Οι πορτοκαλί πινακίδες από τα μπαρ με τις σκοτεινές βιτρίνες ανάβουν σιγά σιγά και στις δύο πλευρές του δρόμου. Ο ουρανός σκισμένος στα δύο. Από τη μια ένα θαμπό ροζ. Από την άλλη το γκρίζο-μπλε να γίνεται ένα με τους κατοίκους αυτής της αθηναϊκής γειτονιάς που μιλάνε γλώσσες μακρινές. Περπατάνε με το κεφάλι σκυφτό ανάμεσα σε σωρούς από σκουπίδια και σέρνουνε καροτσάκια με πατάτες και μεταχειρισμένα ρούχα. Τα γυαλιστερά μαγαζιά του κέντρου της πρωτεύουσας έχουν ξεχαστεί μόλις μερικά στενά πιο πίσω. Το ίδιο και η βουή των βιαστικών Αθηναίων που τρέχουν να ετοιμαστούν για τη βραδινή τους έξοδο.

Σ' αυτήν τη γειτονιά της Αθήνας, λίγο πριν πέσει η νύχτα, τα περιστέρια κουρνιάζουν σιωπηλά το ένα δίπλα στο άλλο πάνω στα σύρματα της γραμμής του τρόλεϊ. Και απέναντι από τη θεόρατη εκκλησία, τα φώτα στο Hotel Afghan ανάβουν.

Δεν υπάρχει καμία πινακίδα. Και δεν χρειάζεται, γιατί η φήμη του ως του πιο διάσημου ξενώνα Αφγανών στην Αθήνα έχει αποδειχθεί η καλύτερη διαφήμιση. Οι μελαχρινοί ένοικοί του φαίνονται πίσω από τα ορθάνοιχτα παράθυρα - τα περισσότερα χωρίς κουρτίνες. Πού και πού ακούγονται χαρούμενα αφγανικά τραγούδια. Στα μπαλκόνια σειρές με άτακτα κρεμασμένα ρούχα σε σχοινιά, που σίγουρα δεν έπλυνε κάποια καμαριέρα. Στην είσοδο δυο τρεις νεαροί παίζουν ξυπόλητοι κυνηγητό και σκορπάνε τα γέλια τους στους περαστικούς. Και στην ταράτσα παραταγμένη μια ολόκληρη σειρά με δορυφορικά πιάτα για να τους φέρνουν ειδήσεις απευθείας από το κανάλι της Ariana στο Αφγανιστάν και τα αγαπημένα τους ινδικά σίριαλ.

Εδώ και πέντε χρόνια αυτό το παλιό τριώροφο με τη σιδερένια πόρτα είναι για τους περισσότερους Αφγανούς που φτάνουν στην Αθήνα το πρώτο τους σπίτι. Για άλλους που κάποτε ήταν το παρθενικό τους πέρασμα στην αχανή πρωτεύουσα είναι ακόμα και τώρα μια μικρή στάση όταν πρέπει να περάσουν κάποιες μέρες από την επαρχία στην Αθήνα για να τακτοποιήσουν τα χαρτιά τους. Και για όλους -παλιούς, νεοφερμένους αλλά και Αφγανούς από γειτονικά σπίτια- αποτελεί τόπο συνάντησης μια Κυριακή ή κάποιο απόγευμα για να συλλυπηθούν για το θάνατο κάποιου συγγενή στο Αφγανιστάν ή απλά για ν' ανταλλάξουν δυο κουβέντες με φίλους και να πιουν τσάι.

Μια νύχτα στο Hotel Afghan κοστίζει 2,5 ευρώ, όχι για ένα ολόκληρο δωμάτιο, αλλά για μια γωνιά σ' αυτό - τις περισσότερες φορές πέντε και έξι μαζί στο πάτωμα φυσικά, όπως άλλωστε γίνεται και στο Αφγανιστάν. Μια νύχτα σε λιτά δωμάτια (στρωμένα με μοκέτες και χαλιά και ίσως διακοσμημένα με κάποια πλαστικά λουλούδια σε μια άκρη) με κοινόχρηστο μπάνιο, που συνήθως γίνεται δύο και τρεις νύχτες. Μετά εβδομάδες, και κάποιες φορές ακόμα και μήνες ή χρόνια, ανάλογα με το πόση τύχη θα έχει στο διάβα του ο κάθε Αφγανός.

