Λέγεται πολύ συχνά ότι η ζωή είναι ένα παιχνίδι αντιστροφών. Από «το ένα άκρο στο άλλο» ή από τον έναν πόλο στον ολότελα αντίθετό του. Έτσι σκέφτονται πολλοί και στις πολιτικές τους κρίσεις με αυτό τον τρόπο προβάλλεται συχνά η γνωστή θεωρία του εκκρεμούς στην πολιτική. Μόνο που αυτή η κίνηση δεν είναι πάντα αλήθεια. Ή μάλλον επιβεβαιώνεται κάτι πιο περίπλοκο από την ταλάντωση μεταξύ δύο άκρων.

 

Να, τώρα ο Zαΐρ Μπολσονάρο, ο πρώην στρατιωτικός και ηγέτης κάποιου «κοινωνικού, φιλελεύθερου κόμματος» στη Βραζιλία (που πιθανόν θα βγει νικητής και στον δεύτερο γύρο των εκλογών), είναι πολύ κοντά στον αμιγή τύπο του ακροδεξιού. Αντιθέτως, τόσο ο Φερνάρντο Χαντάντ όσο και η Ντίλμα Ρούσεφ ή ο Ιγνάσιο Λούλα ντα Σίλβα της άλλης παράταξης δεν μπορούν με τίποτα να χαρακτηριστούν ριζοσπάστες αριστεροί. Ούτε κατά διάνοια ακροαριστεροί. Το Κόμμα Εργατών είχε, βέβαια, ιστορικές αναφορές και κάποιους στο εσωτερικό του με ιδέες ριζοσπαστικές σοσιαλιστικές, όμως δεν κυβέρνησε σαν ένας ακόμα αριστερός λαϊκισμός. Ο Λούλα, όλοι το έλεγαν, δεν ήταν Τσάβες. Πολιτεύτηκε πολύ πιο μετριοπαθώς και προσαρμοστικά προς τις ιδέες/αξίες της παγκοσμιοποίησης και της συμμαχίας με τμήματα των μεσαίων τάξεων αλλά και του επιχειρηματικού κόσμου. Άρα, το άκρο που αναδύεται τώρα με τον Μπολσονάρο δεν «απαντά» στο άλλο άκρο. Δεν είναι δηλαδή το «εύλογο» λύγισμα προς την άλλη κατεύθυνση.

 

Το αυταρχικό φθινόπωρο της Βραζιλίας
Ακούγονται διάφορα δημοσιογραφικά απλουστευτικά για έναν «τροπικό Τραμπ» ή «τροπικό χιτλερίσκο»... Φωτο: EPA/Marcelo Sayao

 

Το σνομπάρισμα για τον νόμο και την ευταξία γίνεται το μεγάλο όπλο δημαγωγίας για τους διαφόρους τυχοδιώκτες της νέας δεξιάς.

 

Η ακροδεξιά δυναμική εξουσίας φαίνεται να μεταφράζει μια ευρύτερη και ίσως βαθύτερη μετατόπιση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Τα κίνητρα γι' αυτές τις μετατοπίσεις είναι συνήθως ποικίλα, υλικά και πολιτισμικά. Συμφέροντα, φόβοι, πόθοι για αντεκδίκηση και υστεροβουλίες. Πολύ πιο απλά, επίσης, μια διάθεση τιμωρίας απέναντι σε πρόσωπα και πολιτικά σύμβολα ενός προηγούμενου συστήματος εξουσίας.


Αυτό που ξεχνάμε συχνά είναι ότι το «κατεστημένο» στις περισσότερες χώρες του κόσμου περιλαμβάνει πια και αριστερούς και φιλελεύθερους και συντηρητικούς. Όλοι όσοι κυβερνούν ή έχουν ασκήσει κοινωνική ή τοπική εξουσία ακόμα και δίχως να αναλάβουν, τυπικά, τη διακυβέρνηση, λογαριάζονται ως ύποπτοι συμμετοχής στις διεφθαρμένες ελίτ.

 

Όταν, ας πούμε, η αριστερά μιας χώρας δεν έχει μεν κυβερνήσει, παρ' όλα αυτά, έχει ασκήσει εξουσίες σε δήμους, πολιτιστικούς θεσμούς, πανεπιστήμια ή συνδικάτα, δεν μπορεί να εμφανίζεται ως «αθώα» και άμαθη κορασίδα. Πόσο μάλλον σε μια χώρα τεράστια, σε μια περιφερειακή δύναμη μεγάλης σημασίας, όπως η Βραζιλία, όπου το Κόμμα Εργατών έγινε τα προηγούμενα χρόνια ένας ισχυρός μηχανισμός νομής της εξουσίας και διανομής πόρων.


Το ερώτημα που αξίζει να τεθεί είναι «γιατί αυτή η αντίδραση να επενδύεται σε έναν ακραίο όπως ο Μπολσονάρο;».

