Ας υποθέσουμε έναν νέο γεννημένο το 2000 ή το 2001. Οι γονείς του, αν υπολογίζουμε τους μέσους όρους, θα έχουν γεννηθεί εκεί γύρω στο 1970. Μπορεί και το φορτισμένο και πολυσυζητημένο φέτος 1968. Αν οι γονείς αυτοί μεγάλωσαν τις δεκαετίες του '80 και του '90, είναι πολύ πιθανό να μην είχαν κάποια πολιτική ένταξη.

 

Ενδεχομένως να ψήφισαν ένα αριστερό σχήμα στις φοιτητικές εκλογές, να ξέρουν το όνομα Μιχάλης Καλτεζάς (γενιά τους ήταν) που σκοτώθηκε στα Εξάρχεια του 1986, να θυμούνται τις λαοθάλασσες ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας, τον Κοσκωτά και το «Κλικ». Το πιθανότερο είναι φυσικά να υπήρξαν ψηφοφόροι του ιστορικού, μεγάλου δικομματισμού, πολίτες που αποτέλεσαν μέρος του «εθνικού κορμού» των χρόνων της ευημερίας και της κοινωνικής αναρρίχησης.


Αν, λοιπόν, ο γεννηθείς το 2000 δεν έχει γονείς ή κοντινούς συγγενείς φορείς της αριστερής μνήμης, είναι εξαιρετικά πιθανό να μην ξέρει ποιος είναι ο Λαμπράκης. Πόσο μάλλον ο Νικηφορίδης, ο Χαλκίδης, ο Μιχάλης Μυρογιάννης. Από τους εορτασμούς στο σχολείο έχει ίσως ακούσει για τον Παναγούλη και κάπου έχει δει την εικόνα του Μπελογιάννη.

 

Οι νέοι, με άλλα λόγια, δεν είναι όσο μελλοντολάγνοι και μοντέρνοι τους θέλουν οι αφηγήσεις αυτών που θαυμάζουν το ξακουστό MIT και μπορεί να διάβαζαν και το περιοδικό RAM τη δεκαετία του '90.


Δεν είναι, όμως, και ένα κοινό που περιμένει τη θεϊκή επιμόρφωση της αριστεράς, τη συνείδηση που θα τους δείξει τι ακριβώς έκανε ο φασισμός, πώς υπέφερε ο αριστερός κόσμος, ποιους θανάτους αξίζει να τιμούμε και για ποιους να αδιαφορούμε.


Φυσικά, υπάρχει και η πιθανότητα αυτός ο δεκαεφτάχρονος ή δεκαοχτάχρονος να είναι σε κάποιον ριζοσπαστικό χώρο, οπότε μπορεί να έχει μάθει λεπτομέρειες τις οποίες αγνοούν ακόμα και οι γονείς του. Μπορεί να αραδιάζει ονόματα, να ξέρει ποιος είναι ο Ντουρούτι, να γνωρίζει αρχικά οργανώσεων και γεγονότα που ανατρέχουν πολλές δεκαετίες πριν. Αλλά αυτό το τμήμα της γενιάς των νέων είναι πολύ μικρό. Έχει τα σημεία έντασης και τους τόπους της δικής του κοινωνικοποίησης, όμως οι κώδικές του, κληρονομημένοι ή επίκτητοι, δεν αφορούν την πλειονότητα.

 

Ο γονιός, ο γεννημένος το '68 ή το '70, είναι πιθανό να γνωρίζει τον Γρηγόρη Λαμπράκη. Και τη λέξη «παρακράτος». Ακόμα και σε αυτόν όμως που κάπως πρόλαβε να μυρίσει τον αέρα της Μεταπολίτευσης (ειδικά αν έτυχε να είναι παιδί της μεγαλούπολης με τις διαδηλώσεις και τα μεγάλα, κάποτε, πλήθη τους), τα γεγονότα και τα ονόματά τους δεν έχουν συναισθηματική βαρύτητα.

 

Είναι δεύτερης τάξης αναμνήσεις ή εικόνες από κάποιο ντοκιμαντέρ: κάτι σαν τις εικόνες από την εκπομπή «Παρασκήνιο» ή τα αφιερώματα-προσφορές στις κυριακάτικες εφημερίδες. Και αυτές, βέβαια, από χρόνια τις έχει εγκαταλείψει το μεγάλο κοινό, αν και υπάρχει μια μεγάλη δευτερογενής αγορά αφιερωμάτων μνήμης στο Διαδίκτυο.


Περιττό να πούμε, λοιπόν, ότι για έναν δεκαεφτάχρονο γιο ή κόρη το συνολικό πεδίο δεν λέει πολλά πράγματα. Όχι μόνο τα πρωτογενή γεγονότα και ονόματα αλλά και οι αναπαραστάσεις και οι εκλαϊκευμένες αφηγήσεις τους. Το παρελθόν των μεγάλων στιγμών, το μαρτυρολόγιο της αριστεράς ή τα θύματα των άλλων, του «αστικού καθεστώτος», είναι μια φασματική ύπαρξη. Ηχούν σαν αλήθειες ενός κόσμου που δεν είναι ο ίδιος κόσμος με αυτόν όπου κατοικεί ο δεκαεφτάχρονος της εποχής.


Σημαίνει μήπως αυτό πως ο δεκαεφτάχρονος ασχολείται με το μέλλον; Ότι ανταποκρίνεται στο πορτρέτο του καινοτόμου νεαρού, αυτού που τον εμπνέει κυρίως η ιδέα της ατομικής επιτυχίας; Λυπάμαι αν θα απογοητεύσω κάποιους φιλελεύθερους και φουτουριστές των start-ups, όμως κι αυτή η εικόνα μοιάζει ξεχειλωμένη.

 

Παραβλέπει το ότι αν οι περισσότεροι νέοι «δεν έχουν μνήμη», κάπου μέσα τους θα ήθελαν να θυμούνται. Θα ήθελαν να γνωρίζουν τα ονόματα, να τους συγκινούν κάποιες παλιές ιστορίες, να έχουν ένα μερίδιο στους αγώνες κι αυτοί. Να έχουν κάτι από την Ιστορία και να μην ανήκουν απλώς σε ένα διογκωμένο ορφανό παρόν. Το μέλλον, εξάλλου, γι' αυτούς είναι μια απίθανη υπόθεση πια, μια αφηρημένη σκέψη. Το «μέλλον» υπάρχει μέχρι τη διορία της συστατικής επιστολής, μέχρι το τέλος του εξαμήνου, την επόμενη τρίμηνη σύμβαση.

 

Οι νέοι, με άλλα λόγια, δεν είναι όσο μελλοντολάγνοι και μοντέρνοι τους θέλουν οι αφηγήσεις αυτών που θαυμάζουν το ξακουστό MIT και μπορεί να διάβαζαν και το περιοδικό RAM τη δεκαετία του '90.


Δεν είναι, όμως, και ένα κοινό που περιμένει τη θεϊκή επιμόρφωση της αριστεράς, τη συνείδηση που θα τους δείξει τι ακριβώς έκανε ο φασισμός, πώς υπέφερε ο αριστερός κόσμος, ποιους θανάτους αξίζει να τιμούμε και για ποιους να αδιαφορούμε.


Κανένας, με άλλα λόγια, δεν μπορεί να δημιουργήσει τεχνητή πολιτική μνήμη και να την εμφυτεύσει στους σημερινούς. Η αποκοπή και ένας βαθμός αποξένωσης είναι εμπειρίες αναπόδραστες, πέρα από το αν μας λυπεί ή μας πειράζει αυτό το γεγονός.


Από κει και πέρα ανοίγεται ένα δύσκολο καθήκον της μνήμης: ο αγώνας εναντίον της λήθης των μεγάλων δεινών, του ολοκληρωτισμού, των στρατοπέδων και των γενοκτονιών. Αυτός όμως ο αγώνας εναντίον της λήθης δεν είναι το ίδιο με το να μεταφέρουμε τα ιδεολογικά και πολιτικά υλικά του 1960 στο 2018. Δεν είναι το να χρησιμοποιεί κανείς τη λέξη «παρακράτος» για να περιγράψει έναν τύπο με σκισμένα τζιν που πάει να χτυπήσει τον Μπουτάρη.


Το καθήκον της μνήμης χτίζεται καλύτερα εκεί που κάποιος σταματάει να επιδεικνύει τις πληγές των δικών του, τα τραύματα της δικής του «κοινότητας». Όταν αγκαλιάζει τα θύματα χωρίς να ξεχνάει τις διαφορετικές ιστορίες που κουβαλούν. Όταν, κυρίως, δεν φορτώνονται οι ώμοι των δεκαεφτάχρονων με τους αδικαίωτους καημούς και, ακόμα χειρότερο, με τα πονηρά εκλογικά παιχνίδια μας.


Ο Λαμπράκης ζει, ναι. Εκεί όπου αναπνέουν πιο ελεύθερα ακόμα και αυτά τα παιδιά που μπορεί να αγνοούν το όνομά του.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO.