Οι εναλλακτικοί: Όσο πιο μακριά από το mainstream γίνεται

20 χρόνια εναλλακτική Αθήνα, ο αθέατος κόσμος που διαμόρφωσε το νέο πρόσωπο της πόλης Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
0

Τον Δεκέμβριο του 2005 που κυκλοφόρησε η LiFO, η Αθήνα έβραζε δημιουργικά. Από τη μία υπήρχε το mainstream, το καθιερωμένο, που μονοπωλούσε το ενδιαφέρον των media σε μια μεγαλούπολη μετα-ολυμπιακής αποχαύνωσης και ψευδοευημερίας, η οποία ετοιμαζόταν να υποδεχτεί την κρίση, και από την άλλη υπήρχε ένα ολόκληρο καλλιτεχνικό σύμπαν (μουσική, θέατρο, εικαστικά, γραφιστική και τέχνη του δρόμου) που ανθούσε παράλληλα, το οποίο ήταν εντελώς άγνωστο, κρυφό, υπόγειο αλλά και περιφρονητέο, γιατί δεν το κάλυπτε δημοσιογραφικά κανένα από τα παραδοσιακά μέσα της εποχής. Παρότι είχαν πιστό κοινό και έφερναν σε επαφή αρκετές μικροκοινότητες, τα περισσότερα events που ενέπιπταν στην κατηγορία «εναλλακτικό» προκαλούσαν μάλλον αποστροφή στους σοβαρούς πολιτιστικούς συντάκτες ή παραήταν ελάσσονος σημασίας για να ασχοληθούν σοβαρά μαζί τους. Ευτυχώς που υπήρχαν και τα blogs.

Το 2006 η έξοδος στην Αθήνα ήταν συναρπαστική επειδή υπήρχε το στοιχείο της έκπληξης, τα περισσότερα από όσα συνέβαιναν γύρω σου ήταν καινούργια και ανεξερεύνητα – ίσως, βέβαια, επειδή ήσουν κι εσύ νεότερος και φιλοπερίεργος, με μεγαλύτερη διάθεση να εξερευνήσεις. Και, επειδή ήταν ακόμα μια φτηνή πόλη, είχες τη δυνατότητα να κάνεις ένα σωρό πράγματα σε μια βραδιά, την ίδια βραδιά, τα οποία δεν τα μάθαινες από τα έντυπα που κυκλοφορούσαν αλλά από ένα flyer που σου έδινε κάποιος έξω από το Underworld, από ένα μήνυμα στο MySpace, από ένα SMS που έγραφε μόνο «απόψε Κ44», από ένα post σε blog, αλλά κυρίως από στόμα σε στόμα, από έναν φίλο που σου έλεγε «μετά το live πάμε σε ένα 24ωρο event στα Εξάρχεια».

Η βόλτα που ξεκινούσε από το Vinyl Microstore συνέχιζε στο Booze, μετά στο Μικρό Μουσικό Θέατρο ή στο Bios, και κατέληγε στο Pop, σε dubstep πάρτι στο Πολυτεχνείο, στη Rebound, ή σε ένα πάρτι των Amateur Boys και μετά για «βρόμικο» σε μια καντίνα, για κρέπα στα Εξάρχεια ή για σουβλάκι στην Ομόνοια, σε αυτό το μικροσκοπικό μαγαζάκι που υπήρχε στην αρχή της Πειραιώς. 

Ήταν μια πόλη που μετακινούνταν διαρκώς, από του Ψυρρή στο Μεταξουργείο, από τα Εξάρχεια στον Βοτανικό, από μια ταράτσα σε ένα υπόγειο, από ένα δισκοπωλείο σε μια γκαλερί. Η ιστορία της εναλλακτικής Αθήνας είναι, τελικά, η ιστορία αυτής της αέναης μετακίνησης. Και η πραγματική της ιστορία γράφτηκε σε εγκαταλειμμένα βιομηχανικά κτίρια, σε υπόγεια, σε ταράτσες, σε αυτοδιαχειριζόμενα πάρκα, σε παλιά νεοκλασικά, σε δισκοπωλεία που μετατρέπονταν σε χώρους συναυλιών, σε μικρά θέατρα και σε αυλές που γέμιζαν με κόσμο χωρίς να υπάρχει απαραίτητα κάποια πινακίδα στην είσοδο. Γίνονταν συναυλίες και παραστάσεις ακόμα και στα καθιστικά διαμερισμάτων, σε αυτοκίνητα, σε λεωφορεία, σε βαγόνια τρένων, σε γκαράζ, ακόμα και σε τουαλέτες (έχω δει το «Τρίπτυχο» του Χάινερ Μίλερ στις τουαλέτες του Bios).

20 χρόνια εναλλακτική Αθήνα, ο αθέατος κόσμος που διαμόρφωσε το νέο πρόσωπο της πόλης Facebook Twitter
six d.o.g.s. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Το 2006 έβγαινα σχεδόν κάθε μέρα για μια βόλτα που ήταν σαν ιεροτελεστία, ξεκινώντας από την επίσκεψη στο Vinyl Microstore, που τότε το είχε ο Νεκτάριος, μετά το πήρε ο Κωνσταντής, όπου πάντα κάτι θα συνέβαινε: κάποιο live (ντόπιων) ονομάτων που ήταν συντονισμένα με την παγκόσμια πρωτοπορία, μια εκπομπή του Vinyl Radio, ένα φεστιβάλ (τα Yuria, προς τιμήν του Yuri, του σκύλου του μαγαζιού), κυρίως, όμως, γίνονταν ενδιαφέρουσες συναντήσεις καλλιτεχνών ή wanna be καλλιτεχνών από όλο το φάσμα της τέχνης και γνώριζες κόσμο που ήταν σαν εσένα, το ίδιο weird και αδιάφορος για όσα καταγράφονταν δημοσιογραφικά γύρω του.

Ήταν ένας άλλος κόσμος που δρούσε παράλληλα και κοίταζε προς το εξωτερικό, που αδιαφορούσε για το lifestyle που προωθούσαν τα περιοδικά της εποχής ή τα πολιτιστικά που κάλυπταν οι εφημερίδες, διάβαζε Wire, Οverdub, Velvet, Ozon και ακόμα πιο ειδικά φανζίν (έντυπα και ηλεκτρονικά) και ενημερωνόταν αποκλειστικά από ξένα site και blogs (ξένα και ελληνικά στο Blogspot και στο Wordpress), κατεβάζοντας άπειρη μουσική από το Soulseek. Υπήρχαν δύο γενιές, μία που είχε ήδη διαμορφωμένα γούστα και αισθητική λόγω της παιδείας της, των ειδικών γνώσεων και των εμπειριών από τη ζωή στο εξωτερικό, και μία νεότερη που διαμορφωνόταν από το ίντερνετ και την πρόσβαση στην πληροφορία αλλά και την επαφή με τις μικροκοινότητες που συναναστρεφόταν. Οι άνθρωποι που ενδιαφέρονταν για τη μουσική, την τέχνη, το θέατρο, τις καινούργιες τάσεις και τις νέες εικόνες της πόλης συναντιούνταν ξανά και ξανά. Το ίδιο πρόσωπο που θα έβλεπες στο Vinyl Microstore για δίσκους ή σε ένα event του το πετύχαινες και σε μια συναυλία στο Bios, στο Synch, σε ένα πάρτι στο Booze, σε ένα opening στο Μοναστηράκι, σε ένα live στο Μικρό Μουσικό Θέατρο και λίγες μέρες αργότερα στο Velvet Room Party των Callas – και μερικά χρόνια αργότερα στο six d.o.g.s., στα πάρτι στο Μηχανουργείο, στο Καταραμένο Σύνδρομο, στον πεζόδρομο έξω απ’ το Handlebar, στην Knot, στο CAMP στην πλατεία Κοτζιά, στο θέατρο Εμπρός, στο Plissken ή στο Ωδείο Αθηνών.

Η βόλτα που ξεκινούσε από το Vinyl Microstore συνέχιζε στο Booze, μετά στο Μικρό Μουσικό Θέατρο ή στο Bios, και κατέληγε στο Pop, σε dubstep πάρτι στο Πολυτεχνείο, στη Rebound, ή σε ένα πάρτι των Amateur Boys και μετά για «βρόμικο» σε μια καντίνα, για κρέπα στα Εξάρχεια ή για σουβλάκι στην Ομόνοια, σε αυτό το μικροσκοπικό μαγαζάκι που υπήρχε στην αρχή της Πειραιώς. Τότε δεν υπήρχε στο πρόγραμμα έξοδος για φαγητό, ήταν κάτι που ήρθε πολύ αργότερα, με την έκρηξη της γαστροταβέρνας και των εστιατορίων, που άλλαξαν εντελώς τη νυχτερινή έξοδο – και ήταν και η ταφόπλακα για τη γύρα-ιεροτελεστία που ξεκινούσε από νωρίς το απόγευμα και τελείωνε το άλλο πρωί. Αυτό που σήμερα ονομάζουμε «σκηνή» τότε δεν είχε ακόμη όνομα, αλλά αυτή η διαδρομή σχεδόν καθημερινά, από το ένα μέρος στο άλλο για περισσότερα από δέκα χρόνια, βγάζοντας Polaroid, είναι η ιστορία της ζωής μου και διαμορφώθηκε μαζί με το «εναλλακτικό».

20 χρόνια εναλλακτική Αθήνα, ο αθέατος κόσμος που διαμόρφωσε το νέο πρόσωπο της πόλης Facebook Twitter
An. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
20 χρόνια εναλλακτική Αθήνα, ο αθέατος κόσμος που διαμόρφωσε το νέο πρόσωπο της πόλης Facebook Twitter
An. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
20 χρόνια εναλλακτική Αθήνα, ο αθέατος κόσμος που διαμόρφωσε το νέο πρόσωπο της πόλης Facebook Twitter
An. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Αυτή ήταν η κατάσταση στην Αθήνα όταν εμφανίστηκε η LiFO, η οποία ήταν το πρώτο ελληνικό μέσο που χρησιμοποίησε bloggers για συντάκτες και street artists για εικονογράφους, δίνοντάς τους την ευκαιρία να αποκαλύψουν τον κόσμο τους και τα ενδιαφέροντά τους χωρίς φίλτρα, χωρίς λογοκρισία, χωρίς περιορισμούς, και να μιλήσουν μια γλώσσα που δεν έβλεπες εύκολα τότε σε γραπτό λόγο, αληθινή, σύγχρονη, άγρια αλλά και ποιητική, και άρχισε να παρουσιάζει πρόσωπα (ίσως και αλλόκοτα) που διαμόρφωναν τον νέο πολιτισμό της Αθήνας, αλλά κανείς άλλος δεν «έπαιζε»: street artists, μοναχικές και διακριτικές φιγούρες που δρούσαν κρυφά και αθόρυβα τη νύχτα και στόλιζαν τους δρόμους με έργα χρωματιστά και αναγνωρίσιμα που δεν είχαμε ξαναδεί, μουσικούς που θεωρούνταν ακραίοι, περιθωριακοί ή πολύ πειραματικοί για να γίνουν θέμα σε μέσο της εποχής, σκηνοθέτες, ηθοποιούς, εικαστικούς που έφερναν πραγματικά νέες προτάσεις, ένα πλήθος από καλλιτέχνες οι οποίοι δημιούργησαν αυτό που θεωρείται σήμερα εναλλακτική σκηνή. Το εναλλακτικό ήταν ένας πολύ σημαντικός πυρήνας της LiFO, επειδή για τους ανθρώπους που την έφτιαχναν ήταν βασικό ενδιαφέρον, ήταν μέρος της ζωής τους.

Είναι απίστευτη η ελευθερία που είχαμε να παρουσιάσουμε καλλιτέχνες που ήταν εντελώς άγνωστοι πέρα από το στενό τους περιβάλλον, που ακούγαμε και μας άρεσαν, βλέπαμε να παίζουν και μας ενθουσίαζαν, που εικονογραφούσαν το ακραίο αλλά και έναν κόσμο που δεν υπήρχε ούτε ξώφαλτσα στα παραδοσιακά μέσα, τα οποία τότε ήταν σε φάση παντοδυναμίας. Το lifestyle που προωθούσαν με λύσσα (και η αλήθεια είναι ότι αφορούσε ως φαντασίωση αλλά και ως στόχος ζωής πάρα πολύ κόσμο, την πλειονότητα – ακόμα διαφημίζονταν τα διακοποδάνεια και τα δάνεια των 3.000 ευρώ για να τα «κάψεις» στα μπουζούκια) ήταν εντελώς απέναντι από τον δικό μας κόσμο. Παρουσιάζαμε τα outsider γιατί ήμασταν κι εμείς outsider, σε μια Αθήνα που δεν υποψιαζόταν ακόμα ότι έρχονταν μνημόνια, κρίση, gentrification, που ήταν ένα μεγάλο καζάνι που έβραζε και βρήκε ευκαιρία να ξεσπάσει με τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, η οποία στη συνέχεια, από μια καμένη πόλη με πληγές που έκαναν καιρό να κλείσουν, έγινε η πόλη των brunch, των boutique ξενοδοχείων και της ουράς έξω από τα cocktail bars. Το gentrification γεννήθηκε στους χώρους όπου ανθούσε το underground αλλά έκανε και μεγάλη ζημιά στο εναλλακτικό.  

Την εποχή που ξεκίνησε η LiFO είχε αρχίσει η παρακμή των μεγάλων δισκογραφικών, ωστόσο ήταν αυτές που προωθούσαν καλλιτέχνες στα ελληνικά media, έτσι τα πρόσωπα που παρουσίαζαν τα έντυπα ήταν σχεδόν παντού τα ίδια. Πρόσωπα του λαϊκού, του έντεχνου, των μπουζουκιών, λίγο αμήχανη ποπ, λίγο ροκ. Ακόμα και οι εναλλακτικές κυκλοφορίες ήταν συγκεκριμένες και πιο κοντά στους indie ήχους που κυριαρχούσαν στο εξωτερικό, που τότε ήταν το νέο mainstream. Υπήρχαν οι Raining Pleasure, οι Film, οι Κόρε.Ύδρο, αλλά το ενδιαφέρον των μεγάλων εταιρειών για πιο πειραματικούς ήχους ήταν ανύπαρκτο. Τα μέσα των ’00s ήταν μια περίοδος έντονου πειραματισμού για την Αθήνα, κυρίως στον χώρο της ηλεκτρονικής μουσικής, με ονόματα που ήταν πραγματικά πρωτοποριακά, με concept το ίδιο δυνατό με τη μουσική τους και παρουσίες στη σκηνή που δεν είχαμε ξαναδεί.

20 χρόνια εναλλακτική Αθήνα, ο αθέατος κόσμος που διαμόρφωσε το νέο πρόσωπο της πόλης Facebook Twitter
Bios. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
20 χρόνια εναλλακτική Αθήνα, ο αθέατος κόσμος που διαμόρφωσε το νέο πρόσωπο της πόλης Facebook Twitter
Death Disco. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Όπως οι Mary and The Boy (ο Αλέξανδρος Βούλγαρης/The Boy και η Μαίρη Τσώνη) που έσκασαν ξαφνικά με ένα σκοτεινό μείγμα πανκ, καμπαρέ και synth-goth και δεν μπορούσες πουθενά να τους κατατάξεις. Θυμάμαι ένα συγκλονιστικό live τους το 2007 στο υπόγειο του εκθεσιακού χώρου της Helexpo όπου γινόταν η Art Athina, την ίδια χρονιά που είχε αποσύρει η αστυνομία τον «Εθνικό Ύμνο» της Εύας Στεφανή. Θυμάμαι τα live των Drog_A_Tek στο Σινέ Τριανόν στην Πατησίων, την πρώτη εμφάνιση του Larry Gus, ενός αεικίνητου πιτσιρικά που κατασκεύαζε το live του μπροστά στα μάτια σου από samples και synths, τους Night on Earth, τoν Άγγελο Κυρίου που ήταν μια κατηγορία από μόνος του, την ενέργεια των A Victim of Society, τους Φανταστικούς Ήχους, τον KU (το μισό των SUKU, όπου τραγουδούσε η Γεωργία Σαγρή), τους My Wet Calvin με τα απίθανα κοστούμια ζώων στα live, τους Acid Baby Jesus, τους Bazooka, τους Baby Guru, οι οποίοι ήταν μια αποκάλυψη, να παίζουν τα κομμάτια του πρώτου δίσκου τους στο υπόγειο του King Elephant. Η Αθήνα αποκτούσε σκηνή με πολύ δυνατές παρουσίες και ήχο, και αυτό δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει κανείς.

Από την πρώτη στιγμή η LiFO άρχισε να παίζει την αναδυόμενη αυτή ανεξάρτητη σκηνή, που δρούσε μόνη της, κυρίως DIY, με κυκλοφορίες που δεν είχαν καν διανομή αλλά διανέμονταν από χέρι σε χέρι ή μπορούσες να τις βρεις σε συγκεκριμένα δισκοπωλεία, και φυσικά αποκτούσε υπόσταση από τα live – ο πιο σημαντικός παράγοντας για να διαδοθεί η φήμη ενός συγκροτήματος από στόμα σε στόμα. Ταυτόχρονα άρχισαν να εμφανίζονται ανεξάρτητες εταιρείες, μικρές στην αρχή, με δύναμη στη συνέχεια, όπως η ⁠Inner Ear Records, η Sonic Playground, η Klik Records, η Just Gazing Records, η Puzzlemusik, η Archangel, η Cast-A-Blast, η θεσσαλονικιώτικη Weird Noise Records, κι αρκετές άλλες που δεν μακροημέρευσαν. Αυτές συγκέντρωσαν ένα μεγάλο μέρος της σκηνής και άρχισε να παίρνει υπόσταση και δισκογραφικά.

Το βασικό σημείο συνάντησης των περισσότερων «εναλλακτικών» ήταν το Bios, ο χώρος που συμβολίζει εκείνη την περίοδο επειδή έκανε και τις περισσότερες εκδηλώσεις. Φιλοξένησε συναυλίες, παραστάσεις, εκθέσεις και πάρτι, αλλά πρότεινε κι έναν διαφορετικό τρόπο να κατοικείς την πόλη. Δεν ήταν απλά ένα ακόμη πολιτιστικό venue, ήταν ένα εργαστήριο, ένας χώρος όπου η μουσική μπορούσε να συναντήσει την περφόρμανς, η ηλεκτρονική σκηνή τα εικαστικά και το θέατρο (το devised theatre) τη νυχτερινή ζωή. Η ταράτσα του έγινε ένα από τα σημεία αναφοράς της αθηναϊκής νύχτας. Εκεί, με θέα την Ακρόπολη, γίνονταν συναυλίες, προβολές, φεστιβάλ και πάρτι που δεν είχαν σχέση με όσα υπήρχαν μέχρι τότε. Δεν ήταν μόνο το πρόγραμμα, ήταν η αίσθηση ότι βρισκόσουν σε έναν χώρο όπου κάτι καινούργιο δοκιμαζόταν. Από τα δωμάτιά του πέρασε κυριολεκτικά όλη η ελληνική εναλλακτική σκηνή, αλλά και όλη η πρωτοπορία των μουσικών του κόσμου που τότε μπορούσες να δεις στις σελίδες του Wire, στο Pitchfork, ή σε blog όπως το GORILLA VS. BEAR (ενός Τεξανού που ήταν influencer προτού ακόμα η λέξη αποκτήσει τη σημερινή της έννοια).

Το κτίριο της Πειραιώς 84 έγινε στέκι, διαμόρφωσε γούστα και αισθητική αλλά κυρίως στήριξε την εναλλακτική δημιουργία και τη βοήθησε να περάσει σε περισσότερο κόσμο. Εκεί μπορούσες να δεις τους Baby Guru όταν ακόμη έκαναν τα πρώτα τους βήματα, τους Acid Baby Jesus, τον Biomass ή τους Victory Collapse, αλλά και να πετύχεις μια παράσταση των Blitz, μια έκθεση ή ένα πάρτι που κρατούσε μέχρι το πρωί. Λίγο πιο πέρα, μετά την Τεχνόπολη, το Κ44 στην οδό Κωνσταντινουπόλεως λειτουργούσε ως ο απόλυτος ναός για indie rock, post-punk, electro, synth-pop, αλλά και hip-hop/low-fi ήχους. Ναοί του ανεξάρτητου και του εναλλακτικού ήταν παράλληλα το Gagarin και το An Club. Στο Gagarin το Cult Festival που διοργάνωνε ο Νίκος Τριανταφυλλίδης έδωσε ξανά πολιτιστική αξία στο «cult», το «trash» και το «underground».

20 χρόνια εναλλακτική Αθήνα, ο αθέατος κόσμος που διαμόρφωσε το νέο πρόσωπο της πόλης Facebook Twitter
Death Disco. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
20 χρόνια εναλλακτική Αθήνα, ο αθέατος κόσμος που διαμόρφωσε το νέο πρόσωπο της πόλης Facebook Twitter
K 44. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Στα μέσα των ’00s η συνοικία του Ψυρρή και το Μοναστηράκι αποτελούσαν ακόμη βασικά σημεία εξόδου. Το Booze Cooperativa –ένα από τα πρώτα εναλλακτικά art bars της Αθήνας– ήταν σαν ένα μεγάλο αστικό σαλόνι, όπου μπορούσαν να συναντηθούν διαφορετικές κοινότητες, από φοιτητές που μόλις είχαν φτάσει στην Αθήνα μέχρι εικαστικούς, ανθρώπους του θεάτρου, μουσικούς, παραγωγούς, DJs. Μεταξύ 2006 και 2008 άνθησε στο υπόγειό του το underground θέατρο, και το Booze έγινε μόνιμη στέγη για ερασιτεχνικές και low-budget επαγγελματικές ομάδες που πειραματίζονταν με το «θέατρο δωματίου» και το in-yer-face theatre, εκμεταλλευόμενες τη βιομηχανική και σκοτεινή αισθητική του παλιού κλωστοϋφαντουργείου. Αυτό που χαρακτήρισε το Booze, όμως, ήταν η μουσική του ισογείου, πρωτοποριακή, πειραματική και από όλο το φάσμα της electronica, με χαρακτηριστικούς DJs στα decks τον Voltnoi των Erasers και τους Kinomatik, ένα από τα πιο γνωστά και επιδραστικά ονόματα της underground οπτικοακουστικής σκηνής της Αθήνας. Εκθέσεις, παρουσιάσεις βιβλίων, περφόρμανς, συναυλίες, θεατρικά δρώμενα και συζητήσεις συνέθεταν ένα καθημερινό πρόγραμμα που δεν χώριζε ποτέ την τέχνη από τη νυχτερινή ζωή. Στο υπόγειο έκαναν έκθεση με έργα τους street artists, αλλά και ο Μάριος Περάκης, ένας πολύ ιδιαίτερος underground δημιουργός που συμμετείχε στο Anathena αλλά και στην έκθεση «Illustration LiFO» που είχε κάνει η LiFO το 2010 στο Μουσείο Μπενάκη.

Σημαντική συμβολή στη διαμόρφωση της πειραματικής και low-fi σκηνή της Αθήνας στα μέσα των ’00s είχε το Μικρό Μουσικό Θέατρο, ένας ιστορικός DIY, underground πολυχώρος στο Κουκάκι, στην οδό Βεΐκου. Εκτός από αξέχαστα live ξένων καλεσμένων, όπως ο Jens Lenkman, στη μικρή σκηνή του γινόταν κάθε άνοιξη το Burnt Festival, με εμβληματικές πρώτες εμφανίσεις νέων καλλιτεχνών. Εκεί, τον Μάιο του 2006, ήταν η πρώτη φορά που η Monika συστήθηκε σόλο στο αθηναϊκό κοινό, αφήνοντας την μπάντα του αδελφού της (τους Serpentine) και έχοντας ανεβάσει μόλις λίγες ημέρες πριν τα πρώτα της κομμάτια στο MySpace. Εκείνη η εμφάνιση τής άνοιξε τον δρόμο για μια λαμπρή καριέρα και ήταν η αφορμή να γίνει μια 19χρονη «Αθηναία της εβδομάδας» στη LiFO, στην πρώτη της συνέντευξη. Από κει ξεκίνησε και ο Larry Gus με μια αξέχαστη εμφάνιση, εκεί είδα για πρώτη φορά τον Felizol, σόλο τον The Boy. Ο The Boy και ο Felizol είχαν ήδη συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση του Burnt Festival, ωστόσο, μία από τις πιο εμβληματικές στιγμές της DIY Αθήνας υπήρξε το τριήμερο φεστιβάλ που διοργάνωσε ο Αλέξανδρος Βούλγαρης στο ίδιο του το διαμέρισμα στα Εξάρχεια τον Μάιο του 2007. Σε μια αυθεντικά punk κίνηση, άνοιξε το σπίτι του σε περισσότερους από τριάντα μουσικούς της ανεξάρτητης αθηναϊκής σκηνής. Ανάμεσά τους βρίσκονταν οι Bolek & Lolek, η Nalyssa Green στα πρώτα της βήματα, οι Κτίρια τη Νύχτα, ο Sillyboy, ο Spectralfire, οι Le Page, οι Berlin Brides και πολλοί ακόμη, σε ένα γεγονός που έμεινε στη μνήμη όσων το έζησαν ως η πιο χαρακτηριστική έκφραση της DIY κουλτούρας της εποχής.

Τον Οκτώβριο του 2009, λίγους μήνες πρoτού η οικονομική κρίση γίνει η νέα πραγματικότητα της χώρας, εμφανίζεται το six d.o.g.s., αποτέλεσμα της ένωσης του King Kong και του Urban, που μεταμόρφωσε την οδό Αβραμιώτου και μαζί της ένα ολόκληρο κομμάτι του ιστορικού κέντρου. Εκτός από μπαρ και συναυλιακός χώρος, ήταν ένα νέο μοντέλο πολιτιστικού πολυχώρου: μια σειρά από μικρούς, αυτόνομους χώρους οργανωμένους γύρω από μια μεγάλη εσωτερική αυλή, όπου μπορούσαν να συνυπάρχουν συναυλίες, DJ sets, εκθέσεις, περφόρμανς, προβολές, θεατρικές δράσεις, εργαστήρια, καφές και νυχτερινή έξοδος. Το πρόγραμμα έτρεχε σχεδόν αδιάκοπα, με περισσότερες από 500 εκδηλώσεις τον χρόνο, από τις πρώτες εμφανίσεις νέων ελληνικών συγκροτημάτων μέχρι techno και house parties με σημαντικούς διεθνείς DJs, φεστιβάλ, παρουσιάσεις βιβλίων. Στις αρχές της δεκαετίας του 2010 εξελίχθηκε στο αντίπαλο δέος του Bios. Η αυλή του λειτούργησε ως άτυπο καλλιτεχνικό φυτώριο, όπου οι παρέες άλλαζαν από το πρωί μέχρι αργά τη νύχτα και οι συνεργασίες γεννιούνταν σχεδόν οργανικά.

20 χρόνια εναλλακτική Αθήνα, ο αθέατος κόσμος που διαμόρφωσε το νέο πρόσωπο της πόλης Facebook Twitter
six d.o.g.s. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Κάποιοι, χαριτολογώντας, το αποκάλεσαν «τον ναό του Αθηναίου χίπστερ». Ο χαρακτηρισμός έμεινε, αλλά συχνά έκρυβε τη μεγαλύτερη σημασία του χώρου. Για περισσότερο από μία δεκαετία, μέχρι το οριστικό κλείσιμό του στα τέλη του 2020, αποτέλεσε έναν από τους χώρους που καθόρισαν όσο λίγοι την πολιτιστική ταυτότητα της Αθήνας και έγινε συνώνυμο με τη διασκέδαση στα χρόνια της κρίσης.

Ένας πολύ σημαντικός πυρήνας μιας ολόκληρης σκηνής, που διαμόρφωσε την ανεξάρτητη Αθήνα των ’00s και των αρχών των ’10s, ήταν το πολυμορφικό εγχείρημα των Άρη και Λάκη Ιωνά (The Callas), το «Velvet». Το «Velvet» ήταν περιοδικό, αλλά γύρω του δημιουργήθηκε σταδιακά μια κοινότητα μουσικών, καλλιτεχνών, γραφιστών, φωτογράφων και κινηματογραφιστών, που δεν περιοριζόταν στην έκδοση ενός εντύπου αλλά παρήγαγε συναυλίες, εκθέσεις, ταινίες και happenings. Τα Velvet Parties ξεκίνησαν στο Bios περίπου το 2006, όταν η ανεξάρτητη κιθαριστική σκηνή της Αθήνας αναζητούσε τους δικούς της χώρους έκφρασης, και λειτουργούσαν ως σημείο συνάντησης για συγκροτήματα που τότε έκαναν τα πρώτα τους βήματα: Victory Collapse, The Velvoids, My Wet Calvin, Exposed by Observers, Nasty Beach, Microondas και πολλοί άλλοι. Από το 2009 μεταφέρθηκαν στο six d.o.g.s., αλλά θρυλικά έχουν μείνει τα Velvet Room lives που έκαναν στο στούντιό τους στην οδό Μιλτιάδου στην Αγία Ειρήνη, στον 4ο όροφο. Χωρούσαν μόνο λίγες δεκάδες άνθρωποι, αλλά γεννιούνταν συνεργασίες και γίνονταν συναρπαστικές εμφανίσεις, που θύμιζαν τη λονδρέζικη art scene των ’90s.

Από τους πιο σημαντικούς αλλά και πιο υποτιμημένους χώρους της αθηναϊκής εναλλακτικής σκηνής ήταν η Knot Gallery στη Μιχαλακοπούλου, στους Αμπελόκηπους, στον χώρο μιας παλιάς ντίσκο, η οποία από το 2010 ουσιαστικά διαδέχθηκε το Μικρό Μουσικό Θέατρο ως βασικό σημείο αναφοράς για την πειραματική μουσική. Η Knot έγινε επίσης το επίκεντρο του devised theatre και της περφόρμανς. Εκτός από τα αξέχαστα avant guard live του Άγγελου Κυρίου, του Giuseppe Ielasi, του Nils Økland, τον χώρο σημάδεψε ο «Γλάρος» του Τσέχοφ που είχε ανεβάσει η ομάδα Pequod σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Ξανθόπουλου. Προτού ακόμα γίνει ένας από τους συνιδιοκτήτες του χώρου, ο Γιάννης Κοτσώνης μαζί με την Δανάη Στεφάνου, ως acte vide, διοργάνωναν θρυλικές live βραδιές με πειραματική, ηλεκτροακουστική μουσική στο διαμέρισμά τους στην πλατεία Εξαρχείων.

Ένας χώρος που έχει συνδεθεί έντονα με τα χρόνια της κρίσης ήταν το Handlebar στην οδό Μελανθίου στου Ψυρρή, που έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση της indie και garage σκηνής των αρχών της δεκαετίας του 2010. Ήταν ένας μικρός χώρος που συνδύαζε café, μπαρ και ποδηλατικό εργαστήριο, αλλά γρήγορα εξελίχθηκε σε σημείο συνάντησης της DIY μουσικής κοινότητας της Αθήνας. Από το 2012 ως το 2014 φιλοξενούσε συνεχώς live νέων ελληνικών συγκροτημάτων και ξένων σχημάτων που περιοδεύουν στα Βαλκάνια και εβδομαδιαία DJ nights, όπως τα Punk Wednesdays. Εκείνη την εποχή εμφανίζονταν εκεί συχνά καλλιτέχνες όπως οι My Drunken Haze, The Noise Figures, Alien Mustangs, The Steams, και αρκετοί solo performers της folk και lo-fi σκηνής.

Ένας απρόσμενος χώρος που συγκέντρωνε παρόμοιο κοινό ήταν το Καταραμένο Σύνδρομο στην οδό Φυλής. Λειτούργησε στις αρχές της δεκαετίας του 2010 και έγινε σημείο αναφοράς για τη noise, punk, hardcore, experimental και free improvisation σκηνή. Η λογική του ήταν «στήνουμε μόνοι μας τη συναυλία», χωρίς επαγγελματική παραγωγή ή εμπορική στόχευση. Μέρος της ταυτότητάς του ήταν ότι δεν ανήκε στον «χάρτη» της διασκέδασης της Αθήνας αλλά σε μια γειτονιά που βρισκόταν έξω από τα καθιερωμένα πολιτιστικά δίκτυα.

20 χρόνια εναλλακτική Αθήνα, ο αθέατος κόσμος που διαμόρφωσε το νέο πρόσωπο της πόλης Facebook Twitter
K44. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
20 χρόνια εναλλακτική Αθήνα, ο αθέατος κόσμος που διαμόρφωσε το νέο πρόσωπο της πόλης Facebook Twitter
Ρομάντο. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Κάτι ανάλογο για τη skate κοινότητα της Αθήνας ήταν το Latraac που άνοιξε το 2017 στον Κεραμεικό, με τη μουσική να είναι οργανικό κομμάτι της ταυτότητάς του. Φιλοξενούσε σχεδόν καθημερινά DJ sets, μικρά live, αυτοσχέδια πάρτι και παρουσιάσεις δίσκων, και από τα decks του πέρασαν ο Larry Gus, οι Acid Baby Jesus, ο Jay Glass Dubs, ο Bill Kouligas (PAN Records), ακόμη και οι Αμερικανοί Black Lips, ενώ η έμφαση δινόταν περισσότερο στην experimental ηλεκτρονική μουσική, το dub, το leftfield, την ambient και τα υβρίδια club μουσικής παρά στο indie rock που χαρακτήρισε την προηγούμενη δεκαετία.

Ήταν πολύ σημαντικό ότι από το 2010 και μετά υπήρχαν στην Αθήνα αρκετοί και διαφορετικοί χώροι στους οποίους σύχναζε το ίδιο πάνω-κάτω κοινό, και πρόσφεραν περισσότερες ευκαιρίες ακόμα και σε πρωτοεμφανιζόμενους καλλιτέχνες με πολύ στενό πυρήνα φαν (ακόμα και 20 ατόμων) να κάνουν συχνότερες εμφανίσεις. Γρήγορα άρχισαν να ξεχωρίζουν καλλιτέχνες και να γίνονται δημοφιλείς και σε ευρύτερο κοινό, έτσι το εναλλακτικό άρχισε να ενδιαφέρει και τα παραδοσιακά μέσα, τα οποία άρχισαν να στρέφονται για υλικό στα νεαρά και φρέσκα πρόσωπα που αναδύονταν μέσα από τη σκηνή. Όταν η Monika έβγαλε το «Avatar», έγινε περιζήτητη για συνεντεύξεις, έκανε εξώφυλλα, και άρχισαν όλοι να ασχολούνται με τους Mary and The Boy, τους Baby Guru, κι αργότερα τη Nalyssa Green, τους Mechanimal, τους Chickn, τους Dury Dava. To Φεστιβάλ Αθηνών έκανε πολύ γρήγορα μεγάλο άνοιγμα στους καλλιτέχνες της εναλλακτικής μουσικής και του εναλλακτικού θεάτρου, έτσι από το καλοκαίρι του 2006, που ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνσή του ο Γιώργος Λούκος, το εναλλακτικό έγινε βασικός πυρήνας του. Το Synch –το κατεξοχήν εναλλακτικό φεστιβάλ της Αθήνας– εντάχθηκε στο πρόγραμμά του, και ένα σωρό πειραματικές και ανεξάρτητες ομάδες που δρούσαν σε μικρούς χώρους άνθησαν δημιουργικά με έργα που είναι πλέον ιστορικά.

Το 2010 άνοιξε το CAMP στην Πλατεία Κοτζιά, απέναντι ακριβώς από το δημαρχείο, και φιλοξένησε δεκάδες εκθέσεις, περφόρμανς, συζητήσεις, προβολές, συναυλίες και αυτοοργανωμένα πρότζεκτ Ελλήνων δημιουργών αλλά και ξένων. Τότε η περιοχή βρισκόταν μακριά από τη σημερινή της εικόνα, το ιστορικό κέντρο αντιμετώπιζε έντονα προβλήματα εγκατάλειψης, ενώ η κρίση είχε αρχίσει να αλλάζει ριζικά τον αστικό ιστό. Το CAMP ήταν από τους πρώτους χώρους που προσπάθησαν να επαναφέρουν πολιτιστική ζωή σε αυτήν τη γειτονιά, λίγο πριν ανοίξει το Ρομάντσο. Δύο χρόνια αργότερα άνοιξε στην Κυψέλη το Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (ΚΕΤ), ένας από τους σημαντικότερους ανεξάρτητους χώρους της αθηναϊκής σκηνής, στη γωνία Κύπρου 91Α και Σικίνου 35Α, σε έναν χώρο που παλιότερα λειτουργούσε ως βιοτεχνία επισκευής ασπρόμαυρων τηλεοράσεων, δίνοντας έμφαση στη σύγχρονη δραματουργία, το devised theatre, τον σύγχρονο χορό, την περφόρμανς, τα δημιουργικά ντοκιμαντέρ και κυρίως τη μουσική του αυτοσχεδιασμού.

