Γράμμα απ’ το νησί

Το Σάββατο της μεγάλης βροχής αποφάσισα να έρθω να δω τη μάνα μου. Κάθε χρόνο το κάνω. Τρεις μέρες το πολύ. Έξω από την Πάτρα με έπιασε καταιγίδα, είχε νυχτώσει, από δύο τρύπες της οροφής μπαίνανε νερά στο πίσω κάθισμα. Δεν προλάβαινα με τίποτα το τελευταίο φεριμπότ, έτσι πήρα την κατηφόρα για την Πάτρα. Σκοτάδι. Ψυχή.

 

Αφότου φτιάχτηκε ο περιφερειακός, έπαψα να περνάω από αυτή την πόλη, που ποτέ δεν την αγάπησα. Ερχόμασταν εδώ, παλιά, για πράγματα που δεν είχαμε στη Ζάκυνθο: γιατρούς, να δώσουμε εξετάσεις, να αγοράσουμε κάτι. Ήταν μια πόλη αρχοντοβλάχικη, χωρίς χρώμα, που έπλεε μεταξύ πολλών πραγμάτων και δεν στεκόταν πουθενά. Ακόμα και το λιμάνι της άχρωμο μου φαινόταν. Όλοι είχαν την όψη μεταπράτη.

 

Υπνωτισμένος πήγα στο λιμάνι. Ένα ξενοδοχείο που ήξερα (το Primarolia) ήταν κλειστό, σφραγισμένο. Είχε ανοίξει πριν από καμιά 20αριά χρόνια, νομίζω, ως η μοντέρνα απάντηση της Πάτρας στα πολυτελή μπουτίκ-ξενοδοχεία – τώρα είχε μια μικρή ταμπέλα στην πόρτα που, αν είδα καλά, με τόση βροχή ανάμεσα, έλεγε ότι διατίθεται για πάσα χρήση.

 

Έκανα κύκλους, εν μέρει για να βρω κάτι άλλο, εν μέρει για να περάσει η ώρα. Ήταν 9, Σάββατο βράδυ, σε μια πόλη ληθαργική. Πάντα με αρρωσταίνουν τα Χριστούγεννα, αλλά εδώ ευχαρίστως θα έπεφτα με το παλτό απ' την προκυμαία.

 

(Μια μέρα θα σας πω την ιστορία του πρώτου μου εκδότη. Ήταν ένας κοντός, χοντρός κύριος, με γυαλάκια, μονήρης, δύσθυμος. Το πρώτο κείμενο που του πήγα, στο Γυμνάσιο, είχε τίτλο «9 λακωνικές παρατηρήσεις για τις ντισκοτέκ», όπου κατακεραύνωνα ό,τι έκανα το βράδυ. Το δημοσίευσε. Το δεύτερο ήταν μια κριτική για τον Κλοντ Λεβί-Στρος. Το δημοσίευσε, αν και δεν κατάλαβε τίποτα. Ποτέ δεν μου είπε τίποτα. Γρύλιζε απλώς κι έπαιρνε το χειρόγραφό μου. Μια νύχτα σαν απόψε, με ραγδαία βροχή, που στο νησί δεν κυκλοφορούσε ψυχή, πήγε ως την άκρη της προκυμαίας, στον φάρο, κι έπεσε στα κύματα. Τον βρήκαν το άλλο πρωί ξυλιασμένο, μέσα στο παλτό του).

 

Έμεινα τελικά στο Πάτρα Παλάς. Αχανές, παρατημένο, τσαουσεσκικό. Ξαπλωμένος έβλεπα ένα δεμένο πλοίο στη βροχή και αποθήκες, που φαντάζομαι είναι γεμάτες λαθρομετανάστες.

 

Είχα την κακή ιδέα να αρχίσω την Πατρική Κληρονομιά του Ροθ – το πρώτο του βιβλίο, για την αρρώστια και τον θάνατο του 86χρονου πατέρα του. Δεν είναι αυτά βιβλία όταν πας να δεις τη μάνα σου. Η αγάπη ήδη μας κάνει όλους ευάλωτους (αντίθετα με όσα λέει ο Παύλος, οι Γραφές και οι Χριστιανοί), μας κάνει έντρομους για τα στραβά της τύχης και την αποψίλωση του γήρατος. Η έγνοια γι' αυτούς που αγαπάμε είναι ένα μαρτύριο, εάν δεν είμαστε παρόντες, με την ψυχή, το πνεύμα ή το σώμα, στο σκαμπανέβασμα του βίου τους, στην ώρα της γιορτής και στην ώρα της λύπης.

 

Τελικά ήρθα στο νησί. Με περίμενε στη σκάλα, σαν λαγωνικό. Της χάιδεψα φευγαλέα τα λίγα άσπρα μαλλιά (ποτέ δεν είχαμε οικειότητες, ούτε σωματική επαφή) και κάποια στιγμή μόνο, αργότερα, που μιλούσε για το πόσο σκληρά δούλευε φτιάχνοντας κούκλες της el greco, πήρε το χέρι μου και με έβαλε να ψηλαφήσω έναν ρόζο στην παλάμη της. «Τότε, διαλύθηκε το κορμί μου», είπε.

 

Είναι η τρίτη μέρα που κάθομαι μέσα. Διαβάζω, δουλεύω και τακτοποιώ τον δίσκο του κομπιούτερ μου (πολλή σαβούρα). Στο μεσημεριανό τραπέζι πιάνουμε την κουβέντα – για παλιά κοριτσάκια που μεγάλωσαν και τώρα δυστυχούν, για σκοτωμούς, γεννήσεις βρεφών, για το πού μπορείς να βρεις ντόπια μπρόκολα που να κοκκινίζει το ζουμί τους, για τον γαρμπή και τον λεβάντε, για το πώς ήταν η διάταξη των δέντρων και των χωραφιών πριν χτιστεί ο δρόμος μας, τα σκυλιά που είχαμε, αυτούς που αυτοκτόνησαν, κάποιον που έμπλεξε με πόρνες και διέλυσε τα πάντα.

 

Βυθίζομαι με πυρετό στον μεγάλο λήθαργο. Αύριο λέω να βγω να πιω. Θα είναι όλα πλυμένα. Αλλά μπορεί και όχι. Θέλω αυτές τις δύο τρεις μέρες να μείνω μέσα, στη σερβάντα και στα γύψινα, στην ελαιογραφία με μια άδεια παραλία και στον μικρό Κινέζο από ελεφαντόδοντο που πετάει την πετονιά του στο ποτάμι. Αυτά τα άχρηστα πράγματα, τα τζάτζαλα, έχουν για 'μένα την αξία του πιο σπάνιου αμφορέα.

 

Αύριο, μεθαύριο, θα πεταχτούν.

 

Πού πάει τόση ένταση; Πού πάει τόση αγάπη;