Είναι τόσο κλισέ να λες για έναν ηθοποιό ότι μεταμορφώνεται στη σκηνή. Αλλά πώς αλλιώς να περιγράψεις τη σπάνια υποκριτική δύναμη που αποκτά μπροστά στον φακό ή πάνω στη σκηνή αυτή η μοντιλιανική φιγούρα που έχω απέναντί μου; Πρώην αθλήτρια, πρώην χορεύτρια και σήμερα μια από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της, η Δήμητρα Βλαγκοπούλου κρατά τυπικές σχέσεις με τη δημοσιότητα, παρόλο που μας έχει δώσει πολλές ευκαιρίες να την αποθεώσουμε.
Την ξεχωρίσαμε (εμείς και η επιτροπή των βραβείων «Μελίνα Μερκούρη» που της απένειμε τη Χρυσή Καρφίτσα το 2020) για την ερμηνεία της στην «Τραγική ιστορία του Άμλετ, ενός πρίγκιπα της Δανίας» του Σαίξπηρ σε διασκευή- σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου. Επιβεβαιώσαμε το υποκριτικό της σθένος στην παράσταση «Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι» του Μάριους Φον Μάγενμπουργκ σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή. Διαπιστώσαμε πόσο της πάει το σινεμά στο πολυβραβευμένο «Animal» της Σοφίας Εξάρχου.
Μεγαλωμένη στα Βριλήσσια, ανέβηκε πρώτη φορά στη σκηνή του Bios σε μια παράσταση του Ακύλλα Καραζήση. Κι έπειτα άρχισε έναν μαραθώνιο μεγάλων ρόλων που φέτος την οδήγησε σε ένα εμβληματικό και τολμηρό κείμενο της σύγχρονης δραματουργίας.
«Ίσως έχω μια μικρή αγοραφοβία. Σε μέρη που έχουν πάρα πολύ κόσμο θέλω να δω αν μπορώ να ενταχθώ χωρίς να πιεστώ. Το γεμάτο θέατρο, από την άλλη, δεν με τρομάζει. Νιώθω κάπως πιο ασφαλής, γιατί υπάρχει πλαίσιο και μια συγκεκριμένη συνθήκη».
Χαμηλών τόνων και διακριτική, καμαρώνει που δεν είναι σπάταλη, της αρέσει να μαζεύει σουβενίρ που αποκαλεί «αναμνήσεις με συναισθηματική αξία», παρακολουθεί τα μεγάλα ραντεβού του στίβου –το νοιάξιμο για τους αθλητές τής έμεινε κληρονομιά από τα χρόνια που πέρασε στον αθλητισμό–, αδημονεί πάντα για τις πρεμιέρες της και σκέφτεται ήδη ένα ακόμα μικρό τηλεοπτικό πέρασμα και μια ταινία – αυτές είναι οι δεσμεύσεις των επόμενων μηνών.
Στο ραντεβού μας ήρθε αμέσως μετά την πρόβα της στο θέατρο Προσκήνιο, εκεί που ο Δημήτρης Καραντζάς στήνει έναν κόσμο γεμάτο βία, σαρκασμό, τρυφερότητα, απελπισία, οικογενειακές παθογένειες και κοινωνικές συγκρούσεις. Στο σύμπαν αυτό θέλει να χωρέσει την πραγματική ιστορία του κατά συρροή δολοφόνου Ρομπέρτο Τσούκο. Ο ήρωας, από το ομώνυμο έργο του Γάλλου συγγραφέα Μπερνάρ-Μαρί Κολτές (στον ρόλο θα δούμε τον Δημήτρη Καπουράνη), είναι ένα μοναχικό πλάσμα που εκτροχιάζεται και αφαιρεί ζωές: των γονιών του, αστυνομικών, ανθρώπων που κρατά ομήρους. Στο μεταξύ, όμως, όσο περιφέρεται στη ζωή σκορπώντας ανεξήγητα τον όλεθρο, συντονίζεται με ελάχιστους ανθρώπους, αγαπά, εκδικείται, «σκοτώνει» τους προπάτορες –κυριολεκτικά και συμβολικά–, ψάχνει τρόπους να διευρύνει τα όρια της προσωπικής του ελευθερίας.
«Στο έργο υπάρχει ένα κορίτσι με τo οποίo θα συνδεθεί ερωτικά ο Τσούκο: η Παιδούλα, που ζει σε ένα δυσλειτουργικό σπίτι με τους γονείς, τη μεγάλη αδερφή και τον αδερφό της. Εγώ, λοιπόν, υποδύομαι τη μεγάλη αδερφή, ένα κορίτσι τρομερά καταπιεσμένο, που δεν έχει πάρει επιβεβαίωση, σχεδόν φυλακισμένο μέσα σε τέσσερις τοίχους, που υπάρχει και φέρεται ως υποκατάστατο της μητέρας. Οι γονείς είναι πια κατεστραμμένες μορφές που αδυνατούν να υπερασπιστούν τις ιδιότητές τους, οπότε τους ρόλους τους τούς έχουν επωμιστεί τα μεγάλα τους παιδιά. Η μεγάλη αδερφή ζει με μοναδική ευχαρίστηση να προστατεύει την τιμή και την αγνότητα της Παιδούλας. Αυτό είναι το απάγκιο της. Πίσω από αυτό κρύβονται πολύ σκοτεινές δικές της επιθυμίες που δεν εκπληρώθηκαν. Έτσι, βλέπουμε ένα πρόσωπο γεμάτο οργή και ζήλια προς την Παιδούλα. Όταν λοιπόν η μικρή φεύγει για να βρει τον Τσούκο, η γυναίκα αυτή χάνει πια κάθε νόημα στη ζωή και οδηγείται στην τρέλα».
Ο Μπερνάρ-Μαρί Κολτές δεν έγραψε αυτό το βίαιο και βαθιά ποιητικό έργο για να δείξει πώς ένας άνθρωπος γίνεται δολοφόνος. Μέσα από αυτό αναδύονται η αναστάτωση και η καταστροφή που προκαλούνται σε μια οικογένεια όταν εισβάλλει στους κόλπους της ένας άνθρωπος όπως ο Τσούκο. Της είναι οικεία τα οικογενειακά αυτά ζητήματα που θέτει ο συγγραφέας;
«Είναι πολύ εύκολο να βγάλεις τον εαυτό σου έξω από τα ακραία που συμβαίνουν στο έργο και να πεις: “Α, αυτή είναι μια κατεστραμμένη οικογένεια, δεν με αφορά η ιστορία”. Ακόμα κι αν δεν έχεις βρεθεί σε τόσο ακραία συνθήκη, δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσεις στον πυρήνα αυτής της οικογένειας τις δυναμικές που συχνά συνθλίβουν τον άνθρωπο. Κάπως σαν να είναι αναπόφευκτο ότι κάθε σύστημα, ακόμα και αυτό το πρωταρχικό της οικογένειας, εμπεριέχει εξουσιαστικές σχέσεις. Κακά τα ψέματα, ακόμα και στο πιο λειτουργικό περιβάλλον γεννιούνται και διαμορφώνονται όλα αυτά που βλέπουμε γύρω μας. Είναι σαν να μην μπορεί κανείς μας να ξεφύγει από αυτές τις κατασκευές. Οι κοινωνίες που ζούμε διαμορφώνουν αυτές τις οικογένειες και μετά οι οικογένειες τροφοδοτούν την κοινωνία με τέτοια πρόσωπα. Είναι ένας φαύλος κύκλος».
— Καραζήσης, Λιβαθινός, Ευαγγελάτου, Καραντζάς, Κουτλής. Έχεις δουλέψει με κορυφαίους σκηνοθέτες. Είναι μια μορφή επιβράβευσης το να ανήκεις στους ηθοποιούς που αποτελούν τη σταθερή τους ομάδα;
Ο σκηνοθέτης είναι πάντα συνταξιδιώτης σε έναν τόπο που δεν έχεις επισκεφθεί ξανά. Οπότε, αν έχεις ξαναταξιδέψει μαζί του, έχεις μια επαφή, μια οικειότητα, έχετε συνεννοηθεί σε κοινή γλώσσα, μπορείτε να πάτε λίγο πιο μακριά. Και για τους ηθοποιούς και για τους σκηνοθέτες η δεύτερη και η τρίτη συνάντηση βοηθάει να διανυθεί μεγαλύτερη απόσταση. Δεν ξαναρχίζεις από την αρχή. Πιάνεις ξανά το νήμα από κει που το άφησες και όλα ξεκινούν γρήγορα. Υπάρχει μια ασφάλεια, οπότε αφήνεσαι πιο εύκολα στο απρόοπτο, το οποίο συχνά είναι και το ζητούμενο στο θέατρο.
— Έχεις φτάσει στο σημείο να μπορείς πια να διαλέγεις δουλειές στο θέατρο ή η ανασφάλεια του βιοπορισμού περιορίζει την αυτοδιάθεση;
Η ανασφάλεια είναι κάτι που δεν φεύγει ποτέ, γιατί ακόμα και όταν εργάζεσαι συνεχώς στο θέατρο υπάρχουν πάντα τα απρόοπτα της ζωής. Αλλά με τα χρόνια, επειδή όντως υπάρχει μια σχετική ροή στις δουλειές μου, μπορώ να πω ότι έχω τη δυνατότητα να επιλέγω. Βέβαια, αν δεν χτυπήσει το τηλέφωνο σε περίοδο που δεν έχω κάτι στην άκρη, σίγουρα μια αγωνία θα τη νιώσω. Κάπως προνοώ, όμως, κιόλας. Επειδή έχω επιλέξει αυτό το επάγγελμα, προσπαθώ να κοιτάζω μπροστά και να μην αφήνω τη ζωή να με αιφνιδιάζει.
— Ήσουν πάντα προνοητική στη ζωή σου;
Από πολύ μικρή έκανα πρωταθλητισμό στη ρυθμική γυμναστική. Όταν έγινα δεκτή στην εθνική ομάδα, αποφάσισα να φύγω. Δεν ένιωθα πια καλά μέσα στο σύστημα και τη συνθήκη του πρωταθλητισμού. Ήταν αρκετά σκληρή για τον δικό μου ψυχισμό και κάπου εκεί στο λύκειο τα παράτησα. Ίσως τότε να προέβλεψα ότι δεν θα ήμουν ευτυχισμένη.
— Δεν ήσουν από τα παιδιά που αντέχουν;
Ο αθλητισμός θέλει φοβερή πειθαρχία, αφοσίωση, ευθύνες, πάρα πολλή δουλειά, διαρκή αναμέτρηση με τις δυνάμεις, τις αντοχές και τα όριά σου. Θεωρώ εκ των υστέρων ότι όλα αυτά υπήρξαν πολύ βαριά για τις πλάτες μου. Με τα χρόνια κατέληξα ότι δεν χρειάζεται πάντα να ξεπερνάς ή να διευρύνεις τα όριά σου σε βαθμό που δεν αντέχεις, μόνο και μόνο για να αποδεικνύεις κάτι.
— Οι γονείς σου πώς το αντιμετώπισαν;
Μάλλον είχαν διαισθανθεί ότι δεν ένιωθα πια καλά μέσα σε αυτό το περιβάλλον και με στήριξαν. Ίσως και να ξαφνιάστηκαν. Ξέρεις, καμιά φορά αυτό που μπερδεύει τους γονείς κι εμάς τους ίδιους είναι το να μη θέλουμε κάτι στο οποίο είμαστε καλοί. Εγώ, για παράδειγμα, αναρωτιόμουν: «Αφού είμαι καλή, γιατί δεν μου αρέσει να ζω σε αυτό τον κόσμο;». Αλλά συμβαίνει. Δεν είναι πάντοτε η απόδοσή μας το κριτήριο για το πού πρέπει να βρισκόμαστε. Η ευχαρίστηση που παίρνουμε είναι το κριτήριο.
— Μεταπήδησες όμως στον χορό.
Ο χορός μού άρεσε περισσότερο, κι έτσι συνέχισα στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης. Άλλωστε, και όσα χρόνια έκανα ρυθμική, η ώρα του μπαλέτου ήταν η αγαπημένη μου. Ήταν σαν φυσική μετάβαση μάλλον, γιατί δεν ήμουν έτοιμη να αφήσω τη σχέση με το σώμα και την άσκησή του. Είχα πιστέψει ότι ο χορός θα ήταν ο δρόμος μου. Τρία χρόνια μετά, και παρόλο που ποτέ στη ζωή μου δεν είχα σκεφτεί ότι θα γίνω ηθοποιός, πήρα την απόφαση να δώσω στη δραματική του Εθνικού.
— Σήμερα πώς υπάρχει ο χορός στη ζωή σου;
Ως μακρινή ανάμνηση, η οποία νιώθω να με στηρίζει κάπως πιο κρυφά. Καμιά φορά, μεγαλώνοντας, με αφορμή κάποιον τραυματισμό ή πόνο, ξυπνάει η μνήμη. Τα σώματα των αθλητών ταλαιπωρούνται σε πολύ μικρή ηλικία κι αυτό δεν ξεχνιέται. Έτσι, καμιά φορά το σώμα μου είναι αυτό που μου θυμίζει το παρελθόν μου.
— Το θέατρο ήταν άγνωστος τόπος για σένα;
Μικρή έβλεπα πολύ θέατρο με τους γονείς μου. Ποτέ, όμως, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα μιλήσω μπροστά στον κόσμο. Αφενός ήμουν ένα πολύ εσωστρεφές παιδί, αφετέρου στον αθλητισμό δεν χρειάζεται να μιλάς γιατί εκφράζεσαι μόνο με το σώμα σου. Το κομμάτι της λεκτικής έκφρασης είναι απολύτως περιορισμένο. Άρα, το να ανοιχτώ ή να επικοινωνήσω ήταν κάτι που παρέμενε κρυφό μέσα μου. Είναι σαν τα παιδιά που αργούν να μιλήσουν και καμιά φορά τα λένε όλα μαζί. Το να γίνω ηθοποιός ήταν πάρα πολύ βαθιά ανάγκη μου. Έκανα μια στοιχειώδη προετοιμασία και έδωσα. Δεν σκεφτόμουν αν θα πετύχω στο Εθνικό αλλά ήμουν σίγουρη ότι θα βρω πάση θυσία τον τρόπο να τα καταφέρω. Άσε που, όσο έκανα χορό, είχα λάβει μέρος σε παραστάσεις που ζητούσαν χορεύτριες και στα καμαρίνια έβλεπα την προετοιμασία των ηθοποιών με ζήλια και λαχτάρα.
— Κι όταν τελικά τα κατάφερες, πώς ένιωσες την πρώτη φορά στη σκηνή;
Ένιωσα μια αδιανόητη ελευθερία, ότι έχω μέσα μου όλες αυτές τις λέξεις και μπορώ να τις πω. Ακόμα και σήμερα παραμένει η λαχτάρα μου να επικοινωνήσω μέσω του λόγου. Αυτό που δεν άλλαξε είναι ότι παραμένω ένας άνθρωπος που δεν είναι loud. Είναι μάλλον ιδιοσυγκρασιακό.
— Σου έχει τύχει να βαφτίζουν αυτό το κομμάτι του χαρακτήρα σου αδυναμία;
Σίγουρα κάποιοι το βλέπουν έτσι. Στερεοτυπικά βαφτίζουμε με μεγάλη ευκολία τα πράγματα. Όμως, στα μάτια των ανθρώπων των οποίων η γνώμη με απασχολεί δεν αισθάνομαι ότι φαίνομαι αδύναμη.
— Διεκδικείς, όμως, πράγματα;
Νομίζω το κάνω αλλά όχι με πολύ εμφανή τρόπο, δηλαδή παραμερίζοντας άλλους ή διεκδικώντας άγαρμπα χώρο. Προσπαθώ να ανοίξω τον χώρο που μου ανήκει μαλακά. Δεν θα τα παρατήσω εύκολα, αλλά συγχρόνως δεν θα κάνω κάτι πολύ αιχμηρό ή επιθετικό.
— Πιστεύεις ότι ανήκεις σε μια γενιά που ανέχεται πια λιγότερα από τις προηγούμενες;
Ναι, το πιστεύω. Παρατηρώ, δε, ότι οι επόμενες πάνε ένα βήμα ακόμα πιο μπροστά. Όμως, σε σχέση με τη γενιά των γονιών μου, πράγματι αισθάνομαι ότι σπάσαμε καλούπια, ταμπού, παγιωμένες πεποιθήσεις. Αυτό που δεν έχει αλλάξει είναι η ίση οικονομική μεταχείριση με τους άντρες συναδέλφους. Αλλά αυτό συμβαίνει στους περισσότερους χώρους. Δεν έχουμε φτάσει στο σημείο να το θεωρούμε αυτονόητο και δεδομένο. Αυτός είναι ένας τομέας όπου διεκδικώ. Ωστόσο, σε επίπεδο συμπεριφοράς, δεν μπορώ να πω ότι έχω νιώσει να αδικούμαι.
— Σήμερα με ποιες αφορμές χορεύεις;
Στα πάρτι. Κι όταν βρίσκομαι με ανθρώπους με τους οποίους νιώθω οικειότητα, γιατί είναι και ο χορός μια μορφή έκθεσης. Νομίζω ότι πλέον νιώθω μεγαλύτερη συστολή να επικοινωνώ με το σώμα. Δεν είμαι ο άνθρωπος που θα μπει στη μέση και θα χορέψει μόνος του. Πρέπει να υπάρχει μια ζεστή κοινωνική συνθήκη που θα μου προκαλέσει την ανάγκη να χορέψω.
— Όταν μπαίνεις σε έναν χώρο, ποιο είναι το πρώτο πράγμα που παρατηρείς;
Πόσο κόσμο έχει. Ίσως έχω μια μικρή αγοραφοβία. Σε μέρη που έχουν πάρα πολύ κόσμο θέλω να δω αν μπορώ να ενταχθώ χωρίς να πιεστώ. Το γεμάτο θέατρο, από την άλλη, δεν με τρομάζει. Νιώθω κάπως πιο ασφαλής, γιατί υπάρχει πλαίσιο και μια συγκεκριμένη συνθήκη. Ποτέ, όμως, οι θεατές δεν μου προκαλούσαν άγχος γιατί, όπως είπαμε, έχω υπάρξει αθλήτρια και η αναμέτρηση με το κοινό ήταν κάτι που αντιμετώπισα από παιδί.
— Από το τηλεοπτικό σου πέρασμα, τι σου έχει μείνει;
Έμαθα να δουλεύω σε γρήγορους και έντονους ρυθμούς. Η έλλειψη χρόνου δεν σου αφήνει την ευκαιρία να εμβαθύνεις και να επεξεργαστείς τα πράγματα με τον τρόπο που το κάνουμε στο θέατρο. Είναι, όμως, μια ωραία δοκιμασία για το πόσο εύστοχα μπορείς να λειτουργήσεις σε σύντομο χρόνο. Δεν την απορρίπτω την τηλεόραση, αλλά με αγχώνει γιατί η πρόσβαση σε τόσο πολύ κόσμο, με τόσο μεγάλη ευκολία, είναι κάτι με το οποίο δεν είμαι εξοικειωμένη. Το κομμάτι, όμως, το οικονομικό είναι ένα κίνητρο που δεν μπορώ να παραβλέψω. Δεν σου κρύβω ότι το «Να με λες μαμά» με βρήκε σε μια στιγμή που ήθελα να βοηθήσω οικονομικά τον εαυτό μου. Παρ’ όλα αυτά, επιλογή μου παραμένει το θέατρο. Δεν μετακινήθηκε κάτι μέσα μου επειδή πήρα μια σημαντική ανάσα με τα χρήματα της τηλεόρασης.
— Είναι τα πρώτα χρόνια για μια ηθοποιό κυρίως μια πορεία ματαιώσεων, αναθεωρήσεων, επισφάλειας;
Έχω συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι το θέατρο είναι ο δύσκολος δρόμος. Αν είχα οικογένεια, μπορεί να έπρεπε να λειτουργήσω αλλιώς. Ούσα μόνη μου και αυτάρκης, έχω συμφιλιωθεί με αυτό και προσπαθώ να στηρίξω την επιλογή μου. Δεν θα κάνω εύκολα εκπτώσεις γιατί το αγαπώ βαθιά το θέατρο και το κάνω με την καρδιά μου. Δεν με ζορίζει, ούτε βασανίζομαι που κάνω θέατρο.
— Αρχαίο θέατρο ή Τσέχοφ;
Εξαρτάται πάντα από τους ανθρώπους. Κείμενα και έργα υπάρχουν άπειρα και πολύ σημαντικά. Και χαίρομαι που είναι εκεί και με περιμένουν για να τα συναντήσω. Πάνω απ’ όλα, όμως, το θέατρο είναι μια συλλογική δουλειά και μετράει ποιους θα έχω μαζί μου σε αυτές τις συναντήσεις.
— Με τα σόσιαλ μίντια πώς τα πας;
Δεν έχω καλή σχέση, γιατί δεν μου έχουν προξενήσει ποτέ ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αν με είχαν ιντριγκάρει, θα υπέκυπτα. Δεν είναι ότι δεν έδωσα χώρο και ευκαιρία. Αλλά παρατηρώ ότι με τα χρόνια δεν αυξάνεται καθόλου η περιέργειά μου γύρω από αυτά. Υπάρχουν κάποιοι λογαριασμοί στους οποίους ανεβάζω κάποιες πληροφορίες –κυρίως για τη δουλειά μου–, αλλά δεν χαζολογάω σε αυτά. Δεν έχω σκεφτεί ποτέ τι ανάρτηση να κάνω. Είναι σαν να μην αντέχω να είναι κομμάτι της καθημερινότητάς μου.
— Θα μπορούσες ποτέ να διαφημίσεις κάποιο προϊόν στο προφίλ σου, όπως κάνουν συνάδελφοί σου;
Με τίποτα και για κανέναν λόγο. Ούτε καλά μπορώ να το κάνω, ούτε και χρειάζεται ένας επιπλέον άνθρωπος να διαφημίσει κάτι ακόμα. Με ξεπερνάει έτσι κι αλλιώς ο βομβαρδισμός διαφημίσεων. Μου είναι λίγο απωθητικό, να σου πω την αλήθεια. Γενικά δεν μου αρέσουν τα πράγματα που καθοδηγούν τη σκέψη μου. Καταλαβαίνω ότι τα πράγματα πηγαίνουν προς τα εκεί, αλλά εγώ σε αυτό το κομμάτι μάλλον δεν συμβαδίζω με την εποχή.
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την θεατρική παράσταση «Ρομπέρτο Τσούκο» εδώ.