Υπάρχει μια αντίληψη πως εκείνο που αποκαλούμε «απώλειες» είναι κάτι μετα-νεωτερικό, που σχετίζεται απαρέγκλιτα με την ψηφιακή εποχή. Και κάπως έτσι οι απώλειες, στις μέρες μας, έχουν ενδυθεί σημασίες που τις υπερβαίνουν. Δηλαδή πάνω από τις απώλειες τοποθετούνται όλα εκείνα που συμπαρασύρονται εξαιτίας τους, ξεκινώντας από την αθεράπευτη νοσταλγία για τα χρόνια που έφυγαν και καταλήγοντας στο ότι ζούμε, πλέον, σε αντι-ηρωικές εποχές. Το θέμα είναι σύνθετο και τα συμπεράσματα δεν είναι πάντα εύκολο να εξαχθούν. Ένα θα πω από την αρχή, πως πάντα οι απώλειες σηματοδοτούσαν ευρύτερες καταστάσεις, κινητοποιώντας την κοινωνία.
Ήμουν παιδί και θυμάμαι καθαρά τον πάνδημο θρήνο, όταν πέθανε ο Νίκος Ξυλούρης τον Φλεβάρη του 1980, ενώ το ίδιο θα συνέβαινε λίγο πιο μετά, τον Σεπτέμβρη του ’82, με τον θάνατο του Μάνου Λοΐζου, μα και τον Γενάρη του ’84 με τον χαμό του Βασίλη Τσιτσάνη. Για να μην αναφέρω την απώλεια του Μάνου Χατζιδάκι τον Ιούνη του ’94. Όλες αυτές οι απώλειες και δεκάδες, εκατοντάδες άλλες συνέβησαν στην προ ίντερνετ εποχή και αντιμετωπίστηκαν ως μεγάλα, ως τεράστια γεγονότα. Και αναφέρομαι μόνο στις μουσικές απώλειες, όχι στις ευρύτερες. Γιατί το ίδιο θα συνέβαινε και με τις απώλειες της Έλλης Λαμπέτη, του Μάνου Κατράκη, του Γιάννη Τσαρούχη, της Τζένης Καρέζη ή της Αλίκης Βουγιουκλάκη, όλες ιστορικά τοποθετημένες στον αναλογικό κόσμο.
Η συνθετική δύναμη του Θεοδωράκη υπήρξε ανυπέρβλητη και αν δεν έγινε παγκόσμιος με την πιο κοινή και καθημερινή έννοια, είναι γιατί ο ίδιος δεν ήθελε ποτέ να αφήσει την Ελλάδα για μια άλλου τύπου καριέρα, που θα εξελισσόταν στο Λονδίνο, το Παρίσι ή το Χόλιγουντ.
Άρα λοιπόν η «απώλεια» ενός μεγέθους είναι κάτι που, πάντα, θα σημαδεύει ή και θα συνταράσσει το πλατύ κοινό. Απλώς, στις μέρες μας, ο λόγος που γίνεται γι’ αυτές, αυτό το φαινόμενο των obituaries, διογκώνεται εξαιτίας των μέσων επικοινωνίας (περισσότερα τηλεοπτικά κανάλια, περισσότεροι ραδιοφωνικοί σταθμοί), των εφημερίδων και των περιοδικών, των απειράριθμων σάιτ, των σόσιαλ μίντια και της συνακόλουθης ενημερωτικής αδηφαγίας. Συνεπώς, το γεγονός μιας απώλειας μετατοπίζεται, ευθέως, στο ζήτημα της διαχείρισής της. Αυτό, ναι, είναι ένα θέμα που έχει ένα νόημα να μας απασχολεί.
Την 20ετία που κυκλοφορεί η LiFO υπήρξαν εκατοντάδες απώλειες σημαντικών και πολύ σημαντικών καλλιτεχνών από κάθε χώρο. Κάτι, σε γενικές γραμμές, φυσιολογικό. Υπάρχουν, όμως, τρεις απώλειες –που συμπτωματικά αφορούν και οι τρεις τον χώρο της μουσικής– που «μίλησαν» διαφορετικά στις ψυχές και τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Και αυτό έχει να κάνει με την ίδια τη φύση και τη δύναμη της μουσικής, με την ικανότητά της, δηλαδή, να κινητοποιεί τα πλήθη –τις μάζες όπως λέγαμε παλαιότερα–, μέσω ενός μηχανισμού που έχει να κάνει με τον εσωτερικό κόσμο του ακροατή, που ναι μεν είναι αδιευκρίνιστος και ανεξήγητος στη βάση του, αλλά σε κάθε περίπτωση συντριπτικός όσον αφορά τα αποτελέσματά του. Τρία ονόματα θα μας απασχολήσουν σ’ αυτό το κείμενο: ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου και ο Διονύσης Σαββόπουλος – και ήρθαν και τα τρία κατευθείαν στο μυαλό μου, όταν θέλησα να σκεφτώ τρεις μεγάλες καλλιτεχνικές απώλειες του συγκεκριμένου διαστήματος. Συγχρόνως όμως διευκρινίζω πως τα ονόματα δεν τα τοποθετώ σε αξιολογική σειρά παρά μόνο σε αλφαβητική, προκειμένου να αποφύγω οποιαδήποτε άλλη ανοίκεια κατάταξη.
Ο Μίκης Θεοδωράκης (29 Ιουλίου 1925-2 Σεπτεμβρίου 2021) υπήρξε ως γνωστόν μια μεγαλιθική προσωπικότητα, που υπερέβη στεγανά και διαχωρισμούς, έχοντας να επιδείξει μια σπάνιας δύναμης πατριωτική συνείδηση. Αυτός ο έκδηλος πατριωτισμός του, εννοώ, τον επηρέαζε σε κάθε κίνησή του, είτε καλλιτεχνική είτε κοινωνική είτε πολιτική, πηγαίνοντας παράλληλα με την ίδια του την ύπαρξη. Δεν ξέρω πόσοι από εμάς, σε δεδομένη στιγμή, θα θυσιαζόμασταν για την πατρίδα (όσο μπανάλ και να ακούγεται κάτι τέτοιο, ιδίως σε καιρούς ειρήνης), αλλά ο Θεοδωράκης στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, και σε χρόνια σκληρά και δύσκολα, αδιαφόρησε παντελώς για την ίδια του την ύπαρξη –λες και είχε παιδική άγνοια κινδύνου–, μη υπολογίζοντας προσωπικά και άλλου είδους κόστη. Διεκδίκησε να ζήσει με τις δικές του ιδέες, δίχως να νοιάζεται για το τι έλεγαν οι εχθροί του και κυρίως οι φίλοι του.
Καταρχάς, όλες οι κινήσεις του στη μουσική ήταν άμεσα συναρτώμενες με το εθνικό χρέος, έτσι όπως το αντιλαμβανόταν εκείνος. Το πρωτόγνωρο γεγονός της μελοποίησης ποιητών (Ρίτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Σικελιανός, Αναγνωστάκης, για να αναφέρω μόνο πέντε) και της δημιουργίας του «έντεχνου» τραγουδιού μας εντασσόταν σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Η ελληνικότητα τον ενδιέφερε πάνω απ’ όλα και σε όλες τις υψηλές αξίες της· και στις πιο λαϊκές, διεκδικητικές και αγωνιστικές, και στις πιο λυρικές και συναισθηματικές, και στις πιο διανοητικές και φιλοσοφικές. Αυτή η αγάπη του για τον ποιητικό λόγο και η μοναδική δεξιοτεχνία του να τον επενδύει με μουσική, και δη καταπληκτική, δεν έχει όμοιό του στη σύγχρονη παγκόσμια ιστορία. Δεν υπάρχει πουθενά συνθέτης, εννοώ, που να έχει μελοποιήσει την ποίηση του τόπου του, όπως το έκανε ο Θεοδωράκης στον «Επιτάφιο», στο «Άξιον Εστί», στη «Ρωμιοσύνη», στα «Επιφάνια», στις «Μικρές Κυκλάδες» και σε τόσα άλλα έργα. Ακόμη, δε, και όταν θα μελοποιούσε ξένους ποιητές, όπως ο Πάμπλο Νερούδα, στην πρωτότυπη γλώσσα και όχι από μετάφραση, θα άφηνε άναυδους και τους ξένους λαούς.
Η συνθετική δύναμη του Θεοδωράκη υπήρξε ανυπέρβλητη και αν δεν έγινε παγκόσμιος με την πιο κοινή και καθημερινή έννοια –όπως το ομολογούν και το πιστοποιούν τα πάμπολλα επιτυχημένα σάουντρακ που συνέθεσε, για ιστορικές ταινίες ελληνικές και ξένες–, είναι γιατί ο ίδιος δεν ήθελε ποτέ να αφήσει την Ελλάδα για μια άλλου τύπου καριέρα, που θα εξελισσόταν στο Λονδίνο, το Παρίσι ή το Χόλιγουντ. Τον ενδιέφερε πρωτίστως ο τόπος του και το δικό μας κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, ακόμη και όταν για τέσσερα χρόνια (1970-1974) θα ζούσε εκτός Ελλάδας, λόγω δικτατορίας. Μα ακόμη και τότε, όταν θα αλώνιζε τα στάδια και τις αίθουσες όλου του κόσμου, το μόνο μέλημά του ήταν το πώς θα επέστρεφε στην πατρίδα.
Στενά συνδεμένος με όλες τις πολιτικές εξελίξεις του τόπου, από τα χρόνια της Κατοχής και μέχρι τον θάνατό του, ο Θεοδωράκης ήταν πάντοτε παρών σε καθετί που απασχολούσε τη χώρα, έχοντας ενεργό ρόλο στις εξελίξεις και πυροδοτώντας συνεχώς νέα πάθη και νέες αγωνιστικές διαθέσεις. Η απώλειά του άφησε την Ελλάδα βουβή. Όταν πέθανε είχα αυτήν ακριβώς την αίσθηση – πως θα χανόταν μεμιάς η φωνή της κοινωνίας. Κάτι που, για μένα, ισχύει ακόμη.
Με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου (29 Μαρτίου 1943-17 Μαΐου 2022) συνέβη κάτι άλλο, επίσης εκτός λογικής. Ανήκει στη σφαίρα του αδιανόητου, θέλω να πω, ένας νεαρός Έλληνας, που έπαιζε πιάνο και χάμοντ σ’ ένα χορευτικό-ποπ γκρουπ του ’60 (τους Forminx), σε μια χώρα της περιφέρειας, πολύ μακριά από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, να αποδειχθεί και να αναδειχθεί σε παγκόσμιο δημιουργό. Πού κρυβόταν εκείνο το ταλέντο, που είχε εντυπωσιάσει, στο παιδικό ξεκίνημά του, ακόμη και τον Στρατή Μυριβήλη αναγκάζοντάς τον να αναφωνήσει, σε ανύποπτο χρόνο, το γνωστό «τι επιφυλάσσει η μοίρα σε τούτο το Βολιωτάκι;»· τέλος πάντων, πώς του δόθηκε η ευκαιρία να πραγματοποιήσει τα όνειρά του στη μουσική, αφήνοντας ένα μεγάλο σε έκταση και αξία έργο, που είχε τη μοναδική ιδιότητα να συνομιλεί με το μέλλον; Τίποτα δεν του χαρίστηκε του Παπαθανασίου, αυτό είναι το πιο σίγουρο όλων. Μόνος του αγωνίστηκε, σε ξένους τόπους, στη Γαλλία και την Αγγλία βασικά, προκειμένου να γίνει ο παγκόσμιος Vangelis.
Εκείνο που εντυπωσιάζει, πάντως, στην περίπτωση του Παπαθανασίου, είναι η προσήλωση που επέδειξε στο όραμά του – στο μουσικό όραμά του εννοώ. Κι αυτό είναι, επίσης, κάτι μοναδικό. Καθότι ο Vangelis δεν λοξοδρόμησε ποτέ από τον συγκεκριμένο στόχο. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσονταν, επίσης, η απροθυμία του να δίνει συνεντεύξεις, η δυσκολία του να οργανώνει συναυλίες, η φαινομενική –μόνον– αδιαφορία του για όσα απασχολούσαν την κοινωνία, και βεβαίως η αυστηρή περιφρούρηση της ιδιωτικότητάς του. Δεν νομίζω να υπήρξε άλλος τέτοιου διαμετρήματος συνθέτης που να απέφευγε συστηματικά οτιδήποτε δεν συνομιλούσε και δεν συνταυτιζόταν με τις μουσικές αγωνίες του.
Ο Παπαθανασίου έπλασε έναν ηχητικό κόσμο εκ του μηδενός, ο οποίος ήταν αυστηρά δικός του. Πρωτοπόρος στη χρήση των συνθεσάιζερ (ασχέτως αν ο ίδιος χειριζόταν πολλά και διαφορετικά συμβατικά όργανα) και πάντα βαθύς γνώστης της τεχνολογίας αιχμής, κατόρθωσε να δημιουργήσει έναν δικό του ήχο, ικανό να περιγράψει τη συμπαντική αντίληψη που είχε ο ίδιος για τη μουσική. Ήταν πυθαγόρειος ο Vangelis, όμνυε στην αρμονία του σύμπαντος και πίστευε πως η μουσική είναι ο μόνος τρόπος για να περιγράψεις ή και για να ξεκλειδώσεις το άγνωστο και το επέκεινα. Ένιωθε πως το σύμπαν και οι κανόνες του αποτυπώνονταν καθαρότερα απ’ οπουδήποτε αλλού στη μουσική, η οποία, υπό αυτή την έννοια, μετατρεπόταν από τέχνη σε επιστήμη. Δεν ήταν τυχαία εξάλλου η συνεργασία του με τη NASA και άλλους διαφόρους επιστημονικούς φορείς και οργανώσεις ανά τον κόσμο, που είχαν στο κέντρο τους το διάστημα και κατ’ επέκταση το μέλλον. Ένα μέλλον που θα το προσδιόριζε o ίδιος μοναδικά είτε στις πιο επικές διαστάσεις του («Mythodea») είτε στις πλέον δυστοπικές («Blade Runner»).
Η περίπτωση του Διονύση Σαββόπουλου (2 Δεκεμβρίου 1944-21 Οκτωβρίου 2025) υπήρξε επίσης μοναδική. Υπάρχει η εντύπωση πως ο Σαββόπουλος δεν ήταν παγκόσμιος όσο οι προηγούμενοι συνάδελφοί του, όμως όσοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο ξεχνούν ή υποτιμούν το «Ντιρλαντά» –αυτό το καταπληκτικό, σχεδόν απελευθερωτικό τραγούδι– που έγινε επιτυχία όπου γης, λόγω της διασκευής και της ερμηνείας του. Επίσης υπήρξαν σοβαρές προτάσεις να δείξει ο ίδιος τη δουλειά του στο εξωτερικό, στην αρχή των ’70s, παρουσιάζοντας όλο εκείνο το μεγάλο ροκ που έκανε τότε, παρότι αυτό δεν κατέστη δυνατό να συμβεί για διαφόρους λόγους (πολιτικούς και άλλους).
Τον Σαββόπουλο, για να σε συγκλονίσει, θα πρέπει να τον ακούσεις στα 14-15 σου. Τότε μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή, όπως άλλαξε τη δική μου. Αν τον πρωτακούσεις μια δεκαετία αργότερα, στα 25 σου ας πούμε, σίγουρα θα χάσεις πολλά. Παρότι ως τραγουδοποιός βρισκόταν στα πράγματα για περισσότερο από εξήντα χρόνια, η δισκογραφία του είναι μάλλον μικρή. Είναι όμως θαυμαστή. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα αριστουργήματα της νιότης του, αλλά και στα μεταγενέστερα άλμπουμ του με πρωτότυπα τραγούδια, που όσο τα ακούω τόσο πιο πολύ ανακαλύπτω υποτιμημένες στιγμές δυνατής έμπνευσης. Βεβαίως, ο Σαββόπουλος δεν ήταν μόνο οι δίσκοι του, ήταν και τα live που έστηνε, και προφανώς ήταν και αυτά που έλεγε στα μίντια.
Εντάξει, για τα πολιτικά ζητήματα ο καθένας μπορεί να έχει τις δικές του απόψεις –εμένα, ας πούμε, δεν με εξέφραζαν διάφορα απ’ αυτά που έλεγε τα τελευταία αρκετά χρόνια–, αλλά ο Σαββόπουλος έχει πει φοβερά πράγματα μέσα στις δεκαετίες έως και τους πιο πρόσφατους καιρούς για τη μουσική, για το ροκ, για τη σχέση μας με την Ευρώπη και την παράδοση, για την ελληνικότητα (όχι την περιφραγμένη, αλλά την ανοιχτή στον κόσμο), για τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να γίνουμε σύγχρονοι χωρίς να χάσουμε την ψυχή μας (όπως χαρακτηριστικά το τόνιζε), για το κοινωνικό περιθώριο και τους άγραφους κανόνες του, για τους ταπεινούς καλλιτέχνες του μόχθου που αποθεώνονται μέσα από τη διαπόμπευσή τους και για άλλα πολλά – όλα αυτά που τονίζει στην τόσο απολαυστική αυτοβιογραφία του που κυκλοφόρησε πρόσφατα, και βεβαίως στη σειρά εκπομπών «Long Play» που μεταδόθηκε από τον ΣΚΑΪ, λίγο μετά τον θάνατό του, που αποτελούν την οπτική και ακουστική διαθήκη του.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO.