Από μια άποψη, η ιστορία της νεότερης δημοκρατίας είναι και η ιστορία της υποψίας για την εξουσία. Για τα θεμέλιά της, για τους στόχους της, για τους ανθρώπους της. Η υποψία ως αμφιβολία για επίσημους ισχυρισμούς και διαβεβαιώσεις, για τα ηθικά κίνητρα ή τις διακηρυγμένες αλήθειες του ενός ή του άλλου «ισχυρού».


Τα σκάνδαλα και ειδικά οι υποθέσεις διαφθοράς και χρηματισμού ανασκαλεύουν τη φωτιά αυτής της παλιάς μνήμης. Έρχονται να ξαναθυμίσουν τις πολλές κληρονομιές υποψίας που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας: τη χριστιανική καχυποψία για την αρετή του πλουσίου, τη φιλελεύθερη φοβία για τις κυβερνητικές καταχρήσεις, τις αριστερές υποψίες για τα τεχνάσματα των καπιταλιστών και των υπηρετών τους.


Όμως η υποψία είναι ένα νόμισμα διπλής όψεως. Είναι σίγουρο ότι βοηθάει τη μυθοπλασία και τροφοδοτεί τη σύγχρονη κουλτούρα με διάφορες παραλλαγές. Για παράδειγμα, ας σκεφτούμε μόνο το μοτίβο του «υπεράνω υποψίας» ανθρώπου που αποδεικνύεται στο τέλος σκοτεινός (και μάλλον: ο σκοτεινότερος) και το πόσο αυτό το μοτίβο ανεβάζει την ένταση της απόλαυσης. Απολαμβάνουμε, ας πούμε, το γεγονός πως σε ένα από τα αρτιότερα αμερικανικά σίριαλ της τελευταίας δεκαετίας ένας καρκινοπαθής καθηγητής χημείας ξεδιπλώνεται ως ηγεμονική φιγούρα στην αυτοκρατορία των χημικών ναρκωτικών (στο «Breaking Bad»). Και δεν είναι τυχαίο που τόσο στα πραγματικά χρονικά όσο και στα μυθολογικά της σύγχρονης τρομοκρατίας συναντάμε το ίδιο ακριβώς μοτίβο: τη σκιαγράφηση του υπεράνω υποψίας, καθημερινού και ασήμαντου φαινομενικά ανθρώπου, ο οποίος τελικά κρύβει το μυστικό της ενοχής του. Πού το κρύβει; Πίσω από την αφάνεια και την έλλειψη προσοχής των άλλων για το άτομό του, δηλαδή πίσω από το ανάξιο προσοχής μιας θαμπής μικροαστικής ρουτίνας.

 

Ανεξάρτητα, λοιπόν, από τη Novartis και την όποια συνέχεια αυτής της ιστορίας, ο πιο μεγάλος κίνδυνος είναι ο εθισμός στο σύμπαν της γενικής καχυποψίας. 

Υπάρχει όμως μια αξιοσημείωτη διαφορά. Στην καθημερινότητά μας ξεχωρίζουμε την τραβηγμένη από τα μαλλιά μυθοπλασία από το πιθανό γεγονός. Ξέρουμε ότι είναι μάλλον απίθανο ένας άρρωστος καθηγητής χημείας στα πενήντα του να γίνει ανώτερο στέλεχος σε ένα καρτέλ ναρκωτικών γεμάτο βίαιους δολοφόνους. Ακόμα και αν τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί στη σύγχρονη, πολύπλοκη κοινωνία, βάζουμε κάποια όρια στη φαντασία μας. Γιατί όμως; Μα, για να μπορέσουμε να συνυπάρξουμε με τους άλλους και να ζήσουμε σε αυτή την εποχή που μας έτυχε. Διότι από τη στιγμή που η καχυποψία γίνει η πρώτη μας σχέση με τον κόσμο, η πρωταρχική μας αντίδραση στις απογοητεύσεις και στα σοκ που μας κατακλύζουν καθημερινά πλησιάζουμε κάπου αλλού, στη ζώνη της παράνοιας.

 

Αυτή η παράνοια (χρησιμοποιώ τον όρο αναλογικά και όχι κυριολεκτικά) δεν είναι μια υποψία που αμφιβάλλει για τον έναν ή τον άλλο. Είναι το αντίθετο: προκαταρκτική βεβαιότητα για το ότι κάποιοι είναι ένοχοι. Μάλλον βεβαιότητα πως όλοι είναι αφετηριακά βρόμικοι και κλέφτες, ιδιαίτερα αν έχουν αξιώματα και θέσεις. Σε αυτή την ατμόσφαιρα βυθιζόμαστε συλλογικά όποτε «σκάει» κάποιο σκάνδαλο, κάποια υπόθεση (affaire), όπως την ονομάζουν οι Γάλλοι. Συνωστίζονται ατάκτως ερριμμένες μέσα μας όλες οι κινηματογραφικές σκηνές, οι κατηχήσεις, οι ιδεολογικές μήτρες της καχυποψίας μας. Τα υλικά και η εικονογράφηση αυτών των ημερών κάνουν ήδη τη δουλειά τους: ξυπνούν τη φαντασία και θρέφουν τη βεβαιότητα. Σαμσονάιτ, μεγαλοεπιχειρηματικές πρακτικές, πάκα πολύχρωμων μετρητών, πολύπλοκες παρεμβάσεις τιμολόγησης, εμπλοκή μυστικών υπηρεσιών και «προστατευμένων μαρτύρων». Και, πάνω απ' όλα, τρανταχτά ονόματα και αυτό που κάποτε οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ονόμαζαν «η καρδιά του κράτους».


Πώς να γλιτώσουν από αυτήν τη φαντασμαγορία τα ταπεινά και κάπως παλιομοδίτικα υλικά της σύνεσης; Η νομική απόδειξη, η διάκριση της πολιτικής κρίσης από την ποινική καταδίκη, η κατά περίπτωση προσέγγιση των γεγονότων;


Σε κάθε σκάνδαλο με ανθρώπους της πολιτικής εξουσίας (που πάντα θα είναι οι λιγότερο συμπαθείς) η κοινωνία αποζητάει αίμα. Η αλήθεια έρχεται δεύτερη, πρώτη έρχεται η αντιπάθεια στους ισχυρούς. Ας μην έχουμε αυταπάτες γι' αυτό, η μοντέρνα φαντασία ξεκινάει με τον αποκεφαλισμό του εκάστοτε βασιλιά και κάποιες τακτικές εκκαθαρίσεις πριγκίπων. Γι' αυτό και τα αόριστα «πιθανολογώ» και τα «είναι ευρέως γνωστό» που διαβάζουμε στα φύλλα και χαρτιά αυτής της δικογραφίας κάνουν ήδη πολύ καλά τη δουλειά τους: αν εμείς πιστεύουμε από πριν πως όλοι είναι βουτηγμένοι στη λάσπη, γιατί να καιγόμαστε για τις λεπτομέρειες και την απόδειξη; Πολιτικά, η υπόθεση έχει κερδηθεί από το μεγάλο κόμμα της υποψίας.


Ανεξάρτητα, λοιπόν, από τη Novartis και την όποια συνέχεια αυτής της ιστορίας, ο πιο μεγάλος κίνδυνος είναι ο εθισμός στο σύμπαν της γενικής καχυποψίας. Όχι μόνο γιατί κάθε εθισμός παράγει περισσότερη ανελευθερία αλλά επειδή κάθε στρατόπεδο οχυρώνεται στις βεβαιότητες που το ανακουφίζουν.


Στο τέλος, μετράει λιγότερο η αλήθεια των γεγονότων από την καταμέτρηση των πτωμάτων και των διασωθέντων. Και αυτή η καλά κρυμμένη αδιαφορία για την αλήθεια, που είναι ένα άλλο σκάνδαλο, θα περάσει απαρατήρητη.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO