Εκλογή Τραμπ και επίσκεψη Ομπάμα και να που η Αμερική έγινε, για άλλη μια φορά, το θέμα των ημερών. Το διαπιστώσαμε ξανά, η χώρα που στοιχειώνει τη φαντασία των συγχρόνων, εξακολουθεί να γεννάει πάθη. Ακόμα και το 2016, σε έναν κόσμο που διαθέτει πια πολλά κέντρα ισχύος και ασύγκριτη πολυπλοκότητα σε σχέση με τον Ψυχρό Πόλεμο, η Αμερική συνεχίζει να ερεθίζει τους εχθρούς της και συχνά να απελπίζει τους φίλους της.


Έχουν γραφτεί πολλά και ενδιαφέροντα βιβλία για τον αντιαμερικανισμό. Όχι μόνον ή κυρίως για τον ελληνικό αντιαμερικανισμό που τρέφεται από την πολιτική Ιστορία αλλά και για πολλές άλλες πλευρές των αισθημάτων απαξίας για την υπερδύναμη. Ως γνωστόν, η «αμερικανικότητα» ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με μια ελαφριά και υλιστική αντιμετώπιση της ζωής. Η Αμερική ήταν κατά βάση το χρήμα και η δύναμη (money and power). Αυτή η απλοϊκή ιδέα ταξιδεύει πολύ πίσω στον χρόνο, στις πρώτες δεκαετίες ύπαρξης του ομοσπονδιακού κράτους, στα χρόνια του ευρωπαϊκού ρομαντισμού. Ο Ευρωπαίος εστέτ και ένας ρομαντικός λαϊκισμός συναντήθηκαν στην κοινή περιφρόνηση για το έθνος της πεζότητας και της μηχανικής ευθυμίας, για τη χώρα που δόξασε συγχρόνως το άτομο και τις μάζες.


Κάτι παρόμοιο πίστευαν, κατά το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα, πολλοί απλοί άνθρωποι στη χώρα μας και κυρίως ο λαός της ελληνικής αριστεράς και κεντροαριστεράς: παρά τις διαμάχες των στρατοπέδων και την ύπαρξη ενός ατλαντικού, φιλοαμερικανικού ρεύματος (στον αστικό κόσμο), η «αμερικανιά» έγινε συνώνυμο μιας αρνητικής εικόνας. Την ίδια άποψη συμμεριζόταν επίσης και ένας κόσμος της δεξιάς και της παραδοσιακής εθνικοφροσύνης.

 

Αν ο αντιαμερικανισμός, είτε ο πολιτικός είτε ο πολιτισμικός, δεν έχει πλέον νόημα, αν έχει γίνει πια ένα αριστερίστικο και ακροδεξιό κιτς, είναι γιατί σπεύδει να στήσει στον τοίχο μια καρικατούρα της Αμερικής. Διότι συρρικνώνει την πραγματικότητα για να βολέψει μισές αλήθειες και να κρύψει πολλά ψέματα.

 

