Δεν είναι μόνο ή κυρίως οι φυσικοί δράστες. Δεν είναι μόνο αυτοί που στο αστυνομικό ρεπορτάζ εμφανίζονται εκ των υστέρων ως «ο εικοσάχρονος», «ο τριανταεξάχρονος», ο «με καταγωγή από τη Γεωργία» κ.λπ. Είναι ο πλατύς χώρος των χειροκροτητών τους, των ανθρώπων που φαίνεται να το απολαμβάνουν και συχνά ζητούν περισσότερη βία.

 

Είναι, με άλλα λόγια, η διαμόρφωση ενός φιλοθεάμονος κοινού το οποίο, ό,τι και αν ακούσει, όποιο επιχείρημα και λογικό συλλογισμό, θα επιμένει στη δικαιολόγηση της βίας. Αναζητώντας, με κάθε τρόπο, πιστοποιητικά αθωότητας και φυσικότητας στα λιντσαρίσματα. Προσπαθώντας να απαλύνει τη βία και να την ντύσει με ελαφριά ρούχα, λες και είναι απλώς μια υπερβολή και όχι κάτι πολύ χειρότερο.


Μετά την επίθεση στον Γιάννη Μπουτάρη είδαμε κατακλυσμό από σχόλια που επιδοκιμάζουν. Ακόμα και κάποιοι που παίρνουν διακριτικές αποστάσεις, στην επόμενη παράγραφο ή στο επόμενο στάτους φανερώνουν τη χαρά που αισθάνονται με το πάθημα του «εχθρού».


Είναι, άραγε, απλώς ζήτημα φασισμού και της βαθιάς, εθνικιστικής-λαϊκιστικής δεξιάς στη Θεσσαλονίκη; Μα, με αυτή την περιχαράκωση σε μια συγκεκριμένη πολιτική καταγωγή πολλοί καταφέρνουν να βγουν από πάνω και να αυτοπαρουσιάζονται ως ξένοι προς κάθε φασισμό. Εδώ και χρόνια, άλλωστε, όλοι ή σχεδόν όλοι, πολίτες και πολιτικοί, δηλώνουν δημοκράτες, αντίθετοι στις δικτατορίες, προοδευτικοί.

 

Ελάχιστοι είναι εκείνοι που αποδέχονται πως είναι αντιδημοκράτες, φασίστες ή ρατσιστές. Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι περισσότερο εκτεταμένο και θα ήταν πιο σωστό να μιλάμε για έναν χώρο που λειτουργεί σταθερά και όχι στιγμιαία στη βάση του δίπολου «δικό μας» και «ξένος», φίλος-εχθρός.

 

Και, ναι, αυτό το δίπολο έχει ρίζες στην ακροδεξιά φιλοσοφία του πολέμου. Το φιλοθεάμον κοινό, όμως, το οποίο έχει φτιαχτεί αυτά τα χρόνια ψηφίζει διάφορα κόμματα και αλλάζει συχνά τις πολιτικές του προτιμήσεις. Σε πολλά θέματα είναι «αριστερό», όπως σε άλλα «δεξιό».

Αν δεν καταλάβουμε, λοιπόν, πως πέρα από τους λίγους που κυνηγούν τον Μπουτάρη υπάρχει ένα φιλοθεάμον κοινό των κατά φαντασία κυνηγών, θα τρεφόμαστε από τα εύκολα στερεότυπα: οι πιο αριστεροί θα βλέπουν το φάντασμα του Γκοτζαμάνη και του αρχαίου παρακράτους, οι άλλοι θα βλέπουν τον μικροαστισμό της αγανάκτησης, κάποιοι τρίτοι θα αρκούνται στο σχήμα περί παραπλανημένων «πατριωτών».

 

Μια συνετή ανάρτηση για ένα θέμα μπορεί να ακολουθείται από ένα εγκώμιο του ξυλοδαρμού και ύστερα να συνεχίζει με βρισιές για τον Έλληνα (ζώο απελέκητο) και συγχρόνως με ύμνους για τον Ελληνισμό (ανώτερη θεότητα). Πώς μπορεί, λοιπόν, να βγάλει κανείς άκρη απ' αυτό το όργιο αντιφάσεων που έχουν ως μόνη συγκολλητική ουσία τον εκθειασμό της βίας;


Γι' αυτό ακριβώς δεν μου φαίνεται πειστική η αναφορά στην παραδοσιακή εθνικοφροσύνη ή στους «γκοτζαμάνηδες» του δεξιού παρακράτους της δεκαετίας του '60.

 

Η εκδοχή ότι υπάρχει μια συνέχεια στην εθνικιστική ακροδεξιά από τις εποχές του αντικομμουνισμού (μετεμφυλιακή εποχή) έως σήμερα παραβλέπει τα τελευταία χρόνια και τις αλλαγές στην κουλτούρα της πόλης (αναφέρομαι στη Θεσσαλονίκη).

 

Πώς να παραβλέψει κανείς τις διαδρομές του αθλητικού οπαδισμού, τον ρόλο των σωματείων και των γυμναστηρίων, τις δημογραφικές μεταβολές μετά το 1990 με την έλευση Γεωργιανών και άλλων από τις καυκάσιες περιοχές, το σμίξιμο της παραβατικότητας και μιας ορισμένης «μάτσο» ιδεολογίας με αιχμή τον τσαμπουκά; Και πώς να αφήσουμε απέξω μια ορισμένη τηλεόραση της κατήχησης στην υστερική συνωμοσιολογία και των κηρυγμάτων φόβου και παράνοιας;

 

Διαφορετικές εμπειρίες, ηλικιακές γενιές και κώδικες ζωής συναντιούνται σε μια μαγικά απλοϊκή σύλληψη της κρίσης: η κρίση, λένε, είναι προϊόν κάποιων «εκεί πάνω» που «ξεπουλάνε την πατρίδα». Η κατηγορία του αντιπατριωτισμού περνάει από τις τράπεζες στα εθνικά θέματα και από κει στα θέματα των ηθών.

 

Ο Μπουτάρης δεν θεωρείται απλώς μειωμένης εθνικής συνείδησης. Είναι, όπως λένε, και αυτός που «άφησε αυτά τα gaypride» να μολύνουν την αρρενωπή αξιοπρέπεια της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας.

 

Αυτά τα λόγια έχουν γίνει αντηχεία της κάθε μέρας, ακούγονται σε αθλητικά ραδιόφωνα και καταστήματα, σε καφενεία και στάσεις λεωφορείων. Αναπνέουμε έτσι μια διάθεση βίας, όπως ανασαίνουμε τις εξατμίσεις από τα ξεχαρβαλωμένα λεωφορεία του ΟΑΣΘ. Η ίδια αίσθηση βρομιάς και οπισθοδρόμησης κυριεύει τις αισθήσεις και γεμίζει θλίψη ένα άλλο κομμάτι της πόλης.


Αν δεν καταλάβουμε, λοιπόν, πως πέρα από τους λίγους που κυνηγούν τον Μπουτάρη υπάρχει ένα φιλοθεάμον κοινό των κατά φαντασία κυνηγών, θα τρεφόμαστε από τα εύκολα στερεότυπα: οι πιο αριστεροί θα βλέπουν το φάντασμα του Γκοτζαμάνη και του αρχαίου παρακράτους, οι άλλοι θα βλέπουν τον μικροαστισμό της αγανάκτησης, κάποιοι τρίτοι θα αρκούνται στο σχήμα περί παραπλανημένων «πατριωτών» (κάτι τέτοια ακούγονται και μέσα στη Νέα Δημοκρατία).


Και όλοι αυτοί που είναι έτοιμοι να πουν «καλά του έκαναν» θα έχουν την ήσυχη συνείδηση πως οι ίδιοι δεν είναι φασίστες. Πολλοί είναι πιθανό να αρνούνται ότι ανήκουν κάπου. Όλο και πιο συχνά μιλούν ως «άτομα» που ένιωσαν προσβολή και θυμό από κάτι που είπε ή έπραξε κάποιος. Τα θραύσματα της βίας πατούν σε μνήμες –εδώ στο ποντιακό–, αλλά κινούνται πλέον σε έναν κόσμο ορφάνιας και άγνοιας.


Ιστορική αμάθεια, πολιτικός πρωτογονισμός και από την άλλη η κολακεία και οι υπερασπιστικές κοινοτοπίες στα social media ενθαρρύνουν τους αυτουργούς. Όλα αυτά όμως επιτρέπουν και σε κάποιους να φαντάζονται πως βρήκαν τον διάβολο αυτοπροσώπως.


Ο Μπουτάρης πληρώνει τώρα αυτήν τη δαιμονοποίηση που αύριο θα βρει άλλον στόχο και άλλη αφορμή. Ας μην έχουμε αυταπάτες.