Γράφοντας για θέματα που αγγίζουν την πολιτική, αλλά δεν εξαντλούνται στα «πολιτικά», πέφτω διαρκώς στο πρόβλημα της ταύτισης και της ταυτότητας. Με ποιον, στ' αλήθεια, ταυτίζεσαι, ποιο παιχνίδι παίζεις τελικά, ποια γραμμή ενθαρρύνεις;


Ως έναν βαθμό πρόκειται για κάτι αναπόφευκτο. Σε αυτή την εποχή της κρίσης (δηλαδή στο αιώνιο παρόν της) η δημόσια ζωή είναι σπαρμένη με συμβολικούς «φόνους» και τελετουργικά εξορκισμού. Αφορίζω κάποιον, με αποκηρύσσει κι εκείνος με τη σειρά του κι έπειτα οχυρωνόμαστε ωραία και καλά ο καθένας στο δικό του υποσύνολο, στη δική του περίμετρο συμπαθειών, στη δική του ενθουσιαστική «επικράτεια». Κάπως έτσι λειτουργούν οι αντιθέσεις και ρυθμίζονται τα πάθη − ιδιαίτερα έτσι όπως οξύνθηκαν από τις διαρκείς καχυποψίες στη μικρή ελληνική μας πιάτσα.


Για να το ξαναπώ όμως: τα πάθη και οι υπερβολές τους δεν είναι δείγμα κάποιας παράνοιας που θα μπορούσε να θεραπευτεί με την επικράτηση κάποιων επιφανών ορθολογιστών με ψυχρό αίμα. Αυτή η προσδοκία είναι μια ευγενής, αλλά ανεδαφική φιλοδοξία: η ιδέα ότι με την πειθώ και λίγη καλή θέληση μπορούμε να ξεπεράσουμε τις παρανοήσεις και τις εχθρότητες, για να φτάσουμε, ίσως, σε μια ιδεώδη κατάσταση «αμερόληπτων συνομιλητών». Δεν συμβαίνει έτσι στην καθημερινή μας πράξη. Ούτε στις συνομιλίες μας, ούτε, πολύ περισσότερο, στις σκέψεις και στα συναισθήματά μας.

 

H δημοκρατία δεν προσφέρει γρήγορες και απλές λύσεις στις αντιφάσεις που προκύπτουν σε κάθε βήμα, σε κάθε δημόσιο πρόβλημα. Επειδή μάλλον δεν την αντέχουμε αυτήν τη βραδύτητα, αναζητούμε καθημερινά μια αγέλη να χωθούμε και θηράματα για τη λεία.

 

Κάτι άλλο μου φαίνεται πια πολύτιμο και άξιο υπεράσπισης σήμερα: η ιδέα της σχετικής απόστασης από καθορισμένες γραμμές. Δεν μιλώ για κάποια νεφελώδη ανεξαρτησία από όλες τις πολιτικές ιδέες και παραδόσεις αλλά για το δικαίωμα σε μια πιο σύνθετη θέση. Έχω εδώ κατά νου αυτόν που γράφει δημόσια ως «δημόσιος διανοούμενος». Όποιον, δηλαδή, θέλει να έχει έναν προσανατολισμό, όμως όχι να φοράει αναγκαστικά κομματικό ρούχο. Δεν είναι φυσικά μόνο τα κομματικά ρούχα το σημερινό μας πρόβλημα, αφού ζούμε στην εποχή που η κρίση των κομμάτων έχει κάνει ελκυστικά τα υπερκομματικά και διακομματικά παραδείγματα. Υπάρχουν πολλές άλλες πιέσεις που ασκούνται σε αυτόν που γράφει και που δεν έχουν σχέση με τα κόμματα. Η επαγγελματική συντεχνία, η παρέα, οι φίλοι, οι «κοντινοί», οι πιθανοί σύμμαχοι κ.λπ., όλοι αυτοί διεκδικούν ομόθυμες αντιδράσεις και στοιχισμένες γνώμες. Πολλοί μάλιστα θεωρούν ότι η αλληλεγγύη μαζί τους ταυτίζεται με την απόλυτη συμπόρευση και συμφωνία.


Ως εάν σκοπός αυτού που γράφει να είναι να μη στενοχωρήσει τον έναν, να μην πληγώσει τον άλλον, να μη χάσει τον τρίτο. Λες και ζούμε σε μια μικρή παραδοσιακή κοινότητα με προδιαγραμμένους ρόλους και πρωτόγονους κανόνες υποταγής (άγραφους, φυσικά).


Κάπως έτσι, όμως, καταργείται η άποψη. Η οποία άποψη υποτίθεται ότι είναι ή πρέπει να είναι μια άσκηση ελεύθερης σκέψης. Ελεύθερη σκέψη δεν σημαίνει φυσικά να μην τοποθετείσαι ή να πολιτεύεσαι με εκείνο το βολικό «άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε». Ούτε το να τηρεί κανείς σχολαστικά ίσες αποστάσεις από όλα τα επιχειρήματα, έτσι ώστε να μην τον πιάνουν στο στόμα τους οι εκάστοτε αιμοβόροι που ψάχνουν πιστούς ακολούθους στα social media. Ελεύθερη σκέψη δεν είναι όμως ούτε η ναρκισσιστική αγάπη για την πρόκληση και τη σώνει και καλά εναντίωση στην «πολιτική ορθότητα». Το ότι είμαι, για παράδειγμα, απέναντι, αποδοκιμάζοντας τις τελετουργίες με τα σκηνώματα αγίων και την άθλια παλαιοκομματική ευλάβεια κρατικών αξιωματούχων, δεν θα με κάνει να βρίσω ή να περιγελάσω όσους συγκινούνται από τα προσκυνήματα. Η αντίθεση στο ριζοσπαστικό Ισλάμ ως ιδεολογία με απολυταρχικό πυρήνα δεν με κάνει να κλείνω επιπόλαια το μάτι στα στερεότυπα για τις απειλητικές μάζες της Ανατολής ή στην καχυποψία για τον μέσο μουσουλμάνο.

 
Γι' αυτό έχει νόημα η απόσταση από «πλατφόρμες» ταύτισης. Όχι για λόγους εστέτ ατομικισμού (που στο κάτω-κάτω δεν είναι και αμάρτημα) ούτε και για λόγους αυτοπροστασίας. Απλώς, μόνο έτσι μπορεί κάποιος να διαβάσει τα πράγματα χωρίς το άγχος πως δίνει διαρκώς εξετάσεις σε παρέες και περιβάλλοντα. Ακόμα και αν κανείς παίρνει μια θέση που βρίσκεται, αναπόφευκτα, πιο κοντά στον Α παρά στον Β, δεν είναι υποχρεωμένος να ευχαριστεί πάντα τον Α και να δυσαρεστεί μονίμως τον Β. Υπάρχουν στιγμές που διεκδικεί κανείς την πλήρη ελευθερία ενός συλλογισμού, αδιαφορώντας για το ποιος θα τον εκμεταλλευτεί στους πολέμους της γνώμης. Αλλιώς, είτε πρέπει να σωπάσουμε είτε να ντύσουμε με οπαδικά χρώματα τη δημόσια στάση μας.


Ο Μαρσέλ Γκοσέ λέει πως η δημοκρατία είναι το καθεστώς της βραδύτητας. Εννοεί πως η δημοκρατία δεν προσφέρει γρήγορες και απλές λύσεις στις αντιφάσεις που προκύπτουν σε κάθε βήμα, σε κάθε δημόσιο πρόβλημα. Επειδή μάλλον δεν την αντέχουμε αυτήν τη βραδύτητα, αναζητούμε καθημερινά μια αγέλη να χωθούμε και θηράματα για τη λεία. Ψάχνουμε προσκολλήσεις και εναντιώσεις που υποτίθεται πως ξεκαθαρίζουν το αφόρητα θολό τοπίο. Έτσι όμως ξαναγλιστράμε στην αυταπάτη της ευκολίας. Αυτή την αυταπάτη που φτωχαίνει τη δημοκρατία, μετατρέποντάς την σε συλλογική υστερία.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO