχείο στη ζωή μου.


— Πώς ανακαλύπτουμε τον δρόμο μας στη ζωή;

Εδώ δεν υπάρχει μια γενική απάντηση. Άλλοι ξεκινούν με λεπτομερή σχέδια, άλλοι χωρίς να ξέρουν καλά-καλά τι κάνουν. Κάπως έτσι κι εγώ. Επίσημα, είχα ένα σχέδιο, να γίνω εφοπλιστής. Καταλαβαίνω, φυσικά, πόσο αστείο πρέπει να ακούγεται κάτι τέτοιο. Απέτυχα, όμως, παταγωδώς και σήμερα είμαι φιλόσοφος.


Και ρωτώ: ήταν το πρώτο σχέδιο πράγματι σχέδιο ή απλώς κούφια λόγια; Και ήταν η αλλαγή πράγματι αποτυχία; Ή μήπως είναι καλύτερο να μη σχεδιάζουμε και τόσο πολύ;

 

Αλ. Νεχαμάς: «Η "ελληνική πραγματικότητα" χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για να μην κάνουμε τίποτα»
Θεωρώ ότι καθένας μας αφήνει κάποιο αποτύπωμα. Το θέμα είναι αν το αποτύπωμα είναι αρκετά σημαντικό ώστε να παραμείνει στη μνήμη του κόσμου. Στο κάτω-κάτω, ζει κανείς όσο κάποιος τον θυμάται.

 

— Τι χρειάζεται σήμερα η Ελλάδα για να αλλάξει σελίδα; Ποιο θεωρείτε το πιο σημαντικό πρόβλημα στην χώρα μας και πώς κρίνετε το επίπεδο της εκπαίδευσης;

Χωρίς καμία αμφιβολία, αυτό που πρώτιστα έχει ανάγκη η χώρα και το πιο σημαντικό μας πρόβλημα είναι η εκπαίδευση, το επίπεδο της οποίας θα έπρεπε να είναι πολύ ανώτερο του σημερινού. Αναφέρομαι όχι μόνο στην εκπαίδευση αλλά και στην παιδεία, οι οποίες, πιστεύω, δεν πρέπει να διαχωρίζονται.


Για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ξέρω ό,τι διαβάζω. Για την τριτοβάθμια έχω άμεση γνώση. Και το βρίσκω καταπληκτικό που τα ελληνικά πανεπιστήμια παράγουν ακόμα, σε ορισμένους τομείς τουλάχιστον, έργο σπουδαίο και διεθνούς εμβέλειας. Καταπληκτικό, γιατί οι συνθήκες υπό τις οποίες εργάζονται τόσοι πολλοί από τους καθηγητές στα πανεπιστήμιά μας είναι κυριολεκτικά απάνθρωπες.


Πάρτε, από τη μια πλευρά, την απόλυτα ανεπαρκή χρηματοδότησή τους, η οποία φαίνεται να βασίζεται στην ιδέα ότι η εκπαίδευση είναι τρέχον έξοδο και όχι η πιο σοβαρή ίσως και μακροχρόνια επένδυση που μπορεί να κάνει μια χώρα ‒ κι αυτό ισχύει για όλες τις βαθμίδες.

 

Σκεφτείτε ότι το υπουργείο Παιδείας εμπλέκεται συνεχώς σε θέματα καθαρά ακαδημαϊκά, όπως ο αριθμός των εισακτέων σε κάθε σχολή και η αναδιοργάνωση των ιδρυμάτων, των σχολών και των τμημάτων.

 

Κοιτάξτε την αισχρή κατάσταση των κτιριακών εγκαταστάσεων: γκραφίτι, σκουπίδια, σπασμένα θρανία, διακίνηση και χρήση ναρκωτικών μέσα στο campus των πανεπιστημίων μας. Θυμηθείτε πόσοι καθηγητές έχουν προπηλακιστεί, πόσοι έχουν δαρθεί, πόσων τα γραφεία καταστράφηκαν από διάφορες ομάδες.


Τέλος, τι να πει κανείς για το λεγόμενο «ακαδημαϊκό άσυλο», που, αντί να υποστηρίζει την ελευθερία του λόγου και της σκέψης, χρησιμεύει ως καταφύγιο αυτών ακριβώς που την αρνούνται!


Φυσικά, πρέπει να είμαστε περήφανοι για το έργο που, παρ' όλα ταύτα, παράγεται. Αλλά, σοβαρά, δεν ντρεπόμαστε να περηφανευόμαστε όταν τα καλύτερά μας ιδρύματα δεν περιλαμβάνονται ούτε μεταξύ των πεντακοσίων πρώτων σε πολλές αξιολογήσεις;


— Πιστεύετε ότι είμαστε μια συντηρητική χώρα;

Ναι, γενικά το πιστεύω, ιδιαίτερα όταν σχεδόν σε κάθε πρόταση για κάποια ανανέωση έρχομαι αντιμέτωπος με την «ελληνική πραγματικότητα», η οποία χρησιμοποιείται συνέχεια ως δικαιολογία για να μην κάνουμε τίποτα.


