Άρχισα να γράφω κάτι για τις τελευταίες πολιτικές πιρουέτες στη χώρα μας όταν το μάτι μου έπεσε σε κάποιες φωτογραφίες από τις γυναίκες της Σαουδικής Αραβίας που τους επιτράπηκε, επιτέλους, η οδήγηση. Η φρίκη συνήθως τραβάει την προσοχή, όχι η χαρά. Προπαντός όχι η χαρά για κάτι τόσο «ασήμαντο», το οποίο, άλλωστε, εμείς το 'χουμε ξεπεράσει δεκαετίες τώρα ή, μάλλον, δεν το είχαμε ποτέ: ξέρουμε μόνο πως κάποτε οι γυναίκες που οδηγούσαν ήταν λίγες. Καμιά σχέση δεν έχει βεβαίως αυτό με ένα σύμπαν ρητών απαγορεύσεων, με τη βία του θεσμοποιημένου αποκλεισμού.


Στέκομαι, παρ' όλα αυτά, στις φωτογραφίες που είδα αλλά και σε κάποια από τα λόγια των γυναικών. «Νιώθω ελεύθερη σαν πουλί» είπε μία τους. Απλή κουβέντα, στα όρια της συγκινητικής και γραφικής αφέλειας για κάποιους από εμάς. Αναλογίζομαι εδώ και κάμποσους διανοούμενους και κοινωνικούς κριτικούς που μοιάζουν ασυγκίνητοι πια από αυτήν την πεζή ελευθερία στη «χαμηλή κλίμακα». Το πολύ-πολύ να πουν ότι οι γυναίκες αυτές ανήκουν στην ελίτ, οπότε η ελευθερία τους είναι πολυτέλεια και δεν αφορά τους άλλους.

 

Η ελευθερία που καταλαβαίνουμε καλύτερα είναι είτε σαφής διεκδίκηση είτε κάποιος μεγαλεπήβολος στόχος και ιδεώδες χειραφέτησης. Ξεχνάει τα πιο ανθρώπινα μέτρα και τον τρόπο με τον οποίο, όπως έλεγε ο Πολ Βαλερί, η ελευθερία σχετίζεται πάντα με την αναπνοή, με την ανάσα. Και με την εισπνοή και με την εκπνοή – να συμμετέχεις, εν τέλει, στον κόσμο, έχοντας όμως και ένα μερτικό απόδρασης.


Μια τέτοια σνομπ πρόσληψη των πραγμάτων μού θυμίζει κάτι κείμενα που τα διαβάζεις και δεν σου μένει τίποτα. Δεν έχουν σάρκα ούτε ύφος και τους λείπει και η παραμικρή εσωτερική θερμοκρασία. Θα 'λεγε κανείς ότι είναι κείμενα που δεν έχουν μάτια για τον έξω κόσμο παρά συνομιλούν μεταξύ τους με έναν κώδικα στεγνής ενδοσυνεννόησης. Στον αντίποδα ορισμένων (σπάνιων πια, αλλά πάντα πολύτιμων) ρεπορτάζ.

 

Παρατηρώ έτσι με ανησυχία και αληθινή ενόχληση πώς αυτή η ελευθερία στα «μικρά πράγματα» κοντεύει να γίνει ένα αόρατο θέμα. Ένα περιφρονημένο αντικείμενο. Είτε γιατί λογαριάζεται αυτονόητη είτε γιατί λέγεται ότι συγκαλύπτει τις άλλες βαρβαρότητες που συνεχίζουν να υπάρχουν. Αυτή όμως η αφ' υψηλού περιφρόνηση έχει ένα κόστος.

 

Αναρωτιέμαι στα σοβαρά αν μπορούμε τελικά να καταλάβουμε τον κόσμο μας κλείνοντας τα μάτια στο πώς χαίρονται οι άνθρωποι. Αν αδιαφορούμε για τα πένθη, τις ματαιοδοξίες, τις εμμονές ή τις προκαταλήψεις τους. Ή αν συνεχίσουμε να πιστεύουμε πως η χαρά της Ιρανής που έβγαλε τη μαντίλα στο Μουντιάλ ή το γέλιο της γυναίκας που ξεπόρτισε για μια «αυτοκινητάδα» στο νυχτερινό Ριάντ είναι ανάξιες προσοχής λεπτομέρειες.

 

Κακά τα ψέματα, ένα σπουδαίο και πάντα υποτιμημένο κεφάλαιο της ελευθερίας αφορά τη χαρά, την ανακούφιση και το αίσθημα απόδρασης. Όλα αυτά που προφανώς τα χειρίζεται εδώ και πολλές δεκαετίες η διαφήμιση και το μάρκετινγκ των τρόπων ζωής.

 

Για διαφόρους ιστορικούς και πολιτικούς λόγους εμείς έχουμε σταθεί περισσότερο στο άλλο κεφάλαιο της ελευθερίας. Στο κεφάλαιο που μιλάει κυρίως για τη θυσία, τη βία και τον θάνατο. Κάνουμε θέμα την ελευθερία μόνο όταν θέλουμε να πούμε ότι οι εχθροί μας, οι εκάστοτε εχθροί μας, την απειλούν. Ή όταν καλούμε (ο καθένας φυσικά με τον τρόπο του) κάποιους να ελευθερωθούν και να αποτινάξουν τα δεσμά τους.

 

Η ελευθερία που καταλαβαίνουμε καλύτερα είναι είτε σαφής διεκδίκηση είτε κάποιος μεγαλεπήβολος στόχος και ιδεώδες χειραφέτησης. Ξεχνάει τα πιο ανθρώπινα μέτρα και τον τρόπο με τον οποίο, όπως έλεγε ο Πολ Βαλερί, η ελευθερία σχετίζεται πάντα με την αναπνοή, με την ανάσα. Και με την εισπνοή και με την εκπνοή – να συμμετέχεις, εν τέλει, στον κόσμο, έχοντας όμως και ένα μερτικό απόδρασης.


Έρχεται έτσι μια φωτογραφία ή ένα βίντεο και διορθώνουν το βλέμμα μας. Μας αποκαλύπτουν το πώς μια αφηρημένη αξία έχει πολλά πρόσωπα και ενσαρκώσεις: πτυχές εμπορικές και μη εμπορικές, πεζές και μεγαλειώδεις, αλαφροΐσκιωτες και μεγαλοφυείς, υλικές και άυλες. Το πώς με άλλα λόγια η ελευθερία περνάει από στιγμιαίες χειρονομίες ή πράξεις που θα γίνουν θεσμοί, κατακτώντας τη διάρκεια.


Η ελευθερία, τελικά, γράφεται με πολλά έψιλον και το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι κανένα από αυτά δεν έχει δικαίωμα να σβήνει τα υπόλοιπα.