ADVERTORIAL
Κάθε φορά που πλησιάζει η Καθαρά Δευτέρα, πιάνω τον εαυτό μου να θυμάται πράγματα που δεν είναι ακριβώς εικόνες, αλλά αισθήσεις- τον ήχο από τα πιάτα στο τραπέζι της αυλής, τα ξαδέρφια μου να τρέχουν με τον χαρταετό πριν καν δέσουμε καλά την ουρά του, τη μυρωδιά από τη λαγάνα που μόλις είχε κοπεί και εκείνη τη γνώριμη, σχεδόν δεδομένη παρουσία στο τραπέζι: τον Μακεδονικό Χαλβά.
Μεγαλώνοντας, κατάλαβα ότι αυτό που νοσταλγώ δεν είναι τόσο τα σαρακοστιανά, αλλά εκείνη την αυθόρμητη ευκολία του «μαζευόμαστε όλοι». Πριν γεμίσουν τα ημερολόγια υποχρεώσεις, πριν οι φίλοι γίνουν «να το κανονίσουμε», πριν η οικογένεια να χρειάζεται group chat για να βρεθεί.
Και φέτος, διαβάζοντας το παραμύθι της καμπάνιας «Μια Καθαρά Δευτέρα κι έναν καιρό», έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει σαν παιδί. Ο μικρός Οδυσσέας, ο χαρταετός που μπλέκεται στην καρυδιά, ο κύριος Αριστείδης που από «γκρινιάρης γείτονας» γίνεται μέρος της παρέας... δεν είναι απλώς μια γλυκιά ιστορία, είναι μια υπενθύμιση ότι πολλές φορές χρειαζόμαστε απλώς μια αφορμή για να ανοίξουμε την πόρτα.
Κάπως έτσι λειτουργούσε πάντα για μένα η Καθαρά Δευτέρα, μια πρόσκληση που δεν χρειαζόταν πολλές εξηγήσεις. Δεν έλεγες «να βρεθούμε», έλεγες «τι ώρα θα έρθετε;».
Και πάντα, κάπου ανάμεσα στη λαγάνα, τις ελιές, την ταραμοσαλάτα και τα θαλασσινά, ο Μακεδονικός Χαλβάς, που ποτέ δεν θυμάμαι να είναι μόνο σε μία γεύση! Άλλος έφερνε βανίλια, άλλος κακάο, κάποιος με αμύγδαλα, χωρίς να το συνεννοηθούμε. Και μάλιστα όχι σαν «επιδόρπιο», αλλά σαν κομμάτι της τελετουργίας. Γιατί ο Μακεδονικός Χαλβάς δεν είναι απλώς μια γεύση. Είναι συνδεδεμένος με αυτή τη μέρα, με τρόπο σχεδόν αυτονόητο για κάθε ελληνικό σπίτι εδώ και γενιές.
Ίσως γιατί κουβαλάει κι ο ίδιος μια ιστορία. Ξεκινώντας από ένα μικρό εργαστήριο στη Θεσσαλονίκη το 1924 και φτάνοντας σήμερα να βρίσκεται στο τραπέζι κάθε οικογένειας την Καθαρά Δευτέρα, με την ίδια παραδοσιακή συνταγή, το εκλεκτό Μακεδονικό Ταχίνι και την εμπειρία τεσσάρων γενεών της οικογένειας Χαΐτογλου.
Σκέφτομαι ότι τελικά, αυτό που μας ενώνει με το παρελθόν δεν είναι οι μεγάλες στιγμές, αλλά αυτές οι μικρές, επαναλαμβανόμενες λεπτομέρειες. Το ίδιο τραπέζι, οι ίδιες γεύσεις, οι ίδιοι άνθρωποι — ή καινούργιοι που μπαίνουν στην παρέα και γίνονται μέρος της παράδοσης.
Κι αυτό είναι που κάνει, κιόλας, αυτή τη μέρα τόσο ξεχωριστή, γιατί γίνεται η καλύτερη αφορμή να ξαναγίνουμε «παρέα». Να αφήσουμε λίγο στην άκρη τα «τρέχω», «δεν προλαβαίνω» και «θα το κανονίσουμε» και να βρεθούμε, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, απλώς γιατί είναι Καθαρά Δευτέρα.
Η Καθαρά Δευτέρα, άλλωστε, δεν έχει σωστό τρόπο να γιορταστεί. Μπορεί να είναι σε μια αυλή στο χωριό, σε ένα μπαλκόνι στην πόλη, σε ένα πάρκο με φίλους, σε ένα τραπέζι με ανθρώπους που έχεις χρόνια να δεις. Αυτό που έχει σημασία είναι το «μαζί».
Και φέτος, αυτή η ιστορία αποκτά ακόμα μεγαλύτερο νόημα μέσα από τη φιλανθρωπική δράση του Μακεδονικού Χαλβά, που στηρίζει τον Φάρο Τυφλών της Ελλάδος, καλύπτοντας τα έξοδα παραγωγής παιδικών ηχητικών βιβλίων και βιβλίων παιδικής λογοτεχνίας σε γραφή Braille. Γιατί κάθε παιδί αξίζει να έχει πρόσβαση στις ιστορίες, να μπορεί να «ακούσει» ένα παραμύθι και να φτιάξει τις δικές του εικόνες.
Γιατί, όπως σε κάθε καλή ιστορία, έτσι και στην Καθαρά Δευτέρα, το τέλος δεν είναι ποτέ πραγματικό τέλος, αλλά η αρχή της επόμενης συνάντησης.
Αν θέλεις να μπεις κι εσύ σε αυτή τη διάθεση και να ανακαλύψεις ολόκληρη την ιστορία του παραμυθιού «Μια Καθαρά Δευτέρα κι έναν καιρό», μπες στο katharadeftera.gr για να τη διαβάσεις και να συμμετάσχεις σε διαγωνισμό για αγαπημένα προϊόντα.