Τριάντα έξι χρόνια πριν, από το Παρίσι, ερχόταν αυτή η είδηση του θανάτού της. Το τηλεγράφημα, που πέρναγε στον Τύπο και στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα του καιρού, ήταν αυτό (Διαβάζεται σαν κείμενο του Ηρόδοτου ή του Θουκυδίδη):

«Η ελληνίδα υψίφωνος Μαρία Κάλλας, από τις μεγαλύτερες τραγουδίστριες όλων των εποχών και η μεγαλύτερη του 20ού αιώνα, πέθανε χθες από καρδιακή ανεπάρκεια, στο διαμέρισμά της, στο Παρίσι. "Ήταν ωραία και στο θάνατο, όσο και όταν έπαιζε την ‘Τραβιάτα...'.» είπε ο πρώην ιμπρεσάριός της Μισέλ Γκολτζ, και πρόσθεσε: "Πήγαινε στο λουτρό, ύστερα από ανάπαυση στο κρεβάτι της, όταν αισθάνθηκε οξύ πόνο στο στήθος. Έπεσε στο δάπεδο καλώντας την καμαριέρα της, που τη βοήθησε να γυρίσει στο κρεβάτι, αλλά ήταν πλέον πολύ αργά. Όταν εναπόθεσε το σώμα της, ήταν νεκρή. Αλλά στο πρόσωπό της δεν διακρινόταν ο παραμικρός συσπασμός".

 

»Η κατάσταση της υγείας της μεγάλης καλλιτέχνιδας, που επί τρεις τουλάχιστον δεκαετίες συνάρπαζε όπου εμφανιζόταν τους λάτρεις της όπερας, είχε επιδεινωθεί κατά τους τελευταίους μήνες, αν και τίποτα δεν έδειχνε ότι επρόκειτο για κάτι το σοβαρό. Πάντως πολλοί ειδικοί της όπερας επεσήμαναν κάποιον κλονισμό στην υγεία της από τότε που άρχισε εξαντλητική δίαιτα.

 

»Η διάσημη ντίβα είχε ουσιαστικά αποχωρήσει από τη σκηνή κατά τα μέσα της δεκαετίας του '60 και ζούσε σχεδόν σε απομόνωση, αποφεύγοντας ακόμη και τους πιο στενούς φίλους της. Λέγεται ότι ο θάνατος του Αριστοτέλη Ωνάση (του μεγάλου της έρωτα, όπως είχε πει κάποτε και η ίδια σ' ένα δημοσιογράφο) συνετέλεσε πολύ στην πρόσφατη οριστική απομάκρυνσή της από την καλλιτεχνική δραστηριότητα. Τελευταία, πάντως, είχαν ενταθεί οι φήμες ότι επρόκειτο να επανεμφανιστεί από την τηλεόραση...»

 

Η συγκίνηση είναι βαθιά παντού. Οι φωτογραφίες που φτάνουν από το Παρίσι - η νεκρώσιμη τελετή στον ελληνικό ναό - μέχρι αργότερα, στο σκόρπισμα της στάχτης της στο Αιγαί,ο κάνουν το Γύρο του Κόσμου. Μια εποχή, στην τελειότερη μορφή της - σκηνικά, κοστούμια, ήχοι, μουσικές, άνθρωποι -, κλείνουν μαζί της. Συνεχίζουν χωρίς Αυτήν.

 

Όμως ας παρακολουθήσουμε τον θρίαμβό της όπως τον καταγράφει ο Τύπος:

Με τη Μήδεια να κυριαρχεί στην καλλιτεχνική της σταδιοδρομία, η Μαρία Κάλλας διέγραψε μια εκθαμβωτική τροχιά στον κόσμο της όπερας. Δεν ήταν μόνο μια ανεπανάληπτη υψίφωνος αλλά και μια μεγάλη ηθοποιός, που έκανε τους ιταλούς φιλόμουσους να την ονομάζουν «Πρίμα Ντόνα Ασσολούτα», δηλαδή «η απόλυτη υψίφωνος». Για 25 ολόκληρα χρόνια (από το 1940 έως το 1965, που τραγούδησε για τελευταία φορά στο Κόβεν Γκάρντεν) το άστρο της έλαμπε αδιαφιλονίκητα στη γη.

 

1939. Λίγο πριν συμπληρώσει τα 15 της χρόνια κάνει την πρώτη της εμφάνιση. Ερμηνεύει τον ρόλο της Σαντούτσα στην Καβαλλερία Ρουστικάνα, σε μαθητική παράσταση του Ωδείου Αθηνών.

 

1940. Τρεις ακόμη μαθητικές εμφανίσεις με το Ωδείο: Αντζέλικα στην Αδελφή Αγγελική του Πουτσίνι, Αμέλια στο Μπάλλο ιν μάσκερα και Αΐντα στην ομώνυμη όπερα του Βέρντι.

 

1940, 27 Νοεμβρίου. Είναι η πρώτη επαγγελματική της εμφάνιση στη Λυρική Σκηνή. Γίνεται Βεατρίκη στον Βοκκάκιο του Σουπέ.

 

1940-1945. Πέντε ακριβώς χρόνια κράτησε η συνεργασία της με τη Λυρική Σκηνή. Τραγούδησε Τόσκα, Καβαλλερία, τη Σμαράγδα στον Πρωτομάστορα του Μ. Καλομοίρη, τη Μάρθα στον Κάμπο του Ντ' Αλμπέρ και τη Λεονόρα στον Φιντέλιο.

 

1947, 3 Αυγούστου. Στην Ιταλία πια, η Καλογεροπούλου γίνεται «Κάλλας». Πρώτη εντυπωσιακή εμφάνιση στην Αρένα της Βερόνας με την Τζοκόντα του Πονκιέλλι. Τον ίδιο χρόνο ερμηνεύει την Ιζόλδη στον Τριστάνο και Ιζόλδη, στο Λα Φενίτσε της Βενετίας.

 

1948. Θριαμβεύει με την Τουραντό. Τώρα είναι πια διάσημη σ' όλο τον κόσμο. Δελεαστικά συμβόλαια της προσφέρουν όλα τα μεγάλα θέατρα, και στα 25 της χρόνια βλέπει τη δόξα της να λάμπει μεγαλόπρεπα.

 

1949. Εμφανίζεται στο Μπουένος Άιρες με τη Νόρμα στο Τεάτρο Κολόν.

 

1950. Στο Μεξικό γίνεται Λεονόρα στον Τροβατόρε, Φιορίλα στον Τούρκο στην Ιταλία στη Ρώμη, Τραβιάτα στο Κομουνάλε της Φλωρεντίας.

 

1950. Πάλι στο Κομουνάλε της Φλωρεντίας, ερμηνεύει την Ελένη στον Σικελικό εσπερινό και την Ευρυδίκη στο Ορφέας και Ευρυδίκη.

 

1952, 2 Απριλίου. Πρώτη εμφάνιση στη Σκάλα του Μιλάνου με την Κονστάντζα στην Αρπαγή από το Σεράι. Τραγουδάει ακόμα Αρμίντα στη Φλωρεντία, Λουκία και Τζίλντα στον Ριγκολέττο στο Μεξικό και Λαίδη Μάκβεθ στον Μάκβεθ, στη Σκάλα.

 

1953. Στον Μουσικό Μάιο της Φλωρεντίας γίνεται μια εκπληκτική Μήδεια στην ομώνυμη όπερα του Κερουμπίνι.

 

1954-1960. Έξι ολόκληρα χρόνια κυριαρχεί στη Σκάλα του Μιλάνου. Ιερό τέρας πια, βρίσκει την αποθέωση της καριέρας της. Γίνεται Άλκηστη, Ελισάβετ στον Δον Κάρλο, Τζούλια στην Βεστάλε, Μανταλένα στον Αντρέ Σενιέ, Αμίνα στην Σονάμπουλα, Ροζίτα στον Κουρέα της Σεβίλλης, Φαιδώρα, Άννα Μπολένα, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Αμέλια στο Μπάλλο ιν μάσκερα, Ιμογένη στον Πειρατή και Παολίνα στον Πολιούτο. Θριαμβευτική ήταν η παράσταση της Τραβιάτας το 1955, σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι.

 

1957. Έρχεται πάλι στην Αθήνα, εμφανίζεται στο Φεστιβάλ Αθηνών σ' ένα κοντσέρτο.

 

1960-1961. Συνδεδεμένη πια συναισθηματικά με τον Ωνάση, τραγουδάει στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου Νόρμα και Μήδεια.

 

1962. Στη Σκάλα του Μιλάνου αποθεώνεται ως Μήδεια, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη.

 

1964. Νέος καλλιτεχνικός θρίαμβος - αυτή τη φορά στη Όπερα του Παρισιού, με τη Νόρμα.

 

1965, 5 Ιουλίου. Τελευταία της εμφάνιση σε παράσταση όπερας. Είναι στο Κόβεν Γκάρντεν του Λονδίνου με την Τόσκα, σε σκηνοθεσία Φράνκο Τσεφιρέλλι.

 

1970. Γυρίζει σε ταινία τη Μήδεια, με σκηνοθέτη τον Πιερ Πάολο Παζολίνι.

 

1973. Αυτός ο χρόνος μοιάζει να κλείνει την καριέρα της. Με τον Τζιουζέππε ντι Στέφανο σκηνοθετεί τον Σικελικό εσπερινό του Βέρντι στο Ρέτζιο του Τορίνο. Μετά εμφανίζονται μαζί σε μια σειρά κονσέρτων με άριες από όπερες στην Ιαπωνία, την Αμερική και την Ευρώπη. Τελευταία δημόσια εμφάνισή της πρέπει να θεωρηθεί η 8η Δεκεμβρίου 1973, όταν τραγούδησε άριες στην Όπερα του Παρισιού. Την ημέρα εκείνη το κοινό την κάλεσε δέκα φορές στη σκηνή. Η κραυγή Βίβα Μαρία συγκλόνιζε την αίθουσα, ενώ οι ανθοδέσμες σκέπαζαν τη σκηνή.

 

Το γαλλικό περιοδικό «Νουβέλ Ομπσερβατέρ», πριν 30 χρόνια, συγκεντρώνει γνώμες ανθρώπων που τηνγνώρισαν:

Ιβ Σεν Λοράν (μόδιστρος): «Ουράνιο τόξο φωτός, οι καταρράκτες του Νιαγάρα, η άβυσσος ενός απύθμενου πηγαδιού στα βάραθρα σιδηρουργείων της κόλασης, αέρινες εσάρπες που ξεδιπλώνονται κάτω από την αναπνοή της αυγής, τα εντόσθια της γης [...] χείμαρροι από μέλι, έλη, κινούμενη άμμος όπου βουλιάζουμε, όπου ξεχνιόμαστε μέχρι να χαθούμε [...] Τέντωσες τον μαγικό κύκλο των χεριών σου και το πλήθος πέθανε».

 

Βάλτερ Λέγκε (παραγωγός των δίσκων της Κάλλας και σύζυγος της Ελίζαμπεθ Σβάρτσκοπφ): «Η Κάλλας υπέφερε από ένα υπεράνθρωπο κόμπλεξ κατωτερότητας. Αυτή ήταν η πηγή ενέργειας που τροφοδοτούσε την απόλυτη, ακούραστη φιλοδοξία της, τη σιδερένια θέλησή της, τον αρρωστημένο εγωκεντρισμό της, την ακόρεστη δίψα της για δόξα.
» Ήταν μία από τις πιο καλοντυμένες γυναίκες του Μιλάνου. Καθένα από τα ρούχα της γκαρνταρόμπας της είχε μία ετικέτα στην οποία αναγραφόταν η ημερομηνία αγοράς, η τιμή, οι συνθήκες υπό τις οποίες το φόρεσε και ο άνθρωπος που τη συνόδευε όταν το φορούσε».
»Στις 3 το πρωί (αφότου η Κάλλας είχε ερμηνεύσει τη «Λουτσία») ο θυρωρός του ξενοδοχείου μού ανακοίνωσε ότι η κυρία Κάλλας και ο σύζυγός της με περιμένουν. Με οδήγησε στο δωμάτιό τους. Ήταν καθισμένοι δίπλα δίπλα στα κρεβάτια τους και διάβαζαν ιταλικά περιοδικά, περιμένοντας να τους εκθέσω την άποψή μου για την παράσταση: Η Μαρία είχε ανταποκριθεί στην εικόνα της; Τα χειροκροτήματα ήταν ηχηρότερα από αυτά που είχε δεχθεί σε προηγούμενη εμφάνισή της στην ίδια πόλη; Καθησυχασμένοι έκλεισαν αργότερα το φως και απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλο για να κοιμηθούν».

 

Ίθαν Μόρντεν (συγγραφέας): «Όταν δίδασκε ήταν γαλήνια, λεία και μητρική».

 

Μπάρμπαρα Χέντριξ (λυρική ερμηνεύτρια): «[...] Τη νιώθαμε πολύ θλιμμένη, πολύ μόνη, σαν κάποιον που θέλει να δώσει ένα μέρος του εαυτού του και δεν ξέρει το πώς».

 

Η μητέρα της (μία μέρα που η Μαρία αρνήθηκε να της δώσει χρήματα): «Είσαι φοβερά τσιγκούνα. Σου εύχομαι να πάθεις καρκίνο στο λαιμό».

 

Τολφ Λίμπερμαν (συνθέτης, διευθυντής όπερας): «Ήταν "Η" ντίβα. Οι θεές δεν πεθαίνουν ποτέ».

 

Αριστοτέλης Ωνάσης (εφοπλιστής, εραστής της): «Περισσότερο κι από το ταλέντο της, περισσότερο κι από την επιτυχία της, αυτό που με εντυπωσίαζε πάντα στη Μαρία Κάλλας ήταν η ιστορία των πρώτων προσωπικών της αγώνων, όταν, φτωχή έφηβη, προσπαθούσε να επιπλεύσει σε βαθιά νερά».

 

Ανώνυμος (στη διάρκεια μιας οντισιόν για την παρουσίαση της «Κάρμεν» στη Νέα Υόρκη): «Ο Μπιζέ δεν έγραψε για να τον ερμηνεύσει ένας ιπποπόταμος!» (Μετά από αυτό η Κάλλας αποχώρησε χτυπώντας δυνατά την πόρτα.)

 

Ζακ Μπουτζουά (κριτικός): «Είναι σαν την Ακρόπολη: όλο και πιο ωραία όσο φθείρεται».

 


 

Μαρία Κάλλας – 30 χρόνια από το θάνατό της

CALLAS TALKS

Ο έλληνας δημοσιογράφος Πήτερ Ντράκατς (Πέτρος Δραγάτσης) είναι ο άνθρωπος που πήρε την τελευταία συνέντευξη από τη Μαρία Κάλλας, που δημοσιεύτηκε λίγο μετά το θάνατό της στο ιταλικό περιοδικό «Ότζι». Διαλέγουμε αποσπάσματα:

«Ξέρεις Πήτερ, είναι πολύ παράξενο συναίσθημα να είμαι ένας ζωντανός μύθος ενώ βρίσκομαι ακόμη στη γη. Ίσως θα ήταν καλύτερο αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που θαυμάζουν τη φωνή μου αποφάσιζαν να με θεωρούν αθάνατη μετά το θάνατό μου. Αν γινόταν αυτό θα καθόμουν πάνω σε κάποιο σύννεφο, θα κοίταζα κάτω και θα απολάμβανα το θέαμα, αντί να κάθομαι να ανησυχώ αν θα καταφέρω να βγάλω τις ψηλές μου νότες...»

«Η γαλλική μόδα είναι ωραία, αλλά η ιταλική είναι καλύτερη» μου είπε με ένα ύφος γεμάτο νοσταλγία, καθώς κοίταζε το πακέτο με τα περιοδικά που της είχα φέρει από τη Ρώμη, και συνέχισε:

«Μ' αρέσει η ζωή στο Παρίσι, αλλά πολλές φορές νοσταλγώ την Ιταλία. Ποιος ξέρει. Ίσως πάω να ζήσω εκεί όταν θα είμαι μια διακεκριμένη γηραιά κυρία, που θα χρειάζεται ζέστη και λιακάδα...»

«Είναι η ώρα που αρχίζω να λειτουργώ. Δυστυχώς έχω πολύ χαμηλή πίεση και, όπως όλοι οι άνθρωποι που τους συμβαίνει αυτό, δεν κατορθώνω να λειτουργήσω καλά και να σκεφτώ με ειρμό παρά μόνο γύρω στο μεσημέρι...»

«Πού απέτυχα; Μα απέτυχα να ολοκληρωθώ σαν γυναίκα, γιατί αυτό που πάντα επιθυμούσα περισσότερο από την επιτυχία ήταν να γίνω μητέρα και να αποκτήσω πολλά πολλά παιδιά. Τώρα βέβαια είναι πια πολύ αργά. Αλλά, αν ξανάρχιζα από την αρχή, θα έκανα τουλάχιστον έξι παιδιά - τέσσερα αγόρια και δύο κορίτσια. Εμείς οι Έλληνες βάζουμε την οικογενειακή μας ζωή πάνω από κάθε τι άλλο. Και το παράπονό μου όταν άκουγα τον κόσμο να με χειροκροτεί ήταν γιατί η Κάλλας να μην περιστοιχίζεται από τα παιδιά της και, αργότερα, από τα εγγόνια της τις στιγμές της ευτυχίας της, όπως τόσοι άλλοι άνθρωποι».

«Συνάντησα για πρώτη φορά τον Αρίστο στο σπίτι της Γουώλλυ Τοσκανίνι, της κόρης του διάσημου μαέστρου, που έδινε ένα πάρτι προς τιμήν μου, ύστερα από μια παράσταση στη Σκάλα. Ο Αρίστος έσκυψε, μου φίλησε το χέρι και είπε ελληνικά: «Κυρία μου, έχετε κάτι από το παρουσιαστικό ελληνίδας θεάς, όπως ακριβώς σας περίμενα. Είναι τιμή μου που σας γνωρίζω. Ελπίζω να ξανασυναντηθούμε».

»[...] Δεν μπορώ να σου πω πώς αισθάνθηκα όταν παντρεύτηκε εκείνη τη γυναίκα. Είναι κάτι το τόσο προσωπικό, που δεν ξέρω αν και εγώ η ίδια θα μπορούσα να το εκφράσω με λόγια. Βέβαια, εξακολουθούσα να συναντώ τον Αρίστο και μετά το γάμο του.

»Όταν είχε να συζητήσει σημαντικά πράγματα, τότε ερχόταν σε μένα, δεν πήγαινε σ' εκείνη. Θα συναντιόμαστε στο διαμέρισμά μου ή θα πηγαίναμε να δειπνήσουμε στο Μαξίμ, στο αγαπημένο μας τραπέζι, σε μια γωνιά της αίθουσας, όπου συνηθίζαμε να καθόμαστε άλλοτε.

»Μιλούσαμε για τα πάντα. Για τα σχέδιά μας, τις επιδιώξεις μας, τις προσδοκίες μας. Επίσης - σε παρακαλώ, μη γελάσεις μ' αυτό - περνούσαμε ώρες ολόκληρες μιλώντας για επιχειρήσεις, μετοχές, επενδύσεις και όλα τα σχετικά. Αυτές οι συζητήσεις μ' ενδιέφεραν πάρα πολύ, και σκεφτόμουν όταν θα σταματούσα να τραγουδάω να μάθω όλα τα σχετικά με τις μεγάλες μπίζνες. Και πού θα εύρισκα γι' αυτά τα θέματα καλύτερο δάσκαλο από τον Ωνάση;

»Ναι, αγαπητέ μου, ήμασταν κοντά ο ένας στον άλλο μέχρι το τέλος. Ο Αρίστος πέθανε στην αγκαλιά μου, όχι στην αγκαλιά της Τζάκυ - και σε παρακαλώ να μην το ξεχάσεις αυτό».

«Δεν άφησα εγώ τον Μπατίστα, αυτός με άφησε. Εγώ ήθελα να φροντίζω μόνη μου τις επαγγελματικές μου υποθέσεις και εκείνος έλεγε ότι αν δεν του επέτρεπα να έχει απόλυτο έλεγχο πάνω στη ζωή μου και την καριέρα μου, δεν υπήρχε λόγος να μείνουμε μαζί. Εγώ ήθελα να έχω κοντά μου ένα σύζυγο και όχι έναν μάνατζερ.

