Οι επαγγελματίες της γραφής και της άποψης έχουμε μάθει, λίγο-πολύ, να χειριζόμαστε τα σοκ, τις διαψεύσεις και τις ακραίες αντιφάσεις αυτής της εποχής. Έχουμε εξοικειωθεί με τους πολιτικούς κλυδωνισμούς και με τις δόσεις παραλογισμού − όσο και αν σαστίζουμε στιγμιαία με τις συνεχείς ανατροπές δεδομένων.


Μην έχουμε όμως καμία αυταπάτη: αυτή η αμηχανία που δεσπόζει τώρα δεν είναι η ευεργετική ανακάλυψη κάποιων χαμηλών τόνων ή μιας «ηθικής μετά τη βεβαιότητα». Ο αμήχανος του καιρού μας είναι ο τσαλακωμένος και φοβισμένος άνθρωπος που δεν ξέρει πού να πατήσει πλέον για να σταθεί. Η αμηχανία μοιάζει έτσι με σύνδρομο ανορεξίας μετά τον κορεσμό υποσχέσεων, καθώς δεν πιάνουν πια τα διεγερτικά της πρώτης θερμής αγανάκτησης. Είναι περισσότερο έλλειψη καινούργιων ιδεών και το κενό που δημιουργεί μια περίοδος με πολλούς πολιτικούς πάταγους (αριστερούς κυρίως) και φτωχά αποτελέσματα.


Έχω την εντύπωση, πάντως, πως ξεχνάμε ότι αυτή η διασαλευμένη πραγματικότητα είναι τραύμα για τους περισσότερους. Επειδή παρουσιάζει ενδιαφέρον για τους σύγχρονους καλλιτέχνες και για τους θεωρητικούς ή επειδή τρέφει το σχόλιο και γεμίζει συχνά τα κενά της γραφής μας, νομίζουμε πως το ίδιο μπορεί να ισχύει για όλους. Πως όλοι είναι ορθάνοιχτοι στο χάος, λες και μπορεί να ζήσουν με αυτό ή, πολύ περισσότερο, να φωλιάσουν μέσα του.

 

Ο σημερινός αμήχανος είναι περισσότερο πανικόβλητος παρά «ανοιχτός». Ή είναι ανοιχτός ως απλώς εντονότερα ευάλωτος. Έχει πάθει βλάβη και δεν μπορεί να λειτουργήσει. Και έχει γίνει δυσλειτουργικός γιατί μέσα του τον έχει παραλύσει η τεράστια καχυποψία για τους πάντες. Όχι μόνο για το «σύστημα» αλλά και για τους διπλανούς του.


Η ιδέα πως μπορούμε να ζούμε μια χαρά χωρίς κάποιες σταθερές και τάξη είναι μια ελιτίστικη αυταπάτη. Γιατί η ζωή δεν είναι αισθητικό «συμβάν», ούτε κάποιο κείμενο που μπορεί κανείς να το «αποδομεί» κατά το δοκούν και δίχως συνέπειες. Η αποδιαρθρωμένη πραγματικότητα είναι το πιο κοινό concept για τα μικρο-περιβάλλοντα της σύγχρονης τέχνης, αλλά μια πηγή άγχους για τους περισσότερους.

 

Υπάρχει, φυσικά, και η παλιά καλή αμηχανία. Επιβιώνει ακόμα, γιατί τίποτα δεν πεθαίνει οριστικά στις κοινωνίες μας και όλα ανακυκλώνονται και επαναφορτίζονται. Αυτή η αμηχανία ήταν όμως κυρίως η αίσθηση πως τα πράγματα δεν έχουν πάρει ακόμα την οριστική τους μορφή και πως έχεις τις δυνατότητες να παίξεις καθυστέρηση και να αξιοποιήσεις το ασχημάτιστο των καταστάσεων. Αυτή η κατεξοχήν φιλελεύθερη αμηχανία ήταν μια εμπειρία κοντά στη δημιουργική αμφιβολία. Με τη βοήθειά της μπορούσες όμως να αντέξεις κάπως τους τριγμούς γύρω σου (πριν γίνουν κανονικά και απάλευτα ρήγματα όμως).

 
Δεν βρισκόμαστε πια εκεί. Ο σημερινός αμήχανος είναι περισσότερο πανικόβλητος παρά «ανοιχτός». Ή είναι ανοιχτός ως απλώς εντονότερα ευάλωτος. Έχει πάθει βλάβη και δεν μπορεί να λειτουργήσει. Και έχει γίνει δυσλειτουργικός γιατί μέσα του τον έχει παραλύσει η τεράστια καχυποψία για τους πάντες. Όχι μόνο για το «σύστημα» αλλά και για τους διπλανούς του. Ρυθμίζει έτσι όπως-όπως τους θυμούς του στο πληκτρολόγιο, μηρυκάζοντας τα παθήματα της ώρας και της στιγμής.


Η παλιάς κοπής κλασική αμηχανία ήταν επίσης κοντά στη μικροαστική πλήξη για την οποία μας έχουν αφήσει τόσες ωραίες σελίδες οι μυθιστοριογράφοι των μοντέρνων καιρών. Μπορεί να πει κανείς ότι είχε κάποιες προϋποθέσεις: σταθερά εισοδήματα (έστω χαμηλά), «καταπιεστές» δασκάλους και γονείς, βαριά κατήχηση ιδεολογική ή θρησκευτική που δημιουργούσε γύρω από τα άτομα μια πνιγηρή ατμόσφαιρα. Αν κάποιος δεν διανοούνταν να πει «όχι» σε όλα αυτά και να ορθώσει το ανάστημά του, μπορούσε να νιώσει αμήχανος, επινοώντας μια ράθυμη και νωχελική ύπαρξη: είχε δηλαδή την ευχέρεια να καταφύγει σε αυτό που οι τότε κομμουνιστές αποκαλούσαν με περιφρόνηση «μικροαστική αναποφασιστικότητα και μελαγχολία».


Πόσο μακρινή μοιάζει όμως όλη αυτή η ηθογραφία της βεβαιότητας και της ανίας που προκαλούσαν οι πολλές βεβαιότητες, η ρουτίνα και οι τακτικές εξεγέρσεις κατά της ρουτίνας. Η οργάνωση της ζωής με κάποια σχετική ασφάλεια έκανε ωστόσο την αμηχανία πιο παραγωγική και επινοητική. Η οικονομία ήταν απείρως πιο ελλειμματική, αλλά ο μεσοαστός μπορούσε να αναβάλει τις υποχρεώσεις του. Τώρα φαίνεται πως έχει φτάσει η ώρα της αλήθειας που, όπως έλεγε ο Νίτσε, είναι άσχημη όπως κάθε πραγματικότητα που δεν αστειεύεται και τα θέλει όλα δικά της. Εδώ κολυμπάμε τώρα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO