Ο όρος «αντίδραση» έχει μια μεγάλη ιστορία. Ο μακαρίτης Παναγιώτης Κονδύλης έχει αφιερώσει μερικές ωραίες σελίδες[1], ανιχνεύοντας το ιστορικό του. Μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ο όρος έδειχνε προς την πλευρά εκείνων που, ενώ ο κόσμος άλλαζε αργά προς τη δημοκρατία και τον καπιταλισμό, αναζητούσαν (κάθε λογής) εμπόδια σε αυτή την κίνηση. Φυσικά, στον εικοστό αιώνα και για πολλές δεκαετίες η αντίδραση και τα τέκνα της, οι αντιδραστικοί, έγιναν σχεδόν συνώνυμο του φασίστα στο στάνταρ λεξιλόγιο της Αριστεράς. Για παράδειγμα, τη χρυσή εποχή του σταλινισμού αντιδραστικοί αποκλήθηκαν σχεδόν οι πάντες: το σύνολο του αστικού κόσμου, οι αριστεροί που είχαν διαφωνίες, οι ανένταχτοι ή απολιτίκ λογοτέχνες, οι απλοί συντηρητικοί πολίτες κ.λπ.

 

Και ύστερα ήλθαν οι καιροί της σύγχυσης και της ραγδαίας αποξένωσης από όλα τα παραδοσιακά λεξιλόγια της πολιτικής. Ο μέσος έφηβος και ο φοιτητής τις τελευταίες δεκαετίες ταύτιζε τον αντιδραστικό με τον εξεγερμένο ή απλώς με κάποιον που πάει γυρεύοντας για φασαρίες. Από κύρια ιδιότητα του μουχλιασμένου υπερδεξιού ανθρώπου, η αντίδραση έγινε συνώνυμο της ελευροφροσύνης και της αποκοτιάς. Της πεισμωμένης και ίσως τραγικά αδιέξοδης αντίστασης σε όλους τους κανόνες και τα «πρέπει».

 

Η νέα αντίδραση γίνεται η ορμή κάποιου να δείξει την αηδία του με το κατεστημένο και τους κώδικές του. Είναι διάθεση για αντιλογία και σκανδαλισμό μέσα από την επιπόλαιη και άνετη χρήση ακραίων ιδεών. Ο πειρασμός που νιώθουν πολλοί να συνταχτούν με τον «κακό», όποιος και αν είναι ο κακός της συγκυρίας. Τώρα, ας πούμε, είναι ο Τραμπ και ο κόσμος του. Γι' αυτό και οι αντιδραστικοί της στιγμής μπορεί να είναι με τον Τραμπ ή μάλλον θέλουν να εκνευρίζουν αφάνταστα τους αντι-τραμπ σαν συνήγοροι του διαβόλου.

 

Όλα αυτά ξαφνικά σαν να ανήκουν στο παρελθόν. Και η κομμουνιστική καρικατούρα του αντιδραστικού αλλά και η εφηβική παρερμηνεία για τον αντιδραστικό ως απείθαρχο και εξεγερμένο. Η νέα αντίδραση γίνεται η ορμή κάποιου να δείξει την αηδία του με το κατεστημένο και τους κώδικές του. Είναι διάθεση για αντιλογία και σκανδαλισμό μέσα από την επιπόλαιη και άνετη χρήση ακραίων ιδεών. Ο πειρασμός που νιώθουν πολλοί να συνταχτούν με τον «κακό», όποιος και αν είναι ο κακός της συγκυρίας. Τώρα, ας πούμε, είναι ο Τραμπ και ο κόσμος του. Γι’ αυτό και οι αντιδραστικοί της στιγμής μπορεί να είναι με τον Τραμπ ή μάλλον θέλουν να εκνευρίζουν αφάνταστα τους αντι-τραμπ σαν συνήγοροι του διαβόλου.

 

Θα μπορούσε όλο αυτό να είναι απλώς παλινδρόμηση σε έναν παιδισμό της άρνησης. Ένα, κατά βάση, ανδρικό κοινό που απελευθερώνεται από τις «προοδευτικές-ανθρωπιστικές» νόρμες της εποχής. Το να γίνεσαι αντιδραστικός, το να γίνεσαι δηλαδή ανορθόδοξα σούπερ δεξιός σε έναν κόσμο όπου επικρατεί πάντα μια τυπικά προοδευτική και ουμανιστική γλώσσα, γίνεται η νέα ανατρεπτικότητα: ένας αντικομφορμισμός, έστω και αν τα στοιχεία του είναι εθνικιστικά, αντιφεμινιστικά, αντιφιλελεύθερα.

 

Είναι πια τέτοια η κρίση των μετριοπαθών αστικών λόγων, που το ακραίο στρατολογεί αθρόα και από κάθε δυνατό κοινό. Μόνο που αυτό το ακραίο δεν είναι δομημένο και πολιτικό. Υπάρχει κι αυτό, αλλά είναι περιορισμένο. Εδώ έχουμε να κάνουμε περισσότερο με το διαρκές τρολάρισμα, με την έκσταση της διακωμώδησης και ενός εφηβικού σαχλο-σαδισμού. Και μαζί με αυτό βλέπουμε την επιθυμία να εμφανιστεί κανείς απεχθής στους ιδεατούς εκπροσώπους μιας άνοστης και χλιαρής κανονικότητας.

 

Εδώ νομίζω πως κινούμαστε πλέον. Όχι στη γοητεία που μπορεί να ασκεί ένας πραγματικός τραμπισμός όσο μπροστά στο ξεφώνημα της «γαλαρίας» εναντίον των μαθητών που πιάνουν τις πρώτες σειρές. Αυτή η γαλαρία, όμως, δεν είναι κατ’ ανάγκην εκείνο που φαντασιώνονται κάποιοι αριστεροί και ριζοσπάστες: οι αποκλεισμένοι, οι ριγμένοι και οι «ξεχασμένοι» της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού. Το νέο αντιδραστικό πλήθος δεν εμπνέεται από την παλιά πολιτική γραμματική. Προσκαλεί, αντιθέτως, καθένα, ακόμα και αυτούς που δεν είναι απελπισμένοι, να πάρουν τις πέτρες στα χέρια τους, αρχίζοντας το πετροβόλημα. Το ανάθεμα στον όποιον δημοσιογράφο, πολιτικό ή διανοούμενο θεωρηθεί πως αντιπροσωπεύει τον καταραμένο αστικό ελιτισμό.

 

Με λέξεις σκληρές, με επιδεικτικό μίσος, με πόθο να πληγωθεί ο εχθρός. Το χειρότερο όμως είναι ότι πίσω από αυτή την αντιδραστική σφαίρα, την ευνοημένη και από τη λογική των νέων μέσων, ξεπροβάλλει το κεφάλι της και εκείνη η παλαιά, κλασική αντίδραση: η φασιστική περιφρόνηση στις «γυναικούλες», η νοσταλγία της φυσικής βίας, ο πρωτόγονος εθνικισμός. Ακόμα και η αντιπάθεια στη «διανόηση», η γνωστή και χιλιοπαιγμένη και στα δικά μας μέρη επίθεση στις αυταπάτες του κουλτουριάρη που δεν καταλαβαίνει πως η παγκοσμιοποίηση και ο αστικός φιλελευθερισμός πεθαίνουν.

 

Και αυτό είναι πάντα το ατού των αντιδραστικών, έστω κι αυτού του κόσμου που θέλει τώρα να παίξει το ρόλο του «Κακού». Έχουν το πλεονέκτημα να μη διαθέτουν ενδοιασμούς. Πάνε με το ρεύμα της συγκυρίας, αφού, όπως δήλωσε περιχαρής και ένα από τα ινδάλματά τους, ο Μπέπε Γκρίλο, η «διεθνής πολιτική χρειάζεται ισχυρούς ηγέτες σαν τον Τραμπ και τον Πούτιν».

 

Ψάχνουν τα σημάδια της ισχύος σε έναν κόσμο ματαιώσεων και αθετημένων προσδοκιών. Και όταν αυτή η ισχύς επιβεβαιώνεται χωρίς περιφράσεις, με εβδομήντα πάνω-κάτω λέξεις, όπως έγραψε ο Φίλιπ Ροθ για τον Τραμπ, υπάρχει ένα κοινό που αποθεώνει. Και στην Ελλάδα, που δεν θα αποτελούσε εξαίρεση.

 

Ο κόσμος αλλάζει. Και αν το 1820 η αντίδραση ήταν η απόρριψη των μεταβολών και η νοσταλγία για τα παλαιά καθεστώτα, τώρα είναι η ανενδοίαστη υποστήριξη όλων των «ανατροπών». Ας φοβηθούν οι εχθροί και ό,τι ήθελε προκύψει. Σαν να έμεινε ο κόσμος με την άγρια χαρά της άρνησης, χωρίς να σκέφτεται τις συνέπειες.



[1] Παναγιώτης Κονδύλης, Αντίδραση-Παλινόρθωση, Ίνδικτος, 2001.