»Επίσης θεωρούσε ότι έκανα ανοιχτή κοινωνική ζωή. Έλεγε ότι έπρεπε να μένω σπίτι, να μελετάω και να τραγουδάω. Ίσως, τώρα που το σκέφτομαι, να είχε δίκιο για την καριέρα μου, αλλά, όπως ήταν φυσικό, ήθελα κι εγώ να ζήσω και να απολαύσω την επιτυχία μου.

»Εξάλλου τι έκανα; Μετά από μια πρεμιέρα στο Μιλάνο θα πήγαινα να δειπνήσω στο Μπίφι Σκάλα ή στου Σαβίνι, ή ακόμη, αν ήμασταν στο Παρίσι, στο Μαξίμ. Αυτό θα το ήθελε κάθε καλλιτέχνης. Ίσως ακόμη θα πήγαινα στο Μόντε Κάρλο, να πάρω έναν καφέ με τον πρίγκιπα Ρενιέ και την πριγκίπισσα Γκρέις, ή θα ήμουν καλεσμένη σε κάποιο κοσμικό πάρτι. Δεν υπήρχε τίποτε το κακό σε όλα αυτά, αλλά ο Μπατίστα αντιδρούσε.

«[...] Αδυνάτησα γιατί, όπως όλες οι γυναίκες, ήθελα να είμαι ελκυστική και όχι, όπως λες, μια χοντρή σοπράνο. Κατάλαβα ότι η φωνή δεν έφτανε όταν ένας ιταλός κριτικός της όπερας έγραψε, μετά από μια παράσταση της Αΐντα που έδωσα στη Βερόνα, πως του ήταν σχεδόν αδύνατον να βρει τη διαφορά ανάμεσα στα πόδια των ελεφάντων που ήταν πάνω στη σκηνή και στα πόδια της Αΐντα, που το ρόλο της έπαιζα εγώ.

»Έκλαψα με πικρά δάκρυα για πολλές μέρες όταν διάβασα αυτό το άρθρο. Ήταν σκληρό. Απαίσιο. Αλλά τότε αποφάσισα ν' αδυνατίσω.

»Θυμάμαι ότι την ίδια εποχή είχα υπογράψει συμβόλαιο να τραγουδήσω τη "Λουτσία ντι Λαμερμούρ", και οι φίλοι μου γελούσαν και έλεγαν "Εσύ Λουτσία; Μα αυτό είναι αδύνατον. Είσαι πολύ παχιά".

»Έτσι, κατέφυγα σε έναν γνωστό ειδικό γιατρό, στο Παρίσι, που μου έκανε μια σειρά από ενέσεις και ηλεκτρικά μασάζ. Ήταν μια πολύ επίπονη διαδικασία, που χρειάστηκε θυσίες, αλλά είχα αποφασίσει ν' αδυνατήσω και το πέτυχα...

«[...] Σχετικά με τον δύσκολο χαρακτήρα μου υπάρχει ένα πράγμα που πρέπει πάνω απ' όλα να γίνει κατανοητό: Θεωρώ την τέχνη της μουσικής κάτι το πραγματικά εξαιρετικό και δεν εννοώ να βλέπω να την κακομεταχειρίζονται. Όταν τη σέβονται και την υπηρετούν πιστά, τότε χαίρομαι βαθύτατα, αλλά όταν την κακοποιούν δεν θέλω να συμμετέχω στην κακοποίηση.

»Δεν θέλω, με κανέναν τρόπο, να συνδέω το όνομά μου με το κακό γούστο στη σκηνοθεσία, τη διεύθυνση της ορχήστρας ή το τραγούδι και ακόμη περισσότερο δε θέλω εγώ η ίδια να δώσω μια κακή παράσταση.

»Όταν ήμουν νέα και προσπαθούσα να φτιάξω την καριέρα μου έπρεπε να παίρνω ό,τι μου προσέφεραν, αργότερα είχα τη δυνατότητα να αρνηθώ τις μέτριες προσφορές.

»Όταν έλεγα "όχι" ο κόσμος έλεγε ότι η Κάλλας είναι δύσκολη. Σίγουρα ήμουν δύσκολη, αλλά δεν ήμουν ποτέ το "τέρας" που μερικοί ισχυρίζονται ότι είμαι.

»Αν ήμουν πρόθυμη να δεχτώ να πάρω μέρος σε όπερα δεύτερης ποιότητας, δεν θα έφτανα ποτέ να πετύχω αυτά που έχω πετύχει μέχρι σήμερα.

»Θα ήταν πολύ εύκολο να δημιουργήσω τη φήμη μιας γλυκιάς και γοητευτικής καλλιτέχνιδας, αλλά αυτό θα με παρέσερνε σε κακές παραστάσεις.

»Γι' αυτούς που δεν ενδιαφέρονται και πολύ για την ποιότητα, όλα αυτά δεν είναι παρά απλό καπρίτσιο. Αλλά ποτέ δεν συνέβη να κλοτσήσω τενόρους, να τρελάνω διευθυντές ορχήστρας ή να πετάξω καρέκλα σε βαρύτονους ή σε άλλες σοπράνο, όπως λένε για μένα τα κουτσομπολιά.

»Όλα αυτά θα ήταν ενέργειες μιας παρανοϊκής, πράγμα που πιστεύω πως δεν είμαι. Προσπάθησα πάντα να συμπεριφέρομαι στους συνεργάτες μου με τον καλύτερο τρόπο. Θα ευχόμουν μάλιστα να μπορούσα να πω το ίδιο και για πολλούς απ' αυτούς, αλλά έχω, εδώ και πολύ καιρό, μάθει να αγνοώ τους κακούς τρόπους.

»Ρωτάς γιατί έχασα τη φωνή μου· δεν έχασα ποτέ τη φωνή μου, έχασα όμως τη δύναμη του διαφράγματος, που, μαζί με τις φωνητικές χορδές, το υπογάστριο και τους πνεύμονες, είναι ένα από τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν τον λεγόμενο "τραγουδιστικό μηχανισμό"

»[...] Μελέτησα μόνη μου τραγουδώντας σκάλες και κάνοντας άλλες ασκήσεις επί αρκετές ώρες τη μέρα, για να μπορέσω να δυναμώσω τους μυς που ανέφερα παραπάνω. Μην ξεχνάς ότι η ανθρώπινη φωνή δεν μπορεί να συγκριθεί με τον ήχο του πιάνου ή του βιολιού, που παραμένει ο ίδιος κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.

»Προσπαθώ να επιστρέψω στη φύση μου σαν τραγουδίστρια. Το μεγαλύτερο λάθος μου στο παρελθόν ήταν ότι προσπαθούσα να κάνω εγκεφαλική τη φωνή μου.

»Τώρα προσπαθώ να επιστρέψω στο αγνό, πρωτόγονο ένστικτο που χαρακτήριζε τη φωνή μου όταν ήμουν νεότερη. Ελπίζω να το πετύχω. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο απομονώθηκα. Θέλησα να κρύψω όλους τους φόβους που φωλιάζουν μέσα μου, όπως εξάλλου και στον καθένα.

»Οι μόνοι φίλοι μου είναι αυτοί για τους οποίους είμαι τέλεια, παρά το γεγονός ότι ξέρω πως δεν είμαι. Δεν συμπαθώ τις καταστάσεις που ανατρέπουν την εσωτερική μου γαλήνη.

»Όπως σου έχω αναφέρει και στο παρελθόν, η συστολή και η ανασφάλεια που με χαρακτηρίζουν με κάνουν να φαίνομαι υπεροπτική.

»Είναι ένας τρόπος αυτοπροστασίας των ντροπαλών ανθρώπων. Όπως όλοι, θέλω να με επαινούν και να με ενθαρρύνουν συνέχεια, γιατί από τη φύση μου είμαι μάλλον απαισιόδοξη. Και μην ξεχνάς ότι μόνο το ευτυχισμένο πουλί κελαηδάει, ενώ το δυστυχισμένο χώνεται στη φωλιά του και πεθαίνει [...]».

Κυρίες και Κύριοι, η Μαρία Κάλλας είναι εδώ. Δεν έφυγε ποτέ. Μόνο νά, ζητάει ένα σπίτι για να απλώσει τα έπιπλά της, τις φωτογραφίες, τους δίσκους της, τα ενθύμια.

Για πάντα.