Σε τι αναφέρεται αυτή η «πραγματικότητα»; Στη «φύση» του Έλληνα; Όχι, γιατί τέτοια φύση δεν υπάρχει. Σε κάτι που δεν μπορεί ποτέ ν' αλλάξει; Όχι, γιατί «ελληνική πραγματικότητα» δεν είναι τίποτε άλλο απ' ό,τι έχουμε συνηθίσει εδώ και μια-δυο γενιές, ίσως και λιγότερο. Αναφέρεται απλώς σε κοινωνικές πρακτικές και παραδόσεις, οι οποίες κάλλιστα μπορούν και πολλές φορές πρέπει ν' αλλάξουν ριζικά.


Αλλά προτιμάμε να κρυβόμαστε πίσω από αυτό το σύνθημα για να διαιωνίσουμε την επικρατούσα κατάσταση, η οποία, απλώς επειδή την έχουμε συνηθίσει, νομίζουμε ότι είναι η μόνη που μας συμφέρει.


— Έχετε πει ότι στόχος «της διδασκαλίας σας είναι να κάνετε τους φοιτητές σας να αισθανθούν άβολα για τη ζωή και τον κόσμο τους». Θα θέλατε να μας το εξηγήσετε;

Βασικός στόχος της εκπαίδευσης είναι πολύ περισσότερο η δημιουργία καλών πολιτών παρά καλών επαγγελματιών, αν και το ένα δεν αποκλείει αναγκαία το άλλο. Ένας καλός πολίτης πρέπει να είναι πάντοτε έτοιμος να αναγνωρίσει τα αναπόφευκτα ελαττώματα του κάθε πολιτικού και κοινωνικού συστήματος και να σκεφτεί πώς θα τα αντικαταστήσει.

 

Χωρίς να γίνεται κανείς απόλυτος αρνητής, πρέπει να μπορεί να τηρεί μια κριτική στάση απέναντι στην επικρατούσα κατάσταση και να σχηματίζει έναν ανεξάρτητο τρόπο σκέψης. Αυτό γίνεται μόνο αν αισθανθεί κανείς άβολα ως ένα σημείο στο άμεσο περιβάλλον του. Κι αυτή την κριτική στάση πρέπει να καλλιεργεί κάθε δάσκαλος.

 
— Κατά πόσο έχουν επηρεάσει τις ανθρώπινες σχέσεις τα social media;

Αναμφισβήτητα, πολύ. Αλλά αμφιβάλλω αν βρισκόμαστε στα πρόθυρα μιας απύθμενης παρακμής, όπως πολλοί πιστεύουν. Οι μεγάλες τεχνολογικές αλλαγές συνεπάγονται κινδύνους αλλά και μεγάλες ευκαιρίες. Παρ' όλα ταύτα, είναι εύκολο να πιστέψει κανείς, βασιζόμενος στην επικρατούσα κατάσταση, ότι μόνο κακό κάνουν και η απαισιοδοξία αυτή δεν εξουδετερώνεται ‒το αντίθετο‒ από την υπερβολική αισιοδοξία των φανατικών τους υποστηρικτών.


Πάρτε ως παράδειγμα τη μείωση των ποσοστών της ανάγνωσης, για την οποία τόσα παράπονα ακούμε σήμερα. Όταν, όμως, η ανάγνωση έπαψε να είναι ίδιον μόνο των αριστοκρατικών τάξεων και της Εκκλησίας, θεωρήθηκε μεγάλο κακό. Η ανάγνωση μυθιστορημάτων, που, υποτίθεται, τόσο μας λείπει σήμερα, όταν άρχισε να εξαπλώνεται αντιμετωπίστηκε τόσο εχθρικά που χαρακτηριζόταν με τους ίδιους όρους με τους οποίους σήμερα περιγράφουμε την εξάρτηση από τα ναρκωτικά!


— Γιατί πολλοί άνθρωποι δεν καταφέρνουν να αφήσουν το αποτύπωμά τους στη ζωή;

Θεωρώ ότι καθένας μας αφήνει κάποιο αποτύπωμα. Το θέμα είναι αν το αποτύπωμα είναι αρκετά σημαντικό ώστε να παραμείνει στη μνήμη του κόσμου. Στο κάτω-κάτω, ζει κανείς όσο κάποιος τον θυμάται. Αλλά, όπως και σε όλες τις επιμέρους δραστηριότητες, το ίδιο ισχύει και στη ζωή γενικά: δεν μπορούν όλοι να είναι ό,τι ήταν ο Αϊνστάιν για τη φυσική, ο Προυστ για τη λογοτεχνία, ο Καβάφης για την ποίηση, ο Ναπολέων για τη στρατηγική ή ο Πελέ για το ποδόσφαιρο.

 

Έχουμε ανάγκη την υποστήριξη της κοινωνίας εν γένει, αλλά έχουμε ανάγκη και από πιο στενές, προσωπικές σχέσεις. Όχι για τους λόγους που ακούμε συνήθως, ότι οι φίλοι μας δίνουν το «παρών» όταν τους χρειαζόμαστε ή ότι μοιραζόμαστε τα μυστικά μας μαζί τους ή ότι βλέπουμε σ' αυτούς, σαν ένα είδος καθρέφτη, τον εαυτό μας, αλλά κυρίως γιατί οι φίλοι μας είναι κλειδιά για το τι γινόμαστε στη ζωή και για το πώς αλλάζουμε καθώς ζούμε. Η φιλία είναι ένας από τους πιο σημαντικούς «μηχανισμούς» της δημιουργίας του εαυτού.


— Η φιλοσοφία γιατί είναι χρήσιμη στον άνθρωπο;

Δεν πιστεύω ότι η φιλοσοφία, με τη στενή της έννοια, είναι χρήσιμη στον κάθε άνθρωπο. Πολλά από τα προβλήματα και τα ερωτήματά μας είναι περίπλοκα και αφηρημένα, αν και ελπίζω μερικά να έχουν πιο άμεσες επιπτώσεις στη ζωή μας. Με μια πιο ευρεία έννοια, που εκφράζεται από το σωκρατικό «ο ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπῳ», ως αυτογνωσία, νομίζω ότι σε έναν ιδεώδη κόσμο θα ήταν πράγματι απαραίτητη.


Δυστυχώς, όμως, δεν ζούμε σε έναν ιδεώδη κόσμο και ένα μεγάλο, ίσως το μέγιστο μέρος της ανθρωπότητας αντιμετωπίζει πολύ πιο άμεσα προβλήματα, τα οποία δεν αφήνουν χώρο για μια φιλοσοφική αντιμετώπιση της ζωής. Γι' αυτή την αντιμετώπιση, όπως λέει ο Αριστοτέλης, απαιτείται «σχόλη», δηλαδή άνεση και ελεύθερος χρόνος.


Αν η φιλοσοφία μπορούσε να συμβάλει κάπως στη λύση αυτών των προβλημάτων, τότε θα ήταν χρήσιμη για τον άνθρωπο, όχι όμως για τον κάθε άνθρωπο.

 

— Ποια είναι η γνώμη σας για την Αθήνα; Τι σας αρέσει και τις σας εκνευρίζει;

Τα σκυλιά της Αθήνας: η προσοχή και η αγάπη που τους δείχνει γενικά ο κόσμος και η άνεση με την οποία κυκλοφορούν είναι όλα δείγμα βαθιάς και κάπως απροσδόκητης ανθρωπιάς.


Η πόλη έχει ζωντανέψει αυτή την εποχή, αλλά παραμένει βρόμικη, θορυβώδης, γεμάτη άσχημα κτίρια, γκραφίτι και σπασμένα μάρμαρα, και πολλοί, πάρα πολλοί από τους κατοίκους της ζουν άσχημα και χωρίς ελπίδα.


— Γιατί είναι σημαντική η φιλία για τον άνθρωπο;

Κατά τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος είναι «ζώον πολιτικόν», το οποίο σημαίνει ότι έχουμε ανάγκη τους άλλους. Έχουμε ανάγκη την υποστήριξη της κοινωνίας εν γένει, αλλά έχουμε ανάγκη και από πιο στενές, προσωπικές σχέσεις. Όχι για τους λόγους που ακούμε συνήθως, ότι οι φίλοι μας δίνουν το «παρών» όταν τους χρειαζόμαστε ή ότι μοιραζόμαστε τα μυστικά μας μαζί τους ή ότι βλέπουμε σ' αυτούς, σαν ένα είδος καθρέφτη, τον εαυτό μας, αλλά κυρίως γιατί οι φίλοι μας είναι κλειδιά για το τι γινόμαστε στη ζωή και για το πώς αλλάζουμε καθώς ζούμε. Η φιλία είναι ένας από τους πιο σημαντικούς «μηχανισμούς» της δημιουργίας του εαυτού.


— Το «ωραίο» είναι μια υπόσχεση ευτυχίας;

Έτσι τουλάχιστον το σκέφτεται ο Σταντάλ και συμφωνώ μαζί του. Οτιδήποτε βρίσκω ωραίο, δηλαδή οτιδήποτε αγαπώ, μου δίνει την αίσθηση ότι δεν το έχω ακόμα εξαντλήσει, ότι κρύβει μέσα του ομορφιές που δεν έχω ακόμα δει, που θα μπορέσω να τις συνειδητοποιήσω αν εξακολουθήσω την επαφή μου μαζί του. Αυτές οι ομορφιές θα κάνουν τη ζωή και των δυο μας καλύτερη, όταν τις βρούμε. Αυτή είναι η υπόσχεση του ωραίου, μια υπόσχεση που όμως δεν τηρείται πάντοτε...


— Ευτυχία τι θα πει;

Εδώ θα επανέλθω στο τέλος του βιβλίου μου για το ωραίο. Όπως για τον Σωκράτη η αναζήτηση της αρετής είναι η ίδια η αρετή, έτσι και για μένα η υπόσχεση της ευτυχίας, αυτή και μόνο, αποτελεί την ευτυχία. Ευτυχία και ελπίδα πάνε μαζί.