 

Ακούγονται διάφορα δημοσιογραφικά απλουστευτικά για έναν «τροπικό Τραμπ» ή «τροπικό χιτλερίσκο», λες κι έχουμε να κάνουμε με μια διεθνή μόδα που επιβάλλει να στρέφονται οι λαοί σε αυτές ακριβώς τις οριακές φυσιογνωμίες. Ενδεχομένως όμως ισχύει κάτι πολύ πιο απλό και βεβαίως πιο ανησυχαστικό: τα νεο-φασιστικά και ακροδεξιά είδωλα υπόσχονται έξοδο από την ατομική αδυναμία και ανάκτηση της συλλογικής πολιτικής ισχύος. Είναι η γνωστή επιθυμία για τον «λοχία» που μπορεί να βάλει κάποια τάξη στο χάος. Με μια μεγάλη διαφορά από το παρελθόν: αυτό το χάος και αυτή η κρίση εξουσίας δεν είναι πλέον δικαιολογία ή φτηνό πρόσχημα κάποιων πραξικοπηματιών (όπως την εποχή του '60 και του '70) αλλά πραγματικό δεδομένο και βιωμένη εμπειρία.

 

Το αυταρχικό φθινόπωρο της Βραζιλίας
Η νέα ακροδεξιά είναι αντι-οικολογική, ομοφοβική και αντιφεμινιστική.

 
Σε όλα τα ρεπορτάζ και τα άρθρα για τη Βραζιλία συναντάς την ίδια φράση από πολίτες: «Να μπορούμε να κυκλοφορούμε στο δρόμο». Η ασφάλεια. Η ασφάλεια με την πρωταρχική, σχεδόν στοιχειώδη σημασία της διασφάλισης από τη ληστεία, τον βίαιο θάνατο, τον βιασμό κ.λπ. Ο «λοχίας» (Μπολσονάρο) πάει, λοιπόν, να ενσαρκώσει αυτή την πρωταρχική αίσθηση ασφάλειας, ενσωματώνοντας στον λόγο του και κάποια από τα κοινωνικά και οικονομικά αιτήματα, λ.χ. τον αγώνα εναντίον της ανεργίας ή το θέμα του μισθού.

 

Για λόγους σχετικούς με τη νοοτροπία και τις παραδοσιακές της κλίσεις, η αριστερά δεν μπορεί να διαπραγματευτεί κάποια από αυτά τα σκληρά ζητήματα. Δεν μπορεί να τα αντέξει χωρίς μεγάλα ρήγματα στην ταυτότητά της. Υπάρχουν παραδόσεις στο εσωτερικό της που επιμένουν να βλέπουν την τήρηση του νόμου ή και την επιβολή του νόμου ως κάτι «δεξιό», αν όχι αντιδραστικό. Το σνομπάρισμα για τον νόμο και την ευταξία γίνεται έτσι το μεγάλο όπλο δημαγωγίας για τους διαφόρους τυχοδιώκτες της νέας δεξιάς. Αυτό έχει ένα τραγικό αποτέλεσμα που νομίζω ότι θα το συναντήσουμε και στην Ευρώπη (ήδη το συναντούμε): ενώ η ακροδεξιά είναι ξένη προς την έννοια του κράτους δικαίου και της δημοκρατικής νομιμότητας, σφετερίζεται και διαστρέφει αυτές τις αξίες και τις πουλάει μαζί με τα δικά της «όνειρα αυτοδικίας» και στρατοκρατίας.


Στη Βραζιλία, από την άλλη, εκμεταλλεύεται και άλλες φοβίες και τραύματα: για παράδειγμα, την ενόχληση των αγροτών για τους ιθαγενείς και τους οικολόγους και τους υπερασπιστές του δάσους και της άγριας ζωής. Η νέα ακροδεξιά (κι εδώ υπάρχει άλλο ένα παράλληλο με τον Τραμπ) είναι αντι-οικολογική και κοντά σε έναν αγροτικό λαϊκισμό παλιού τύπου. Είναι με την παραδοσιακή ανάπτυξη των βαριών καυσίμων, με τα προγράμματα ανοικοδόμησης και τη βιομηχανική πειθαρχία. Eίναι, βεβαίως, ομοφοβική και αντιφεμινιστική.


Ο Μπολσονάρο δεν είναι, λοιπόν, απλώς κάποιος που είπε δυο καλά λόγια για τη δικτατορία της περιόδου 1964-1985. Δεν είναι απλώς ένας πολιτικός που παρουσιάζει τη δημοκρατία ως καθεστώς του μπάχαλου και της ανομίας. Είναι κάποιος που αποκαλύπτει τα ελλείμματα των άλλων, των «προοδευτικών» αντιπάλων του: την αδυναμία τους να ελέγξουν τη διαφθορά και κυρίως την ανεπάρκειά τους στο να περιορίσουν τη βία και την ανασφάλεια.


Η Βραζιλία έχει ένα παρελθόν μιλιταρισμού και πραξικοπήματος. Είναι κοινωνία των κάθετων ταξικών αντιθέσεων με μεταμοντέρνους διαχωρισμούς και πολιτισμικές αναμείξεις. Πολλά από τα στοιχεία της Ιστορίας της δεν μεταφέρονται αλλού και πάντως όχι στη δική μας Ευρώπη.


Η νέα αυταρχικο-αντιδραστική φάση που ανοίγεται τώρα, όμως, επικοινωνεί με τα εθνικιστικά σύνδρομα στη Βόρεια Αμερική και στην Ευρώπη. Ένας νοτιοαμερικανικός φασισμός δεν είναι πια αδιανόητος, ακόμα και αν τα παλιά στρατοκρατικά παραδείγματα ανήκουν στο παρελθόν.