Μια μεγάλη τομή στην εναλλακτική σκηνή της Αθήνας ήρθε το 2011. Μέσα στο κλίμα της οικονομικής κρίσης και των κινημάτων των πλατειών, μια ομάδα καλλιτεχνών, αρχιτεκτόνων, πανεπιστημιακών και ακτιβιστών, με πρωτοβουλία του σκηνοθέτη Γιάννη Αναστασάκη και της ομάδας Mavili Collective, προχώρησε στην επαναλειτουργία του εγκαταλειμμένου θεάτρου Εμπρός ως αυτοδιαχειριζόμενου δημόσιου χώρου. Από την αρχή όλες οι δράσεις οργανώνονταν μέσα από ανοιχτές συνελεύσεις, χωρίς καλλιτεχνικό διευθυντή και χωρίς εισιτήριο. Το Εμπρός στου Ψυρρή έγινε γρήγορα σημείο αναφοράς για τη νέα ανεξάρτητη σκηνή της Αθήνας. Φιλοξένησε θεατρικές παραστάσεις, περφόρμανς, συναυλίες, χορό, προβολές, διαλέξεις, εργαστήρια και διεθνή φεστιβάλ. Ταυτόχρονα λειτούργησε ως χώρος πολιτικής συζήτησης, συνελεύσεων και αλληλεγγύης, αντανακλώντας το κλίμα της εποχής μετά το 2011. Αποτέλεσε ένα από τα πιο γνωστά ευρωπαϊκά παραδείγματα commons, ενός πολιτιστικού χώρου που επιχειρούσε να λειτουργήσει ως κοινό αγαθό και όχι ως ιδιωτική επιχείρηση ή κρατικός οργανισμός. Η ιστορία του συνοδεύτηκε από συνεχείς συγκρούσεις με το κράτος. Το κτίριο ανήκει στο Δημόσιο και κατά καιρούς επιχειρήθηκαν εκκενώσεις και σφραγίσεις (2013, 2021, 2022), οι οποίες συνάντησαν έντονες αντιδράσεις από την ελληνική και τη διεθνή καλλιτεχνική κοινότητα.

cover
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Το φθινόπωρο του 2013 η ομάδα του Bios ανέλαβε το ιστορικό κτίριο του θρυλικού λαϊκού περιοδικού «Ρομάντσο», στην οδό Αναξαγόρα 3-5, στην περιοχή του Γερανίου. Το Ρομάντσο σχεδιάστηκε ως creative hub: ένα κτίριο όπου συνυπήρχαν γραφεία δημιουργικών ομάδων, designers, αρχιτεκτόνων, startups, ανεξάρτητων εκδοτών, εταιρειών επικοινωνίας και πολιτιστικών οργανισμών, μαζί με αίθουσες εκδηλώσεων, εργαστήρια, στούντιο και χώρους συναυλιών. Ήταν από τις πρώτες φορές που στην Αθήνα εφαρμόστηκε σε τέτοια κλίμακα το μοντέλο του coworking σε συνδυασμό με τον πολιτισμό. Παράλληλα, το Ρομάντσο εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο δραστήριους χώρους της πόλης. Στους ορόφους και τις αίθουσές του φιλοξενήθηκαν συναυλίες, ηλεκτρονικά πάρτι, εκθέσεις σύγχρονης τέχνης, περφόρμανς, προβολές, φεστιβάλ, εκθέσεις design, παρουσιάσεις βιβλίων, συνέδρια, εργαστήρια και ομιλίες. Έδωσε χώρο τόσο σε νέες ελληνικές μπάντες όσο και σε διεθνείς καλλιτέχνες, ενώ αποτέλεσε σημείο συνάντησης για την κοινότητα του graphic design, της αρχιτεκτονικής, της φωτογραφίας και της ψηφιακής δημιουργίας.

Η τέταρτη γενιά πολιτιστικών χώρων που συνδέονται με το εναλλακτικό περιλαμβάνει το ΠΛΥΦΑ, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της μετατόπισης της αθηναϊκής πολιτιστικής ζωής προς τα μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα και τον Βοτανικό, το Ωδείο Αθηνών (για φεστιβάλ και πάρτι) και το Plex, τη νέα πολιτιστική πρόταση του Βασίλη Χαραλαμπίδη στον Κεραμεικό.

Οι απρόβλεπτοι χώροι, η νέα θεατρική γλώσσα, η χρήση της τεχνολογίας, οι αναφορές στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα και η αντίδραση στο κλασικό ήταν βασικά στοιχεία μιας εναλλακτικής παράστασης, έτσι πολλές παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών από ομάδες εκτός θεατρικού κατεστημένου συγκέντρωναν πάντα και ένα μεγάλο μέρος του εναλλακτικού κοινού. Το ίδιο και κάποιες παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου. Το «Ταξίδι με τρένο» των Πρόδρομου Τσινικόρη και Ανέστη Αζά που έγινε στην ταράτσα του Μεγάρου του ΟΣΕ στο Μεταξουργείο ήταν η πρώτη τους επίσημη απόπειρα στο είδος του θεάτρου-ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, με νεαρόκοσμο να τους παρακολουθεί φανατικά.  

Εναλλακτικό θέατρο ήταν και το «Phobia: ένα θέαμα» που έκανε η Αργυρώ Χιώτη με τους Vasistas στο Εθνικό. Το ίδιο εναλλακτικό ήταν και το «Εδώ» που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Νανούρης με οχτώ αληθινές ιστορίες-μαρτυρίες μεταναστών που δημοσίευσε σε αθηναϊκές εφημερίδες ο Γκαζμέντ Καπλάνι, το οποίο παρουσιάστηκε στο Θέατρο στο Τροχόσπιτο (ένα τροχόσπιτο που είχε σχεδιάσει ο Σωκράτης Σωκράτους) σε διάφορα σημεία της Αθήνας, οι παραστάσεις που έκαναν οι Blitz για το Φεστιβάλ, τα «Καλοκαιρινά μπάνια» των Κώστα Κουτσολέλου και Βάσως Καμαράτου στην Πειραιώς 260, αλλά και το «Άνθρωποι και ποντίκια» του Βασίλη Μπισμπίκη στον Τεχνοχώρο Cartel.

Από την άλλη υπήρχε το αξέχαστο αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη στο θέατρο Εμπρός στο πλαίσιο του θεατρικού φεστιβάλ με την ονομασία «Αυτογκόλ», που στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Μπαγκλαντές, υπήρχαν οι home-made περφόρμανς  του Βασίλη Νούλα όπως το «Εκτοπλάσματα» (βασισμένο στην ομώνυμη ποιητική συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη) και η «Άπνοια» που παίζονταν σε διαμερίσματα σε διάφορες περιοχές της Αθήνας, το βασισμένo στην «Έρημη Χώρα» του T. S. Eliot «Waste» που ανέβασε στο Bios o Θέμελης Γλυνάτσης, το «Λουκούμι» του Γ. Κωνσταντινίδη στο Hood με τον Χαρίλαο Τρουβά, ο «Θείος Βάνιας» του Τσέχοφ που σκηνοθέτησε η Μαρία Μαγκανάρη, αλλά και εντελώς ιδιοσυγκρασιακές περφόρμανς όπως το «Καλέμι στα Δόντια», μια συναρπαστική βόλτα με αυτοκίνητο στη νυχτερινή Αθήνα με ποίηση και μουσική και οδηγό τον Σαμσών Ρακά, και άλλες πολλές παραστάσεις και περφόρμανς που ήταν εξαιρετικές, καλές, αλλά και μέτριες, ακόμα και ανυπόφορες. Γιατί φάγαμε και πολλή σαβούρα μέσα στον πειραματισμό και την πρωτοπορία, δεν ήταν όλα τα εναλλακτικά σημαντικά ή αριστουργήματα. Ζήσαμε και νύχτες χασμουρητού και πλήξης σε κάθε κατηγορία, στη μουσική, στο θέατρο, στα εικαστικά. Ας πάμε όμως στα εικαστικά. 

Οι εναλλακτικοί: Όσο πιο μακριά από το mainstream γίνεται Facebook Twitter
K44. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

Στο τέλος του 2005 που εμφανίστηκε η LiFO, η Αθήνα δεν είχε ακόμη την εικόνα μιας διεθνούς πόλης σύγχρονης τέχνης. Υπήρχαν σημαντικές γκαλερί, μουσεία και ιδρύματα, υπήρχε η δραστηριότητα της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών και μια ισχυρή γενιά καλλιτεχνών που είχε ήδη αρχίσει να συνομιλεί με τις διεθνείς εξελίξεις, όμως έλειπε ένα ενδιάμεσο πεδίο: χώροι, πλατφόρμες και συλλογικότητες που να λειτουργούν έξω από τα παραδοσιακά μοντέλα της γκαλερί ή του μουσείου. Αυτό το κενό άρχισε να καλύπτεται σταδιακά από μια νέα γενιά ανθρώπων που δεν αντιμετώπιζε την τέχνη μόνο ως παραγωγή και έκθεση έργων, αλλά και ως διαδικασία συνάντησης, έρευνας και δημιουργίας κοινοτήτων. Μετά το 2005 η Αθήνα άρχισε να αποκτά ένα παράλληλο καλλιτεχνικό οικοσύστημα: μικρούς ανεξάρτητους χώρους, προσωρινές εκθέσεις σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, αυτοοργανωμένες πλατφόρμες, εκδοτικά εγχειρήματα, πάρτι, περφόρμανς και δράσεις που βρίσκονταν συχνά ανάμεσα στις εικαστικές τέχνες, τη μουσική, το θέατρο, τον ακτιβισμό και τη νυχτερινή ζωή. Η νέα εναλλακτική κατάσταση που διαμορφωνόταν στα εικαστικά ήταν αποτέλεσμα μιας σειράς συμπτώσεων, προσωπικών πρωτοβουλιών και μιας νέας αντίληψης για το τι μπορεί να είναι ένας πολιτιστικός χώρος. Η πόλη, ειδικά οι περιοχές γύρω από το ιστορικό κέντρο, τον Κεραμεικό, το Μεταξουργείο, το Γκάζι και αργότερα τα Εξάρχεια, έγιναν πεδία πειραματισμού. Η εγκατάλειψη των κτιρίων, η χαμηλή αξία των ακινήτων και η παρουσία διαφορετικών κοινοτήτων δημιούργησαν ένα αστικό περιβάλλον όπου η τέχνη μπορούσε να δοκιμάσει νέες μορφές.

Ένας από τους σημαντικότερους καταλύτες αυτής της περιόδου ήταν το ReMap, που ξεκίνησε το 2007 με επιμελήτρια τη Χλόη Βαΐτσου ως μια ανεξάρτητη πλατφόρμα σύγχρονης τέχνης στην περιοχή Κεραμεικού και Μεταξουργείου. Το ενδιαφέρον του ReMap δεν ήταν απλώς να παρουσιάσει έργα τέχνης σε εναλλακτικούς χώρους, αλλά να συνδέσει την καλλιτεχνική παραγωγή με την ίδια την πόλη. Η λογική του, σε αντίθεση με μια κλασική έκθεση, ήταν να καλούνται καλλιτέχνες να χρησιμοποιήσουν διαμερίσματα, αυλές, άδεια καταστήματα και βιομηχανικούς χώρους, δημιουργώντας ένα προσωρινό δίκτυο τέχνης μέσα στον αστικό ιστό. Η περιοχή λειτουργούσε ως ενεργό μέρος της εμπειρίας: Οι επισκέπτες περπατούσαν σε μια γειτονιά που μεταμορφωνόταν για λίγες ημέρες σε έναν χάρτη καλλιτεχνικών συναντήσεων. Οι δρόμοι, τα εγκαταλελειμμένα κτίρια, οι κάτοικοι και οι διαφορετικές κοινότητες της περιοχής αποτελούσαν μέρος της αφήγησης. Παράλληλα, δημιούργησε έναν χώρο συνάντησης για μια νέα γενιά Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, επιμελητών και ερευνητών, που άρχισαν να βλέπουν την Αθήνα ως πεδίο παραγωγής και όχι απλώς ως έναν τόπο παρουσίασης.

Το 2008 ιδρύεται από τη Χριστιάνα Γαλανοπούλου το MIRfestival, ένας από τους πρώτους ελληνικούς θεσμούς που έφεραν στην Αθήνα τις νέες υβριδικές μορφές τέχνης: περφόρμανς, live media, εγκαταστάσεις, πειραματική μουσική, ψηφιακά έργα και έργα στα όρια θεάτρου και εικαστικών. Το όνομά του, δανεισμένο από τον σοβιετικό διαστημικό σταθμό Mir, παρέπεμπε στην ιδέα μιας προσωρινής πλατφόρμας συνάντησης διαφορετικών καλλιτεχνικών «αποστολών». Σε μια Αθήνα που λίγο πριν από την κρίση αναζητούσε νέες διεθνείς συνδέσεις, το MIR λειτούργησε ως γέφυρα ανάμεσα στην τοπική σκηνή και τα ευρωπαϊκά δίκτυα σύγχρονης περφόρμανς, αναδεικνύοντας νέους δημιουργούς και προτείνοντας μια διαφορετική αντίληψη για το τι μπορεί να είναι ένα φεστιβάλ τέχνης.

Μέσα στο κλίμα που δημιούργησαν το ReMap και το MIR εμφανίστηκε το 2010 η Kunsthalle Athena –στο νεοκλασικό κτίριο στο Μεταξουργείο στην οδό Κεραμεικού 28–, ένα από τα πιο επιδραστικά εγχειρήματα της περιόδου. Δημιουργήθηκε από την επιμελήτρια τέχνης και θεωρητικό Μαρίνα Φωκίδη μαζί με μια ομάδα συνεργατών, σε μια στιγμή κατά την οποία η Αθήνα βρισκόταν ήδη αντιμέτωπη με τις πρώτες συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Η ιδέα ήταν να δημιουργηθεί ένας ευέλικτος οργανισμός που θα αντιμετώπιζε την τέχνη ως πεδίο συνάντησης, συζήτησης και κοινωνικής ανταλλαγής. Το πρώτο της εγχείρημα, το «The Bar», τον Μάιο του 2010, ήταν ενδεικτικό αυτής της φιλοσοφίας. Οι χώροι του νεοκλασικού ήταν ένα περιβάλλον όπου καλλιτέχνες, μουσικοί, θεωρητικοί, κάτοικοι της περιοχής και άνθρωποι της νυχτερινής Αθήνας μπορούσαν να συναντηθούν. Το κτίριο αυτό έγινε σταδιακά ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της νέας αθηναϊκής σκηνής.

Οι εναλλακτικοί: Όσο πιο μακριά από το mainstream γίνεται Facebook Twitter
Μέσα στο κλίμα που δημιούργησαν το ReMap και το MIR εμφανίστηκε το 2010 η Kunsthalle Athena –στο νεοκλασικό κτίριο στο Μεταξουργείο στην οδό Κεραμεικού 28–, ένα από τα πιο επιδραστικά εγχειρήματα της περιόδου. Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ Αρχείο Στάβερη που ψηφιοποιήθηκε και φιλοξενείται στο Ίδρυμα Ωνάση

Οι παλιοί χώροι του, οι αυλές, τα δωμάτια και οι διάδρομοι μετατράπηκαν σε ένα ιδιότυπο εργαστήριο σύγχρονου πολιτισμού. Εκεί μπορούσαν να συνυπάρχουν εκθέσεις, περφόρμανς, προβολές, συναυλίες, συζητήσεις και αυτοσχέδιες κοινωνικές στιγμές. Η εμπειρία της Kunsthalle Athena δεν βασιζόταν μόνο σε όσα συνέβαιναν μέσα στις εκθέσεις αλλά κυρίως σε όσα συνέβαιναν γύρω από αυτές: στις συναντήσεις, στις συζητήσεις, στις απρόβλεπτες διασταυρώσεις ανθρώπων και ιδεών. Η σημασία της ήταν ότι πρότεινε ένα διαφορετικό μοντέλο θεσμού. Ένας χώρος τέχνης δεν χρειαζόταν απαραίτητα να είναι ένα κτίριο με μόνιμη συλλογή, αυστηρό πρόγραμμα και ξεκάθαρα όρια ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό. Μπορούσε να είναι ένα προσωρινό, ανοιχτό πεδίο παραγωγής πολιτισμού και ένας τόπος όπου η σύγχρονη τέχνη συναντούσε την αστική κουλτούρα της Αθήνας: τη μουσική, τις νεανικές σκηνές, την αρχιτεκτονική, τη θεωρία και τις νέες μορφές κοινωνικότητας. Στις εκθέσεις της, όπως η «This Must Be the Place» (2013) και η «This Is Not My Beautiful House» (2014), συγκέντρωσε μια διεθνή και εγχώρια σκηνή καλλιτεχνών που κινούνταν ανάμεσα στη σύγχρονη τέχνη, την πολιτική, την τεχνολογία και την κοινωνική έρευνα. Παρουσιάστηκαν έργα καλλιτεχνών όπως οι Ανδρέας Αγγελιδάκης, Άγγελος Πλέσσας, Γεωργία Σαγρή, Σωκράτης Σωκράτους, Στεφανία Στρούζα, Petros Moris, Zoë Paul, Μαρία Τζανάκου, HOPE, Δημήτρης Παπαδάτος, Κατερίνα Κανά και Θάνος Κυριακίδης, ενώ από τη διεθνή σκηνή φιλοξενήθηκαν ονόματα όπως οι Matthieu Laurette, Annika Larsson, Ylva Ogland, Michael Portnoy, Mathieu Mercier, Rafaël Rozendaal, Dexter Sinister, Mikko Kuorinki, Pakui Hardware και Slavs and Tatars.

Παράλληλα, μέσα από συζητήσεις, περφόρμανς, εκδόσεις και ερευνητικά προγράμματα, δημιούργησε έναν χώρο συνάντησης καλλιτεχνών, επιμελητών και θεωρητικών, με συμμετοχές ανθρώπων όπως οι Quinn Latimer, Jennifer Teets, Άντζελα Δημητρακάκη, Valentinas Klimašauskas και Δανάη Ανεσιάδου.

Από εκεί προέκυψε και το «South as a State of Mind», ένα περιοδικό που ξεκίνησε ως ανεξάρτητη εκδοτική πρωτοβουλία της ίδιας ομάδας. Η έκδοση αυτή εξέφραζε μια ευρύτερη ανάγκη της εποχής: να δημιουργηθεί ένας χώρος λόγου γύρω από την τέχνη, όχι μόνο μέσα από εκθέσεις αλλά και μέσα από κείμενα, ιδέες και συζητήσεις. Το περιοδικό λειτούργησε ως προέκταση της ίδιας της φιλοσοφίας της Kunsthalle: η τέχνη δεν ήταν ένα κλειστό σύστημα ειδικών αλλά ένα πεδίο ανταλλαγής.

Η Kunsthalle Athena υπήρξε επίσης ένας από τους χώρους όπου μια νέα κουίρ και μετα-υποκουλτούρα της Αθήνας άρχισε να βρίσκει μεγαλύτερη ορατότητα. Όχι απαραίτητα μέσα από θεματικές εκθέσεις γύρω από την ταυτότητα αλλά μέσα από τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας της: την αμφισβήτηση των ιεραρχιών, τη μείξη κοινοτήτων, την παρουσία performers, μουσικών, εικαστικών και ανθρώπων της νυχτερινής ζωής. Η αθηναϊκή κουίρ σκηνή της περιόδου δεν περιοριζόταν μόνο σε χώρους διασκέδασης· συνδεόταν όλο και περισσότερο με την τέχνη, την περφόρμανς και νέες μορφές συλλογικής έκφρασης.