Θα νόμιζε κανείς ότι η σημερινή κριτικήσε πλευρές της Αμερικής θα στηριζόταν σε πολιτικά κριτήρια και θα αφορούσε συγκεκριμένες πράξεις μιας ηγεσίας ή ενός συστήματος διακυβέρνησης. Φαινομενικά έτσι είναι. Υποθέτουμε ότι οι αντιαμερικανικές εμμονές ξεθύμαναν, αφού γνώρισαν μια τελευταία αναλαμπή την εποχή του Μπους του νεότερου. Στον Ομπάμα, ας πούμε, δεν φορτώνονται μεγάλες στρατιωτικές επεμβάσεις αλλά οι βομβαρδισμοί και τα drones από τη μια ή οι Συμφωνίες Ελεύθερου Εμπορίου απ' την άλλη. Ας μην έχουμε αυταπάτες όμως. Η Αμερική φαίνεται να γεννάει και τώρα μια στερεοτυπική και σχεδόν μεταφυσική εχθρότητα. Πολλοί την αντιμετωπίζουν ακόμα ως τον αποκλειστικό ένοχο για όλα σχεδόν τα παγκόσμια κρίματα. Σαν να μην υπάρχουν στο κάδρο άλλες μεγάλες δυνάμεις, ούτε η Κίνα, ούτε η Ρωσία, ούτε οι αναδυόμενες χώρες. Την ίδια στιγμή την κατηγορούν ως απόγειο της ισοπέδωσης και των ανισοτήτων. Την καταδικάζουν για την επεμβατική αλαζονεία της ή ανακαλύπτουν τον χωριάτικο απομονωτισμό της. Σε αυτήν προβάλλουν το πρωτότυπο του ιμπεριαλιστικού αίσχους αλλά και πολλά άλλα δεινά, όπως η «ιδιωτικοποίηση των πάντων», η λατρεία της βίας και ο τεχνολογικός φετιχισμός.

 

 

Πολλά στερεότυπα, φυσικά, έχουν σχέση με την αλήθεια, στηρίζονται δηλαδή σε πραγματικές εμπειρίες οδύνης και ιστορικά τραύματα. Το αμερικανικό αποτύπωμα στην Ιστορία δεν μπορεί όμως να χωρέσει στις ηθικές κατηγορίες του Καλού και του Κακού. Είναι ένα αποτύπωμα όπου θα συναντήσουμε τον εντονότερο ιδεαλισμό και τον κυνισμό, τη συμπόνια από κοινού με τη σκληρότητα, την επινοητικότητα της ελευθερίας και διάφορους κομφορμισμούς.


Λέγεται συχνά (ειπώθηκε και τώρα με τις εκλογές) για τις δύο Αμερικές, την ανοιχτή και την κλειστή, την εξωστρεφή και την αναδιπλωμένη στις προκαταλήψεις και στους φόβους της. Το σχήμα έχει, αναμφισβήτητα, μια δημοσιογραφική και πολιτική χρησιμότητα. Μάλλον όμως απλουστεύει τα πράγματα. Γιατί η Αμερική, όπως όλα τα μεγάλα και τα μικρά έθνη, είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια «αντίθεση» ή μια «αναμέτρηση» ανάμεσα σε δύο χαρακτήρες, σε δύο κουλτούρες και σε δύο τύπους.


Αν ο αντιαμερικανισμός, είτε ο πολιτικός είτε ο πολιτισμικός, δεν έχει πλέον νόημα, αν έχει γίνει πια ένα αριστερίστικο και ακροδεξιό κιτς, είναι γιατί σπεύδει να στήσει στον τοίχο μια καρικατούρα της Αμερικής. Διότι συρρικνώνει την πραγματικότητα για να βολέψει μισές αλήθειες και να κρύψει πολλά ψέματα. Τρέφεται βουλιμικά από εξαντλημένες εικόνες, παραβλέποντας το γεγονός πως οι πιο αιχμηρές κριτικές στην αμερικανική κοινωνία και πολιτική προήλθαν από το εσωτερικό της «αυτοκρατορίας».


Ο Φρόιντ έλεγε ότι η ανατομία είναι το πεπρωμένο μας. Παραφράζοντας, μπορούμε να πούμε ότι η Αμερική είναι το αντιφατικό πεπρωμένο της νεότερης ελευθερίας. Η ενσάρκωση όλων των αμφιβολιών μιας εποχής κατά την οποία συχνά η ελευθερία, η υλική ευημερία και η βαναυσότητα συγκατοίκησαν στον ίδιο χώρο. Αυτή η σπαραχτική συγκατοίκηση των αντιθέτων εξακολουθεί να βασανίζει τις πολιτικές μας κρίσεις. Και προφανώς δεν θα σταματήσει να μας εκπλήσσει και στο μέλλον.