Τη θυμάμαι, μικρό παιδί, σε μια μεγάλη επιτυχία του Θεάτρου Στοά - της ομάδας του Θανάση Παπαγεωργίου με μόνιμη στέγη στου Ζωγράφου, της οποίας είναι αναπόσπαστο κομμάτι το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας της. Η παράσταση ήταν οι Εσωτερικαί ειδήσεις του Μάριου Ποντίκα, στην παράδοση του Θεάτρου Τέχνης και άλλων συγγενικών πρωτοποριακών θιάσων της απατηλής δεκαετίας του '70. Η ερμηνεία της, ακριβής, ευφάνταστη, αυτοσαρκαστική. Κοντολογίς, σπουδαία! Όπως όλη η ομάδα, η οποία έσκιζε. Είκοσι χρόνια μετά, βρέθηκα στα γυρίσματα του Τρίτου στεφανιού. Πάλι. Έτρεχε η κάμερα και η Πρωτοψάλτη, με μια απαράμιλλη δεξιοτεχνία, μεταμορφωνόταν στην ταραγμένη, μισότρελη και τραγική Εκάβη. Ως Μήδεια του Μποστ, ήταν απλά ιδιοφυής. Τώρα, ερμηνεύει μια από τις συγκλονιστικότερες προσωπικότητες της σύγχρονης Ελλάδας. Την κορυφαία ρεμπέτισσα Σωτηρία Μπέλλου. Και ίσως αποδειχθεί γι' αυτήν τη σπουδαία ηθοποιό ο ρόλος της ζωής της. Σαν όλοι οι ρόλοι, όλες οι γυναίκες, όλες οι Ελληνίδες που έχει παίξει μέχρι τώρα να συγκεντρώνονται σ' αυτό τον ρόλο-σύμβολο!

Ποιο είναι το κοινό της Στοάς σήμερα, κ. Πρωτοψάλτη;

Το κοινό της Στοάς σήμερα είναι λίγο μπερδεμένο. Με τον Πατέρα του Στρίνμπεργκ ήρθε ένα νέο κοινό που δεν μας ήξερε καθόλου. Το καταλαβαίνουμε από τα τηλεφωνήματα, που μας ρωτάν πού βρίσκεται το θέατρο. Ύστερα από 37 χρόνια να ψάχνουν να μας βρουν, σημαίνει ότι έρχονται άνθρωποι που δεν ήξεραν καν την ύπαρξή μας. Αυτό είναι και καλό, σημαίνει ότι το κοινό ψάχνεται, ακούει, ενδιαφέρεται...

Υπάρχει βέβαια και το σταθερό σας κοινό, που σας στηρίζει χρόνια.

Ναι, υπάρχει! Μας αγαπάει, μας πιστεύει, πληροφορείται το ρεπερτόριό μας.

Δεν πρέπει να ξέρει πολύς κόσμος ότι η Στοά έχει πορεία τριάντα επτά χρόνων....

Εγώ του χρόνου κλείνω πενήντα χρόνια στο θέατρο. Ξεκίνησα από μαθήτρια του Θεάτρου Τέχνης. Έμεινα για λίγο εκεί, κι αφού μου έβγαλαν την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος που υπήρχε τότε -ο Κουν έβγαλε εμένα, τη Λυμπεροπούλου και τον Φέρτη εκείνη τη χρονιά- συνέβησαν διάφορα και αποχώρησα. Τότε με φώναξε ο δάσκαλός μου ο Βασίλης Διαμαντόπουλος. Τα πιο σημαδιακά μου χρόνια, 1960-1965. Δούλεψα πολύ μαζί του, μου εμπιστεύτηκε ρόλους.

Όπως;

Αντικατέστησα την Ξένια Καλογεροπούλου, μέσα σε δύο ημέρες, στο Τα δένδρα πεθαίνουν όρθια του Κασόνα. Ένας τεράστιος σε μέγεθος ρόλος! Αργότερα μου εμπιστεύτηκε το γυναικείο πρωταγωνιστικό ρόλο στο Όλα σε καλό του Πιραντέλο. Ένα εξαιρετικό, άγνωστο έργο, με έναν τρομερό αντρικό ρόλο, που δεν έχει ξαναπαιχτεί έκτοτε.

Γιατί κάποια έργα που θεωρήθηκαν σημαντικά δεν ξαναπαίζονται; Τα ξεπερνάει η εποχή τους;

Δεν ξέρω γιατί κάποια έργα δεν ξαναπαίζονται. Για το συγκεκριμένο νομίζω ότι είναι λόγω των απαιτήσεων του ρόλου. Αντίθετα, το Τα δένδρα παθαίνουν όρθια, τεράστια επιτυχία τότε, ανάλογη του Αγάπη μου Ουάουα, όταν παίχτηκε πριν μερικά χρόνια δεν πήγε καθόλου καλά. Ο κόσμος τρελαινόταν μ' αυτό το έργο! Θυμάμαι σε μία σκηνή μεταξύ του γκάνγκστερ εγγονού τον οποίο έπαιζε ο Φυσούν και της Αλκαίου, που έκανε τη γιαγιά, σηκώθηκε μια ηλικιωμένη γυναίκα και φώναξε «...γονάτισε παιδάκι μου και ζήτα συγνώμη!». Πάγωσαν οι ηθοποιοί.

Σας έχει συμβεί πολλές φορές αυτού του είδους η ενεργή συμμετοχή του κοινού;

Στο Χάσαμε τη Θεία, Στοπ του Διαλεγμένου, την πρώτη μας μεγάλη επιτυχία στη «Στοά», γινόταν χαμός από κάτω. Είχαμε πολλά ανάλογα κρούσματα. Σε μια σκηνή μεταξύ εμού και του δοσατζή που τον έπαιζε ο άντρας μου σήμερα ο Ηλίας Κατέβας, όπου μου έδειχνε μια κατακόκκινη κιλότα, μια γυναίκα φώναξε «φόρα την να δούμε!» Δεν ξέραμε που να κρυφτούμε από τα γέλια!

Αυτή δεν είναι η έννοια του λαϊκού θεάτρου; Η ταύτιση του κοινού από κάτω; Όπως στην commedia del'arte και στον Σέξπιρ, που οι συγγραφείς ενέτασσαν τις αντιδράσεις του κοινού στο έργο τους;

Βέβαια! Σε τέτοια έργα είχαμε μεγάλη συμμετοχή. Γέλιο και κλάμα μαζί! Ο κόσμος ήταν μέσα από την αρχή, άλλωστε τα είχαν ζήσει αυτά. Και συμβαίνουν όλα αυτά τα μαγικά και σπουδαία στο θέατρο γιατί ο Έλληνας είναι θεατρόφιλος. Από παλιά, πάντα έτρεχε στο θέατρο. Μην κοιτάτε που μπήκε η τηλεόραση και τα μπαστάρδεψε τα πράγματα. Ο κόσμος τώρα ξαναγυρίζει στο θέατρο. Οι νέοι επανέρχονται κι αυτοί σιγά σιγά. Τι θα έκαναν με το χαζοκούτι; Το θέατρο δεν θα πεθάνει ποτέ, ο κόσμος το αγαπάει! Βλέπω πως έχουν αποκτήσει επαφή ο ένας με τον άλλον. Έρχονται στο καμαρίνι και συνεννοούνται, άγνωστοι θεατές μεταξύ τους, με τα μάτια, γι' αυτό που μόλις είδαν. Αυτό είναι το θέατρο, η επικοινωνία με τη σκηνή αλλά και με το διπλανό σου. Το ίδιο συμβαίνει και στον κινηματογράφο, αλλά η τηλεόραση δεν μπορεί να το προσφέρει αυτό...

Μετά το θίασο του Διαμαντόπουλου, πού πήγατε;

Συνεργάστηκα με τον Γιώργο Εμιρζά που ανέβασε ένα έργο του Δημήτρη Χριστοδούλου, το Ξενοδοχείο, η Κίρκη, αργότερα με τον Τίτο Βανδή στο Ένας Όμηρος του Μπερτράν Μπιαν, μεγάλη επιτυχία, με μουσική του Θεοδωράκη. Τότε, μαζί με τον Θανάση Παπαγεωργίου και τον Τάκη Καλφόπουλο ιδρύσαμε την ομάδα Βήματα στην Κοκκινιά και ξεκινήσαμε με την Αυλή των Θαυμάτων. Νομίζαμε ότι ανεβάζοντας ένα τέτοιο έργο σε μια λαϊκή γειτονιά θα γινόμασταν το θέατρό τους. Μας έδιωξαν στο πυξ λαξ! Η αίθουσα ήταν το εντευκτήριο μιας Λέσχης Ποντίων και τους χαλάσαμε την ησυχία. Αμέσως μετά παίξαμε στο Φλορίντα, εκεί που σήμερα βρίσκεται το Παρκ, ένα έργο του μεγάλου συγγραφέα, που έφυγε στα σαράντα ένα του από καρκίνο, του Μάριου Χάκκα, την Ενοχή. Εκεί να δείτε μοντέρνο θέατρο. Και μιλάμε για '69-70!

Σ' αυτές όλες τις παραστάσεις ελληνικών έργων, εσείς, οι νέοι ηθοποιοί και οι σκηνοθέτες, δίνατε περισσότερη σημασία στη θεματολογία ή στη φόρμα, τον τρόπο ανεβάσματος;

Όλα μαζί. Γιατί οι Έλληνες συγγραφείς στη δεκαετία του '70 μεγαλούργησαν; Ο Σκούρτης, ο Ποντίκας, ο Διαλεγμένος; Γιατί ήταν λαϊκά παιδιά που έγραφαν για τις εμπειρίες τους και απευθύνονταν στο πλατύ κοινό. Τους απασχολούσε το λούμπεν. Θυμάμαι τον Ντίνο Ηλιόπουλο που ερχόταν τακτικά στο «Στοά», να λέει με παράπονο, «μα γιατί δεν γράφουν και για άλλες τάξεις; Υπάρχουν και οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι επιχειρηματίες...» (γέλια). Ήθελε να παίξει κι αυτός κάτι ανάλογο. Αλλά μήπως στο Δράκο τι έπαιξε;

Πληρωνόσασταν σ' αυτού του είδους το θέατρο;

Όχι! Ο Διαμαντόπουλος όταν είχε λεφτά μας πλήρωνε. Όταν δεν τα έτρωγε στην πόκα! Κι όσοι ηθοποιοί του έφευγαν, τον πήγαιναν στα δικαστήρια. Αντίθετα, στο Θέατρο Τέχνης έβγαζαν μισθό για όλους. Δούλευα σε κάτι μονόπρακτα κι όταν ήρθε ο υπεύθυνος να με πληρώσει, εγώ δεν δέχτηκα! «Δεν θέλω λεφτά», του είπα, «δεν έγινα ηθοποιός για να πληρώνομαι!». Είχα προσβληθεί κι εκείνος δεν ήξερε αν του μιλούσα σοβαρά ή αν τον κορόιδευα! Στην πορεία μου την καλλιτεχνική ποτέ μου δεν έδωσα σημασία στο χρήμα. Γι' αυτό δεν κυνήγησα ποτέ δόξα, προβολείς, πούπουλα και φτερά. Έγινα ηθοποιός για άλλους λόγους. Και μέχρι τώρα, έτσι είμαι. Ο Θανάσης ο Παπαγεωργίου κανονίζει τι θα πάρω, δεν ρωτάω.

Στη Στοά, πότε ήρθατε;

Το '74. Το ‘χε ανοίξει ο Παπαγεωργίου ήδη από το '71 με την Ελένη Καρπέτα, κι όταν η Ελένη αποχώρησε, ήρθα εγώ.

Έχετε κάνει μεγάλες επιτυχίες εδώ. Και προσωπικές και ομαδικές. Αλλά, αν εξαιρέσουμε τα τελευταία χρόνια, στην πλειοψηφία τους ήταν καλλιτεχνικές κυρίως και λιγότερο εισπρακτικές επιτυχίες. Πώς επιβιώσατε;

Όπως επιβιώσαμε. Με νύχια και με δόντια! Όλα εκείνα τα χρόνια που εμείς ανεβάζαμε παντελώς άγνωστους Έλληνες συγγραφείς, ρισκάραμε τη ζωή μας. Ξέρεις τι είναι μετά από δύο σεζόν φουλ με το Χάσαμε τη θεία, στοπ, ένα θέατρο 380 θέσεων γεμάτο κάθε βράδυ, να πέφτουμε με Μήτσο Ευθυμιάδη, το Φώντα και άλλα δύο μονόπρακτα, στους δεκαπέντε θεατές; Με ρωτάν γιατί έμεινα τόσα χρόνια στη Στοά. Μα γιατί έτσι πιστεύω ότι πρέπει να γίνεται. Ότι ο ηθοποιός -και υπάρχουν αποδείξεις περί αυτού- μόνο μέσα από μια ομάδα μεγαλουργεί. Πιστεύω ότι πρέπει να μένεις σταθερός κάπου και να κοπανιέσαι, να χτυπιέσαι, να δουλεύεις. Αυτό σου δίνει πείρα και γνώση πάνω στη σκηνή. Και σιγά σιγά σ' ανεβάζει, σου δίνει φτερά!

Κι έτσι γράφεται η ιστορία του θεάτρου. Κι εσείς πάντα με ελληνικά έργα! Έχετε κάνει όμως και αρκετή τηλεόραση...

Κάνω τηλεόραση από το '72. Ήμουν στο Άνθρωπος δίχως πρόσωπο και στον Άγνωστο πόλεμο. Χάρη στον Μήτσο Λυγίζο, σπουδαίο πνευματικό άνθρωπο, ποιητή, σκηνοθέτη και διευθυντή της δραματικής σχολής του Εθνικού. Είχε την τηλεόραση στα χέρια του τότε και χάρη σ' αυτόν έπαιξε ολόκληρο το ελληνικό θέατρο. Έτσι έβγαλαν και οι φουκαράδες οι ηθοποιοί κάποια λεφτά, αλλά κανένας δεν τον θυμάται σήμερα. Θυμάμαι, πληρωνόμασταν αμέσως, με επιταγή που ερχόταν ταχυδρομικώς στο σπίτι μας, ενώ τώρα τα νέα παιδιά περιμένουν και ένα χρόνο μέχρι να πληρωθούν. Ήταν στα σπάργανα τότε η τηλεόραση, αλλά γινόντουσαν ωραία πράγματα, ποιοτικές δουλειές.

Στο ραδιόφωνο;

Α, έχω να το λέω ότι έπαιξα δίπλα δίπλα στο μικρόφωνο με τους σημαντικότερους Έλληνες ηθοποιούς. Το θεωρώ μεγάλη μου τιμή! Με την Αρώνη, τη Χατζηαργύρη, όλο το Εθνικό. Αυτές τις στιγμές δεν θα τις ξεχάσω ποτέ.

Πιο πρόσφατα, είχατε την τύχη να παίξετε και ένα ρόλο στην τηλεόραση που ήταν το όνειρο κάθε Ελληνίδας πρωταγωνίστριας. Την Εκάβη στο Τρίτο στεφάνι.

Εγώ το θεωρώ εθνική λογοτεχνία! Ο Ταχτσής έβαλε όλη την ψυχή του εκεί μέσα. Ήμουν όντως τυχερή που τον έπαιξα εγώ αυτόν το ρόλο και το οφείλω στον Δαλιανίδη. Αλλά νομίζω ότι δεν τον διέψευσα, τον έπαιξα καλά το ρόλο. Νομίζω ότι ήμουν η Εκάβη!

Και μετά ήρθε η Ευριπίδεια Εκάβη. Πώς «τολμήσατε» αρχαίο δράμα σε κλειστό θέατρο με ιταλική σκηνή;

Γιατί όχι; Άλλωστε, η Στοά με Τρωάδες εναρκτήριο έργο ξεκίνησε. Το προγραμματίσαμε για δύο μήνες και το κρατήσαμε μία σεζόν.

Μα, δεν είναι ήταν θέση του στην Επίδαυρο ή το Ηρώδειο;

Στο Ηρώδειο έχω παίξει Μποστ. Τη Μήδεια που την έγραψε για μένα και την παίξαμε με πολύ μεγάλη επιτυχία πρώτα εδώ στη Στοά και τον Ρωμαίο και Ιουλιέτα του.

Ναι, είχατε μια ιδιαίτερη σχέση με τον Μποστ. Είχε προηγηθεί και η Φαύστα με εσάς στον ομώνυμο ρόλο.

Μια υπέροχη παράσταση! Και μόνο που έβαλε ο Θανάσης για Ριτσάκι τον Τζούμα, δεν χρειάζεται να πω τίποτα άλλο. Γκρεμιζόταν το θέατρο από τα γέλια.

Εγώ επιμένω στην προηγούμενή μου ερώτηση. Δεν έχετε απωθημένο να παίξετε στην Επίδαυρο αρχαία τραγωδία;

Όχι. Αν με καλέσουν, θα πάω. Να ‘μαστε δέκα συνεργάτες και να φτιάξουμε ένα ωραίο πράγμα, ναι. Αν όμως δεν γίνεται, δεν γίνεται! Αλλά τι να τις κάνω τις Επιδαύρους όταν παίζω τη Σωτηρία; Ξέρεις πόσο χαίρομαι κάθε βράδυ και που έχει τέτοια απήχηση στον κόσμο;

Τι είναι για σας η Μπέλλου; Μια γυναίκα με ιστορία ή κουβαλάει την Ελλάδα επάνω της;

Ναι, αν θέλεις, αλλά όταν παίζω δεν σκέφτομαι τέτοια πράγματα. Μ' απασχολεί ο ρόλος, να βγει ο άνθρωπος. Οι αντιφάσεις του, η δυστυχία του, η μοναξιά του, η δόξα του. Όλα αυτά είναι η Σωτηρία Μπέλλου.

Είστε από τα λίγα θέατρα που επιμένουν σε ελληνικούς ρόλους και ανάλογα θέματα. Το σύνολο του σύγχρονου θεάτρου στην Αθήνα σήμερα ακουμπάει στην ευρωπαϊκή και αγγλοσαξονική αβάν γκαρντ.

Δεν ξέρω αν είμαστε Έλληνες πια. Έχουμε χάσει τελείως την ταυτότητά μας. Έβλεπα στην ΕΡΤ κάτι μονόπρακτα που τα έχουμε παίξει κι εμείς και δεν το πίστευα. Έλληνες ηθοποιοί, δεν μπορούν να παίξουν Έλληνες χαρακτήρες! Είναι ψεύτες. Το παίζουν ψεύτικα. Είναι τρομερό αυτό. Λες και καλούνται να παίξουν κάτι ξένο. Είναι αποπροσανατολισμένοι σήμερα οι νέοι. Που σημαίνει ότι δεν ξέρουν ποια είναι η παράδοσή τους. Ποιοι είμαστε τελικά; Είμαστε Αμερικάνοι;

Δεν είμαστε μέλη μιας παγκόσμιας κοινωνίας, όπως υποστηρίζουν; Δεν πιστεύετε στην παγκοσμιοποίηση;

Δεν το πιστεύω εγώ αυτό. Πρέπει κάθε λαός να κρατήσει την παράδοσή του, αυτά που έχει. Δηλαδή αν είχε κερδίσει ο Χίτλερ, τι θα λέγαμε, «Χάιλ Χίτλερ», και θα ‘πρεπε να το ‘χουμε αποδεχτεί αυτό;

Κυρία Πρωτοψάλτη, είστε μια από τις σημαντικότερες πρωταγωνίστριες σήμερα στην Ελλάδα. Δεν είναι η θέση σας στο Εθνικό Θέατρο;

Δεν μας θέλουν! Εμείς τώρα έχουμε παλιώσει. Άλλωστε δεν μπορώ ν' αφήσω τη Στοά - να ξέρω ότι με χρειάζεται και να τρέχω αλλού; Πρώτα θα την κλείσουμε και μετά θα πεθάνουμε.