Σημαντικοί για την κουίρ ορατότητα και τη μετα-υποκουλτούρα της Αθήνας ήταν τα ΦΥΤΑ, ένα από τα πιο ιδιότυπα και αναγνωρίσιμα καλλιτεχνικά δίδυμα της σύγχρονης ελληνικής σκηνής, που κινούνται ανάμεσα στην εννοιολογική τέχνη, την περφόρμανς, τη θεωρία, τη σάτιρα και την πολιτική παρέμβαση. Από την εμφάνισή τους στις αρχές της δεκαετίας του 2010, δημιούργησαν ένα φαντασιακό «καλλιτεχνικό σύμπαν» που αμφισβητούσε τόσο τους θεσμούς της τέχνης όσο και τις κυρίαρχες αντιλήψεις γύρω από την ταυτότητα, το φύλο, την εθνικότητα και την πολιτική ορθότητα. Με έργα, περφόρμανς, ψευδο-ακαδημαϊκές διαλέξεις, εκδόσεις και αρχειακές πρακτικές, τα ΦΥΤΑ χρησιμοποίησαν το χιούμορ, την υπερβολή και την παραποίηση της γλώσσας των θεσμών για να σχολιάσουν τη σχέση τέχνης και εξουσίας. Σημαντικά έργα και δράσεις τους, όπως η «Μαύρη Βίβλος των ΦΥΤΑ» (2017), οι παρεμβάσεις τους γύρω από την πολιτική στην τέχνη και η συμμετοχή τους σε διεθνείς εκθέσεις και προγράμματα έφεραν στο προσκήνιο μια μορφή «αντι-τέχνης» που λειτουργεί μέσα από την αυτοϋπονόμευση και την κριτική. Η συμμετοχή τους στο Occupy Atopos το 2017 ήταν χαρακτηριστική: μετέτρεψαν τον χώρο της Atopos σε ένα προσωρινό εργαστήριο ιδεών, αρχείου και δημιουργικής αταξίας, παρουσιάζοντας έργα, προσωπικά τεκμήρια, περφόρμανς και συζητήσεις, εκπροσωπώντας μια γενιά Ελλήνων δημιουργών που μετά την κρίση αναζήτησαν νέους τρόπους να μιλήσουν για την κοινωνία, τους θεσμούς και την ίδια την έννοια του καλλιτέχνη.

Το 2012 δημιουργείται στα Εξάρχεια το 3 137 από τους καλλιτέχνες Πάκυ Βλασσοπούλου, Χρυσάνθη Κουμιανάκη και Κοσμά Νικολάου. Ανήκει στη γενιά των αυτοοργανωμένων χώρων που εμφανίστηκαν μέσα στην κρίση και ξεχώρισε επειδή λειτούργησε ως χώρος έρευνας, συνεργασίας και ανταλλαγής γνώσης. Με εκθέσεις, περφόρμανς, εργαστήρια, συζητήσεις και συλλογικά πρότζεκτ, έδωσε έμφαση όχι μόνο στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα αλλά και στις διαδικασίες, τις κοινότητες και τις σχέσεις που δημιουργούνται γύρω από την τέχνη. Έγινε ένας από τους σημαντικότερους ανεξάρτητους χώρους της νέας αθηναϊκής σκηνής.

Οι εναλλακτικοί: Όσο πιο μακριά από το mainstream γίνεται Facebook Twitter
Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ Αρχείο Στάβερη που ψηφιοποιήθηκε και φιλοξενείται στο Ίδρυμα Ωνάση
Οι εναλλακτικοί: Όσο πιο μακριά από το mainstream γίνεται Facebook Twitter
Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ Αρχείο Στάβερη που ψηφιοποιήθηκε και φιλοξενείται στο Ίδρυμα Ωνάση

Η The Breeder, ήδη από τα προηγούμενα χρόνια, είχε παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της νέας σχέσης ανάμεσα στην Αθήνα και τη διεθνή σύγχρονη τέχνη. Με τη μετακίνησή της στον νέο χώρο στην οδό Ιάσονος, ανάμεσα σε σπίτια με κόκκινα φανάρια, έκανε άνοιγμα σε καλλιτέχνες της εναλλακτικής σκηνής και καλλιτέχνες που προέρχονταν από τον δρόμο, όπως ο HOPE ή ο ATH1281, και λειτούργησε ως γέφυρα ανάμεσα στην εγχώρια σκηνή και τα διεθνή δίκτυα. Το ενδιαφέρον της δεν ήταν μόνο η εμπορική εκπροσώπηση καλλιτεχνών αλλά η δημιουργία μιας αισθητικής και πολιτιστικής γλώσσας γύρω από αυτούς.

Το CAMP στην πλατεία Κοτζιά ήρθε ως φυσική συνέχεια της μακρόχρονης δραστηριότητας της CHEAPART και μαζί με χώρους όπως το TAF, το Beton7, το  Green Park, το ΥΛΗ[matter]HYLE, το State of Concept Athens συνέβαλαν στη διαμόρφωση της νέας πολιτιστικής γεωγραφίας του κέντρου της Αθήνας, σε μια εποχή όπου εγκαταλειμμένα ή υποβαθμισμένα σημεία της πόλης μετατρέπονταν σε εστίες δημιουργικής δραστηριότητας. Το State of Concept Athens ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 2013 από την επιμελήτρια Ηλιάνα Φωκιανάκη και ξεκίνησε τη λειτουργία του το 2014 ως ανεξάρτητος μη κερδοσκοπικός οργανισμός σύγχρονης τέχνης. Από την αρχή το διαμόρφωσε ένα σαφές ερευνητικό και πολιτικό προφίλ, με προγράμματα που εξερευνούσαν ζητήματα όπως η γεωπολιτική, η μετανάστευση, η μετααποικιακή θεωρία, ο φεμινισμός, η κοινωνική δικαιοσύνη και η σχέση τέχνης και θεσμών. Αρχικά στεγάστηκε στο Κουκάκι και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στον Νέο Κόσμο, όπου συνέχισε να αναπτύσσει ένα διεθνές πρόγραμμα, φέρνοντας στην Αθήνα καλλιτέχνες και επιμελητές από διαφορετικά γεωγραφικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα. Η δραστηριότητά του συνέβαλε στη σύνδεση της τοπικής σκηνής με τη διεθνή σύγχρονη τέχνη, ενώ η επιμονή του σε κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα το κατέστησε έναν από τους σημαντικότερους ανεξάρτητους θεσμούς της Αθήνας της τελευταίας δεκαετίας.

Μία αξέχαστη στιγμή στην εικαστική εξωστρέφεια της Αθήνας ήταν η έκθεση του Javier Peres, που έφερε το Peres Project στον τρίτο και έβδομο όροφο του κτιρίου στη Λεωνίδου 15. 

Η πρώτη μεγάλη έκθεση που έγινε μετά την κυκλοφορία της LiFO και έβαλε το ελληνικό underground και την τέχνη του δρόμου σε ένα ίδρυμα ήταν η «Anathena». Η τέχνη του δρόμου μετά το «Anathena» μπήκε σε γκαλερί, έγινε mural με χορηγό, και στη συνέχεια εμπορευματοποιήθηκε και κορέστηκε τόσο πολύ που εξαφανίστηκε εντελώς από τους δρόμους (τουλάχιστον σε μικρή κλίμακα). Σε αυτά τα είκοσι χρόνια υπήρξαν δύο γκαλερί που στήριξαν τους street artists και παρουσίασαν το έργο τους, το Stigma Lab στην οδό Ανδρέα Μεταξά στα Εξάρχεια –που στα λίγα χρόνια λειτουργίας του έγινε το απόλυτο σημείο συνάντησης για την εγχώρια και διεθνή street art σκηνή, φιλοξενώντας μερικά από τα πιο ηχηρά ονόματα του χώρου– και ο χώρος τέχνης στην οδό Σαρρή 12 στου Ψυρρή (μετέπειτα Alibi Gallery) που έκανε σημαντικές ομαδικές και ατομικές εκθέσεις αναδυόμενων όσο και καταξιωμένων street artists (WD, Cacao Rocks, Φίκος). Η πιο πρόσφατη γκαλερί που εκθέτει το έργο καλλιτεχνών που σχετίζονταν ή σχετίζονται με τον δρόμο, Ελλήνων και διεθνών, είναι η Delirium Athens Urban-Art Gallery του The Krah στον Νέο Κόσμο.

Μετά την πανδημία η Αθήνα άρχισε να γεμίζει με νέες γκαλερί, project spaces, artist-run πρωτοβουλίες και ανεξάρτητους εκθεσιακούς χώρους, δημιουργώντας ένα νέο καλλιτεχνικό οικοσύστημα όπου συνυπάρχουν χώροι διαφορετικής φιλοσοφίας και κλίμακας. Στον Πειραιά, η The Intermission της Άρτεμης Μπαλτογιάννη λειτουργεί ως πλατφόρμα διεθνών συνεργασιών, ενώ κοντά της βρίσκονται η Carwan Gallery και η Rodeo, που έχουν μεταφέρει στον Πειραιά ένα διαφορετικό μοντέλο σύγχρονης τέχνης, συνδέοντας την πόλη με διεθνή δίκτυα. Στο κέντρο και στις γειτονιές της Αθήνας, η νέα σκηνή απλώνεται από τα Εξάρχεια και την Κυψέλη μέχρι το Κουκάκι και τον Βοτανικό. Το P.E.T. Projects του Άγγελου Πλέσσα στην Κυψέλη, το Callirrhoë Athens, το KŌREN process space, το Backspace.Athens, το Saigon στον χώρο του ΠΛΥΦΑ και το KYAN Athens αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας γενιάς χώρων που κινούνται ανάμεσα στην έκθεση, την έρευνα και την κοινότητα. Παράλληλα, το KEIV Athens, το One Minute Space, το Enterprise Projects, το Two Thirds Project Space, το or.artspace, το Hot Wheels Athens, το Esto Association, το Phoenix Athens Gallery and Residency και η Gramma_Epsilon Athens διευρύνουν την έννοια της γκαλερί, δημιουργώντας πλατφόρμες όπου η τέχνη συναντά την κοινωνική έρευνα, την εκπαίδευση και τον πειραματισμό. Πολλοί χώροι λειτουργούν ως καταφύγιο για νεότερους καλλιτέχνες που διαφορετικά δύσκολα θα έβρισκαν χώρο παρουσίασης. Το Okay initiative space, η Ergo Collective, το Noucmas και το space52 δείχνουν τη διάθεση για συλλογικές και εναλλακτικές μορφές καλλιτεχνικής παραγωγής. Την ίδια στιγμή, χώροι όπως το Hyper Hypo, που συνδέει βιβλίο, design και εικαστικά, γίνονται εργαστήρια δημιουργίας του νέου εναλλακτικού.

Η λίστα είναι ατελείωτη, είναι πολύ δύσκολο να αναφέρω όλες τις εναλλακτικές παραστάσεις που έγιναν στην Αθήνα αυτά τα είκοσι χρόνια, όλες τις συναυλίες και όλες τις εκθέσεις, οι αναφορές είναι ενδεικτικές, σημασία έχει ότι αυτό που γεννήθηκε υπόγεια και σε απρόβλεπτους, ημιπαράνομους ή εναλλακτικούς χώρους στη συνέχεια έγινε το νέο θέατρο της Αθήνας, βρήκε τη θέση του σε θεσμούς και ιδρύματα και έχασε την έννοια του εναλλακτικού, όπως την έχασε και η μουσική, όπως την έχασαν και τα εικαστικά, γιατί δεν υπάρχει τίποτα που να μη γίνεται κατεστημένο όταν ξεφεύγει από τον μικρόκοσμο που το κάνει δυνατό. Η Αθήνα του 2026 δεν θυμίζει σε τίποτα την Αθήνα των ’00s, έχουμε αλλάξει εμείς οι ίδιοι και τα ενδιαφέροντά μας, έχουν αλλάξει οι προτεραιότητες των ανθρώπων, έχει αλλάξει η συχνότητα που βγαίνουν και ο τρόπος που διασκεδάζουν, ενώ το κύριο ενδιαφέρον καλλιτεχνών και κοινού είναι η οικονομική επιβίωση. Καμία (υπο)κουλτούρα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την αγωνία για το αν θα έχεις σπίτι να μείνεις αύριο, αν θα έχεις λεφτά για τα βασικά, αν θα μπορείς να ανεξαρτητοποιηθείς ή θα είσαι 40 χρονών και θα μένεις ακόμα με τους γονείς σου. Αυτό που θεωρείται εναλλακτικό σήμερα δεν έχει και μεγάλη σχέση με το εναλλακτικό του 2006 γιατί δεν είναι ίδιος ο τρόπος που λειτουργεί το εναλλακτικό κοινό, η φυσική επαφή έχει αντικατασταθεί από την ψηφιακή, δεν υπάρχει αυτή η αίσθηση της κοινότητας και της οικειότητας που σου έδιναν οι καθημερινές συναντήσεις των ίδιων ανθρώπων, ακόμα και αν δεν τους γνώριζες προσωπικά. Επίσης, ο χρόνος που έχουν να διαθέσουν οι νέοι άνθρωποι για έξοδο και socializing είναι ελάχιστος, οι αντοχές έχουν μικρύνει, η έξοδος για να δεις event έχει αντικατασταθεί από το δείπνο σε ένα μαγαζί που είναι trendy (με κράτηση), άντε και για ένα ποτό. Έχουν περάσει ανεπιστρεπτί οι εποχές που έβγαινες το απόγευμα και γύρναγες στο σπίτι σου το επόμενο πρωί. Σίγουρα υπάρχει ακόμα το καινούργιο, σίγουρα υπάρχει το αναπάντεχο, σίγουρα έρχονται πράγματα που θα είναι συναρπαστικά και θα αντέχουν σε έναν απολογισμό μετά από είκοσι χρόνια. Μακάρι να είμαστε καλά να τον κάνουμε όλοι μαζί.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Culture
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Καλοκαίρι με την (καινούργια) Monika. Συνέντευξη στον Μ.Hulot

Μουσική / Καλοκαίρι με την (καινούργια) Monika. Συνέντευξη στον Μ.Hulot

Ένα περιστατικό που της σημάδεψε τη ζωή, ένα ταξίδι που της άνοιξε νέους ορίζοντες και η πικρή συνειδητοποίηση ότι μόνος του ο ρομαντισμός δεν αρκεί γιανα πετύχεις τους στόχους σου έκαναν την ταλαντούχα τραγουδίστρια να ξεφορτωθεί κάθε περιττό.
M. HULOT
KET: «Το γεγονός ότι έχουμε καταφέρει να υπάρχουμε τόσα χρόνια είναι ένα μικρό θαύμα»

Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων / KET: «Καταφέραμε να υπάρχουμε τόσα χρόνια, κι αυτό είναι ένα μικρό θαύμα»

Μια μεγάλη συζήτηση για την ιστορία του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων, ενός από τους βασικούς πυρήνες της πειραματικής και ανεξάρτητης μουσικής σκηνής της πόλης και όχι μόνο.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
PLEX Open Pilot 1: Το νέο πολιτιστικό πείραμα της Αθήνας ξεκινά στον Κεραμεικό

Urban Culture / PLEX: Το νέο πολιτιστικό πείραμα της Αθήνας ξεκινά στον Κεραμεικό

Αξιοποιώντας δύο ιστορικά κτίρια της οδού Κεραμεικού, το BIOS επιχειρεί να δώσει «πνοή και οξυγόνο για τα επόμενα χρόνια» σε μια από τις πιο ταλαιπωρημένες περιοχές του κέντρου, με τη δημιουργία υποδομών για τη φιλοξενία καλλιτεχνών.
M. HULOT

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Λίγη από τη λάμψη της Κάλλας έρχεται στην Αθήνα

Culture / Λίγη από τη λάμψη της Κάλλας έρχεται στην Αθήνα

Το κοστούμια που δημιούργησε ο Ιταλός ενδυματολόγος Mάσιμο Καντίνι Παρίνι για να ντύσει την Αντζελίνα Τζολί ως Μαρία Κάλλας στην ταινία του Πάμπλο Λαραΐν σε μια αποκαλυπτική έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Η μαμά δεν είναι πια εδώ / ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ

ΟΑΣΗ / Η Mαμά Δεν Είναι Πια Εδώ / ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ

Τρία σώματα, τρεις μηχανές εικόνας, τρεις στιγμές πριν από την οριστική παράδοση. Ο Connor Storrie στο πέρασμα από το δωμάτιο του ξενοδοχείου στο Met Gala, ο Clavicular στο κέντρο μιας Gen Z φαντασίωσης αρρενωπότητας που μετατρέπει την ομορφιά σε αλγόριθμο, και ο Pasolini στις φωτογραφίες του Dino Pedriali, όπου το γυμνό σώμα κοιτάζεται πια με τη γνώση του μετά. Μια σκοτεινή ΟΑΣΗ για την επιθυμία, τη φήμη, το αρχείο και το βλέμμα που δεν ξέρει πάντα πότε να σταματήσει.
ΠΑΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ
*Από πού είσαι πραγματικά; / ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ

ΟΑΣΗ / Από πού είσαι πραγματικά; / ένα πολυπόστ του Πάνου Μιχαήλ

Τι κοινό μπορεί να έχουν η Κάιλι Μινόγκ που χορεύει εξαντλημένη μετά το Met Gala, η Κέιτ Μπλάνσετ και μια τίγρη μέσα σ’ ένα σούπερ μάρκετ, ο Jonathan Anderson με τα πουκάμισα που έπνιξαν τόσα αγόρια, η Donatella Versace με τακούνια και η Jan Morris που ταξίδεψε παντού για να φτάσει στην καλοσύνη;
ΠΑΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ
12 φωτογραφίες σαν μικρές Μεγάλες Εβδομάδες της δημόσιας ζωής

ΟΑΣΗ / 12 φωτογραφίες σαν μικρές Μεγάλες Εβδομάδες της δημόσιας ζωής

Από την Christine Keeler και τη Monica Lewinsky μέχρι τη Lee Miller, τον George Michael και τη Janet Jackson, αυτές οι εικόνες δεν έμειναν επειδή ήταν «σκανδαλώδεις», αλλά επειδή συμπύκνωσαν ολόκληρες εποχές: εξουσία, έκθεση, επιθυμία, ντροπή και τη βία του δημόσιου βλέμματος.
ΠΑΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ
Η Αντιγόνη δεν γερνάει ποτέ γιατί ο κόσμος δεν σταμάτησε ποτέ να της μοιάζει

Πολιτισμός / Η Αντιγόνη δεν γερνάει ποτέ γιατί ο κόσμος δεν σταμάτησε ποτέ να της μοιάζει

Με αφορμή τέσσερις νέες σκηνικές εκδοχές της μόνο στη Νέα Υόρκη μέσα στο 2026, η Αντιγόνη επιστρέφει ξανά στο τώρα ως το έργο που ξέρει καλύτερα από κάθε άλλο τι συμβαίνει όταν η εξουσία χάνει το όριό της και ο κόσμος βγαίνει από τη θέση του.
ΠΑΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ
Ο φωτογράφος που δείχνει τι μένει από το σινεμά όταν πέφτει η φασαρία των Οσκαρ

Culture / Ο φωτογράφος που δείχνει τι μένει από το σινεμά όταν κοπάζει η φασαρία των Οσκαρ

Μετά την οσκαρική σεζόν, οι φωτογραφίες του Atsushi Nishijima από τα σετ του Marty Supreme, του Bugonia και άλλων ταινιών στρέφουν το βλέμμα όχι στη λάμψη της έτοιμης εικόνας αλλά στον κόσμο που τη χτίζει.
THE LIFO TEAM
Γιώργος Μαρίνος: η πιο άγρια ντροπή της πίστας

Γιώργος Μαρίνος / Γιώργος Μαρίνος: Είσαι μεγάλος σταρ, αγάπη μου!

Ο Πάνος Μιχαήλ γράφει για τον Γιώργο Μαρίνο ως τον άνθρωπο που ξεστόμισε «εγώ κύριε είμαι ομοφυλόφιλος» όταν η λέξη μπορούσε να σε τελειώσει. Η Ελλάδα τον έκανε θέαμα για να τον αντέξει. Εκείνος όμως ανέβηκε στην πίστα και δεν μίκρυνε.
THE LIFO TEAM