Little Red

 

Δεν θα ξανάρθω πια γιαγιά, δεν θα ξανάρθω

Με το καλάθι μου όλο σκίνα όλο μυρτιές

Όλο τον κίνδυνο ως την άκρη εκεί, του δάσους

Ένα γιαπί, ένα γήπεδο,

Μέσα στο τίποτα ένα κέντρο, ένα αυθαίρετο έξαφνο ένα φως

η είσοδος μισανοιχτή, δεν θα ξανάρθω

με το παλτό μου, σαν τρελή χαρά

τακ τακ δεν θέλω πάλι στα τακούνια – τι χαλίκια, τι ασβέστες.

Αυτός ο λύκος, πόσο τρυφερά

μας φτάνει στην κραιπάλη

ανυποψίαστα παιδάκια διαρκώς.

Πόσο γλυκός, πόσο δικός, ο τρομερός του τρόπος – νύχια δόντια

τα γκρίζα μάτια σου ολόιδια κι αλλιώς

η απειλή σαν συμβουλή μας κόβει την ψυχή, μας παρασύρει

αυτή η φωνή – βυθός και

αφρός –τα ασπρόρουχά μας, μια χροιά σκόνη και γύρη– ναι, γιαγιά

η απαράλλαχτή μας δόξα

μοιρασμένη.

Κι αυτή η πόλη, η λεκάνη της, μια αυλή,

βλέπω κοτούλες, βλέπω προβατάκια

σαν να με κάλεσε η σύμπασα ζωή –για να με κάνει, τι; – Να ονειρευτώ,

να ονειρευτεί η αθεράπευτή μου η νύχτα εχτές ξανά,

κάτω απ’ το χώμα

το νερό τυφλό.

Εκεί με πάει, η άσφαλτός μας να πλυθώ

μέσα στο κρύο – ένας ναός

οι άδηλές του εκεί, στο σύθαμπο οι κολώνες.

Ντύνομαι γδύνομαι γιαγιά πόσους αιώνες

μου ετοιμάζατε αυτόν τον προορισμό

εμένα με το κέικ,

με τη σκούφια – το βουνό τι με κοιτάζει;

Δεν θα ξανάρθω

κι ας αφήσω – που σας έχω τόση αγάπη

ας τον αφήσω

όλο τον κόσμο μου

αβοήθητο

στον πυρετό.

 

Άνοιξα το βιβλίο με τα ποιήματα της Μελπως Γρυπαρη με μεγάλη άρνηση, σχεδόν τυχαία. Και κεραυνοβολήθηκα. Λένε ότι οι δύσκολες εποχές ευνοούν την εσωτερική ζωή – να ανθίσει, βεβιασμένα έστω. Αλλά δεν το βλέπω στην Ελλάδα. Οι δεκάδες συλλογές που φτάνουν στο γραφείο είναι φτωχές αλληλοπλύσεις η μία της άλλης, καθρέφτης πλήξης, topsy-turvy παρακμής και χαμηλωμένης εμπειρίας. Δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας, μιλώ για μένα. Και λέω ότι τα 17 ποιήματα της Γρυπάρη είναι το πιο αυθεντικό, αυτοφυές, πλούσιο, βαθύ, γενναίο, σφριγηλό πράγμα που έχω διαβάσει στην ελληνική ποίηση τα τελευταία χρόνια.

Και τι δεν αντηχεί! Από τη Βίβλο, τον Σεφέρη, τα δημοτικά τραγούδια, την Ιρλανδία, τη μελαγχολία του ροκ, τη νηφάλια μέθη της Αραβίας, το υπερρεαλιστικό ποτάμι της Χατζηλαζάρου (και άλλων), τον παλίμψηστο τρόπο του Έλιοτ, τους αρχαίους λυρικούς – χωνεμένα όλα, μέσα στο παλιό ποτάμι, από καινούργια νερά.

Το ποίημα που αναδημοσιεύω σήμερα δεν είναι ενδεικτικό, το διάλεξα γιατί ταιριάζει σε μια εφημερίδα δρόμου. Όμως, πιστέψτε με: μια νέα, αληθινή ποιήτρια μόλις αποκαλύφθηκε.

Το πρώτο σκαλί, το έχει ήδη ανέβει.

 

Η ποιητική συλλογή «Φάος∙Σελήνη∙Φέγγαρος» της Μέλπως Γρυπάρη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι.