Πριν σταθεί κανείς μπροστά στην Love Symbol κιθάρα του Πρινς, πριν δει το “TV Cello” του Ναμ Τζουν Πάικ ή ένα κυκλικό πληκτρολόγιο που χρησιμοποιήθηκε σε συναυλίες της Lady Gaga, η έκθεση “Musical Bodies” στο Metropolitan Museum of Art ζητά από τον επισκέπτη κάτι πιο απλό: να θυμηθεί ότι το σώμα του ξέρει ήδη να παράγει μουσική.
Ένα χέρι που χτυπά ρυθμό. Ένα πόδι στο πάτωμα. Ένα στόμα που σφυρίζει. Μια ανάσα που γίνεται φωνή. Δεν χρειάζεται παρτιτούρα, μουσική παιδεία ή ακριβό όργανο για να αρχίσει αυτή η ιστορία. Η μουσική, πριν γίνει συναυλία, μουσείο, βιομηχανία, playlist ή αλγόριθμος, ήταν μια σωματική πράξη.
Από αυτή την αφετηρία ξεκινά το “Musical Bodies”, η νέα έκθεση του Met στη Νέα Υόρκη, που άνοιξε στις 7 Ιουνίου και θα διαρκέσει έως τις 27 Σεπτεμβρίου. Με περίπου 130 έργα, μουσικά όργανα, πίνακες, γλυπτά, σχέδια και αντικείμενα από τη συλλογή του μουσείου και διεθνείς δανεισμούς, η έκθεση διατρέχει 4.000 χρόνια ιστορίας για να εξετάσει τη σχέση ανάμεσα στα μουσικά όργανα και στο ανθρώπινο σώμα.
Δεν είναι μια έκθεση που αφηγείται απλώς την ιστορία των οργάνων. Είναι μια έκθεση για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι έφτιαξαν αντικείμενα που συνέχισαν, μεγάλωσαν, μεταμφίεσαν ή απελευθέρωσαν το σώμα τους. Τα όργανα εμφανίζονται ως εργαλεία ήχου, αλλά και ως ίχνη ανθρώπινης επιθυμίας, πίστης, ανάγκης, ελέγχου, φαντασίας και κοινωνικής ζωής.
Η ιδέα της έκθεσης, όπως την περιγράφει ο επιμελητής Μπράντλεϊ Στρόχεν-Σέρερ, προέκυψε μέσα από μια πολύ πρακτική συνθήκη. Όταν το Met ανακαίνιζε τις αίθουσες των μουσικών οργάνων, ο ίδιος χρειάστηκε να μεταφέρει με τα χέρια του εκατοντάδες όργανα της συλλογής. Πιάνοντας τα αντικείμενα από κοντά, κοιτάζοντας τις καμπύλες, τα βάρη, τις διακοσμήσεις, τις αναλογίες και τις χειρονομίες που απαιτούσαν, άρχισε να διακρίνει έναν κοινό άξονα: πολλά από αυτά έμοιαζαν με σώματα ή είχαν φτιαχτεί για να συνομιλούν με το σώμα πιο άμεσα απ’ όσο θα φανταζόταν κανείς κοιτάζοντάς τα πίσω από μια προθήκη.
Έτσι, η μουσική στην έκθεση δεν παρουσιάζεται σαν κάτι άυλο, σαν καθαρός ήχος που αιωρείται. Επιστρέφει στο βάρος του αντικειμένου, στην αφή, στο στόμα, στα δάχτυλα, στο στήθος, στο φύσημα, στο τράβηγμα της χορδής, στην κίνηση γύρω από το όργανο.
Η φωνή είναι το πρώτο σημείο όπου αυτή η επιστροφή γίνεται καθαρή. Δεν εμφανίζεται εδώ μόνο ως τραγούδι. Εμφανίζεται ως το πρώτο μουσικό όργανο, αλλά και ως κάτι πολύ πιο σύνθετο: κρουστό, μηχανή, μίμηση, σφύριγμα, ανάσα, επικοινωνία από απόσταση, τέχνη που μπορεί να γεννηθεί ακόμη και από την έλλειψη πρόσβασης στα κανονικά εργαλεία.
Το beatboxing, που εμφανίζεται στην έκθεση μέσα από βίντεο, είναι από τα πιο ζωντανά παραδείγματα. Γεννημένο μέσα στην κουλτούρα του hip-hop στη Νέα Υόρκη, κουβαλά μια απλή αλλά δυνατή ιστορία: όταν τα drum machines και ο εξοπλισμός ήταν οικονομικά απρόσιτα, το στόμα έγινε μηχανή ρυθμού.
Η φωνή έμαθε να μιμείται τύμπανα, γρατζουνιές δίσκων, ηλεκτρονικά εφέ, ολόκληρα ηχητικά συστήματα. Το σώμα δεν περίμενε το εργαλείο. Το επινόησε από μέσα του.
Δίπλα σε αυτή την κρουστή, αστική, σχεδόν μηχανική εκδοχή της φωνής, η έκθεση τοποθετεί και πιο απροσδόκητες μορφές δεξιοτεχνίας, όπως το σφύριγμα της Μόλι Λιούις, που έγινε ευρύτερα γνωστή και από τη συμμετοχή της στο soundtrack της ταινίας “Barbie”. Το σφύριγμα είναι ένας ήχος τόσο καθημερινός που σχεδόν δεν τον σκεφτόμαστε ως τέχνη. Κι όμως, πριν γίνει μουσική δεξιοτεχνία, ήταν τρόπος επικοινωνίας. Ένας ήχος που ταξιδεύει όταν οι άνθρωποι βρίσκονται μακριά ο ένας από τον άλλον.
Το “Musical Bodies” παίρνει ήχους που έχουν χαθεί μέσα στην καθημερινότητα και τους ξαναδίνει υπόσταση. Η μουσική δεν είναι μόνο όπερα, συμφωνική αίθουσα, κονσερβατόριο ή μεγάλο pop θέαμα. Είναι και ένας τρόπος να στείλεις σήμα. Να μαζέψεις μια κοινότητα. Να δηλώσεις παρουσία. Να επιβιώσεις χωρίς πρόσβαση στα εργαλεία που έχουν οι άλλοι.
Γι’ αυτό και η κιθάρα του Πρινς δεν λειτουργεί στην έκθεση απλώς ως αναγνωρίσιμο αντικείμενο για να τραβήξει το βλέμμα. Η Love Symbol κιθάρα, που παραγγέλθηκε το 1993 και συνδέθηκε με μία από τις πιο διάσημες μεταμορφώσεις της δημόσιας εικόνας του, μοιάζει ταυτόχρονα με μουσικό όργανο, προσωπικό έμβλημα, ερωτικό σχήμα και σκηνική προέκταση του σώματος.
Το σύμβολο του Πρινς έγινε ευρύτερα γνωστό μέσα από τη σύγκρουσή του με τη δισκογραφική του εταιρεία, όταν άλλαξε το όνομά του σε ένα άηχο σύμβολο. Όμως η έκθεση δεν το αντιμετωπίζει μόνο ως έξυπνη κίνηση απέναντι στη μουσική βιομηχανία. Το βλέπει και ως μέρος μιας βαθύτερης προσωπικής αναζήτησης γύρω από τη δημιουργικότητα, τη σκηνική ταυτότητα και τη συνύπαρξη αρσενικού και θηλυκού στη δημόσια περσόνα του.
Εκεί το όργανο παύει να είναι απλώς μέσο παραγωγής ήχου. Γίνεται τρόπος να φτιάχνει κανείς εικόνα του εαυτού του εκεί όπου το κοινό όνομα δεν αρκεί. Ο Πρινς, με την κιθάρα του, δεν παίζει μόνο μουσική. Σχεδιάζει ένα σώμα που δεν θέλει να χωρέσει εύκολα σε μία ταυτότητα, σε μία αγορά, σε έναν ρόλο, σε μία ανάγνωση.
Από την pop σκηνή, η έκθεση περνά σε ένα από τα πιο φορτισμένα έργα της ιστορίας της βιντεοτέχνης. Το “TV Cello” του Ναμ Τζουν Πάικ, ιστορικά δεμένο με την τσελίστρια και περφόρμερ Σάρλοτ Μούρμαν, είναι από μόνο του ένα μικρό μάθημα για το πώς το σώμα, το όργανο και η εικόνα μπορούν να μπουν το ένα μέσα στο άλλο.
Το τσέλο, ακόμη και στην παραδοσιακή του μορφή, θυμίζει ανθρώπινο σώμα: κορμός, λαιμός, καμπύλη, αγκάλιασμα από τον μουσικό. Στον Πάικ, όμως, γίνεται και οθόνη. Γίνεται γλυπτό, όργανο, εικόνα, performance. Οι οθόνες που σχηματίζουν το σώμα του τσέλου προβάλλουν και την ίδια τη Μούρμαν να παίζει. Το αποτέλεσμα είναι ένας βρόχος: ένα σώμα παίζει ένα όργανο που μοιάζει με σώμα και ταυτόχρονα δείχνει το σώμα που το παίζει.
Για μια έκθεση που μιλά για τα θολά όρια ανάμεσα στον άνθρωπο και το όργανο, δύσκολα υπάρχει πιο ακριβές αντικείμενο. Και για τη δική μας εποχή, όπου κάθε σώμα γίνεται διαρκώς εικόνα, μετάδοση, οθόνη και αρχείο, το έργο αποκτά νέα επικαιρότητα χωρίς να χρειάζεται να φωνάξει.
Το “Musical Bodies” δεν κρατά το παρελθόν και το παρόν σε ξεχωριστές προθήκες. Ένας παραδοσιακός κύκλος γκονγκ από την Ταϊλάνδη συνομιλεί με το PianoArc, το κυκλικό πληκτρολόγιο που χρησιμοποιήθηκε σε συναυλίες της Lady Gaga από τον Μπρόκετ Πάρσονς. Η φόρμα αλλάζει υλικό, τεχνολογία και σκηνικό περιβάλλον, όμως η βασική χειρονομία παραμένει εντυπωσιακά κοντινή: ένας μουσικός βρίσκεται μέσα σε έναν κύκλο ήχου, περικυκλωμένος από το ίδιο του το όργανο.
Η έκθεση αποφεύγει την εύκολη αντίθεση «παλιό εναντίον νέου». Δείχνει μάλλον ότι οι άνθρωποι επιστρέφουν ξανά και ξανά σε ορισμένες μορφές επειδή το σώμα τις χρειάζεται. Ο κύκλος, η καμπύλη, η αγκαλιά, το αντικείμενο που μπαίνει κοντά στο στόμα, το όργανο που κρεμιέται από τον ώμο, το πλήκτρο που απαντά στο δάχτυλο, το δάπεδο που αντιδρά στο βήμα: όλα αυτά δεν είναι απλώς σχεδιαστικές λύσεις. Είναι σχέσεις ανάμεσα σε σώματα και ήχο.
Αυτό γίνεται ακόμη πιο άμεσο σε ένα διαδραστικό δάπεδο, όπου ο επισκέπτης μπορεί να παράγει μουσική με την κίνησή του. Μπορεί να περπατήσει, να τρέξει, να χορέψει, μόνος ή μαζί με άλλους, πάνω σε μια επιφάνεια που ανταποκρίνεται στην αφή και στο βάδισμα. Δεν είναι εντυπωσιασμός για χάρη της τεχνολογίας. Είναι ένας τρόπος να θυμηθεί ο επισκέπτης, μέσα στο ίδιο του το σώμα, ότι η μουσική δεν είναι μόνο κάτι που ακούμε παθητικά. Είναι κάτι που κάνουμε.
Η πιο ενήλικη πλευρά της έκθεσης εμφανίζεται όταν τα μουσικά όργανα αρχίζουν να αποκαλύπτουν την κοινωνική και ερωτική τους φόρτιση. Εδώ τα αντικείμενα δεν είναι καθόλου ουδέτερα. Σε πολλές εποχές και κουλτούρες, το να κρατάει κανείς ένα όργανο, να το βάζει κοντά στο στόμα, να το αγγίζει, να το κουρδίζει ή να το παίζει δημόσια δεν ήταν μια απλή πράξη. Μπορούσε να σημαίνει φλερτ, πρόκληση, κοινωνική υπέρβαση ή απαγόρευση.
Η ιαπωνική ξυλογραφία του Ουταγκάουα Κουνισάντα με μια γυναίκα που κρατά ένα shakuhachi, ένα μεγάλο ιαπωνικό φλάουτο, δείχνει ακριβώς αυτή τη λεπτή αλλά σαφή ένταση. Το ίδιο και οι δυτικές σκηνές όπου μια γυναίκα κουρδίζει λαούτο ή στέκεται με ένα όργανο στο χέρι. Σήμερα μπορεί να τα κοιτάξουμε σαν κομψές εικόνες παλαιότερων εποχών, αλλά η έκθεση επιμένει ότι αυτά τα αντικείμενα κουβαλούσαν υπαινιγμούς, κανόνες και απαγορεύσεις.
Ποιο σώμα επιτρέπεται να παίζει τι; Ποια όργανα θεωρούνται κατάλληλα για μια γυναίκα; Πότε ένα φλάουτο γίνεται σεξουαλικό υπονοούμενο; Πότε το κούρδισμα ενός οργάνου διαβάζεται ως σκηνή ερωτικής προετοιμασίας; Πότε η μουσική γίνεται γλώσσα επιθυμίας επειδή η επιθυμία δεν μπορεί να ειπωθεί ανοιχτά;
Αυτές οι ερωτήσεις δίνουν στο “Musical Bodies” το βάθος που θα του έλειπε αν έμενε στην όμορφη συνύπαρξη αντικειμένων. Η έκθεση δεν δείχνει απλώς ότι τα όργανα μοιάζουν με ανθρώπους. Δείχνει ότι οι κοινωνίες χρησιμοποίησαν τη μουσική για να ρυθμίσουν, να επιτρέψουν ή να περιορίσουν τα σώματα. Η μουσική μπορεί να είναι ελευθερία, αλλά μπορεί να είναι και κανόνας. Μπορεί να είναι έκφραση, αλλά και πεδίο επιτήρησης. Μπορεί να είναι χαρά, αλλά και κώδικας.
Γι’ αυτό το “Musical Bodies” συνομιλεί τόσο καθαρά με το παρόν. Ζούμε σε μια εποχή όπου η μουσική είναι παντού και ακριβώς γι’ αυτό κινδυνεύει να γίνει αόρατη. Παίζει σε καταστήματα, καφέ, αυτοκίνητα, ακουστικά, διαφημίσεις, βίντεο, πλατφόρμες, σύντομα κλιπ, ατελείωτες λίστες. Συνοδεύει τα πάντα, αλλά συχνά δεν τη συναντάμε πραγματικά. Γίνεται περιβάλλον, φόντο, συνήθεια, υλικό κατανάλωσης.
Η έκθεση του Met την τραβά από αυτό το συνεχές ηχητικό υπόστρωμα και την επιστρέφει εκεί όπου άρχισε: στο σώμα που θέλει να ακουστεί. Στο σώμα που χτυπά, φυσά, σφυρίζει, τραγουδά, μιμείται, φλερτάρει, επινοεί, απαγορεύεται, μεταμορφώνεται. Στο σώμα που φτιάχνει αντικείμενα για να μεγαλώσει τη φωνή του ή για να πει κάτι που αλλιώς δεν θα μπορούσε.
Το “Musical Bodies” δεν ζητά από τον επισκέπτη να θαυμάσει απλώς σπάνια όργανα ή ιστορικά αντικείμενα. Του ζητά να δει ότι κάθε όργανο υπήρξε κάποτε απάντηση σε μια ανθρώπινη ανάγκη: να επικοινωνήσουμε, να γοητεύσουμε, να θρηνήσουμε, να κυνηγήσουμε, να χορέψουμε, να τελετουργήσουμε, να ξεφύγουμε από τα όρια της φωνής μας.
Βγαίνοντας από μια τέτοια έκθεση, δεν σκέφτεσαι μόνο τα όργανα ως αντικείμενα. Σκέφτεσαι το σώμα ως κάτι που, πολύ πριν μάθει να εξηγεί τον εαυτό του, είχε ήδη βρει τρόπους να ακούγεται.
με στοιχεία από Guardian, NYT