Από τη χώρα τους ακόμα ή και από την Τουρκία πριν ακολουθήσουν το γνωστό δρομολόγιο από τον Έβρο ή το Αιγαίο, γνωρίζουν πως στην Αθήνα προορισμός τους είναι η πλατεία Hajji Yasin. «Εγώ μαζί με άλλους δύο Αφγανούς το 2003 αποφασίσαμε να νοικιάσουμε αυτό το κτίριο από έναν Έλληνα που ως τότε το νοίκιαζε σε κάτι μαύρους» μου εξηγεί ο Ζία. «Βλέπεις, μετά το 2001 άρχισαν να έρχονται πολλοί Αφγανοί στην Ελλάδα. Τον έναν από τους άλλους δύο τον έλεγαν Hajji Yasin. Τον ήξεραν όλοι. Κι έτσι μεταξύ τους μετονόμασαν την πλατεία και όταν έρχονται οι Αφγανοί ξέρουν να έρθουν στην πλατεία Hajji Yasin!».

Η μοίρα του 28χρονου Ζία κοινή με των υπόλοιπων 150 Αφγανών που μένουν αυτή τη στιγμή στα οκτώ διαμερίσματα του Hotel Afghan. Όλοι τους παιδιά του πολέμου που άλλοι -όπως ο Ζία το 1995- νωρίτερα και άλλοι αργότερα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους ψάχνοντας το δικό τους ασφαλές αύριο.

«Αυτό τον καιρό τυχαίνει κι έχω άδεια δωμάτια» μου λέει ο Ζία. «Έχουμε και δύο οικογένειες τώρα κι έχουμε ξεχωριστό δωμάτιο για τις γυναίκες και τα παιδιά. Παλιά από το Αφγανιστάν έρχονταν μόνο άνδρες. Τώρα έχουμε πάρα πολλές αφγανικές οικογένειες από πρόσφυγες που τους διώχνουν από το Ιράν».

Περνάμε την είσοδο και τον παλιό μπεζ καναπέ που θα μπορούσε να είναι η ρεσεψιόν. Κάποιοι κουβαλάνε τσουβάλια με πατάτες, μιας και ο καθένας εδώ μπορεί να γίνει για λίγο σεφ στις κοινόχρηστες κουζίνες. Οι άσπροι τοίχοι είναι γεμάτοι γλίτσα και μαυρίλα. Το φως από τις λάμπες έχει κι αυτό μια θολούρα που μπερδεύεται με τη μυρωδιά των κρεμμυδιών που τηγανίζει κάποιος. Στα χολ τα παπούτσια είναι σε σειρές. Οι πόρτες -καλυμμένες με αυτοσχέδιες κουρτίνες- θυμίζουν τα σπίτια στο Αφγανιστάν. Στα δωμάτια, το ίδιο θυμίζουν και τα πετσετάκια με δαντέλα που στολίζουν μερικά τραπεζάκια ή παλιές τηλεοράσεις που αυτοί που φεύγουν αφήνουν κάθε φορά σ' εκείνους που έρχονται για λίγα χρήματα. Και στο πάτωμα δυο τρεις άγνωστοι μέχρι χθες, σήμερα ανάμεσα σε κρεμασμένα ρούχα στους τοίχους και σακ βουαγιάζ, φτιάχνουν τσάι και συζητάνε για ώρες ξανά και ξανά «πώς ήρθες εσύ στην Ελλάδα;», «τι θα κάνεις από δω και πέρα;». Και μετά ξανά. Και ξανά.

Ο Ζία μας πάει στο διαμέρισμά του και στο μικρό δωμάτιο που μοιάζει με γραφείο. Καθόμαστε στο πάτωμα και μας φτιάχνει τσάι σε ποτήρια του νερού. Κάποιες φορές μας διακόπτουν παιδικές φωνές από το διάδρομο και ένοικοι που θέλουν να τον ρωτήσουν κάτι ή να αγοράσουν ένα σακουλάκι με νασουάρ (καπνός που καπνίζουν στο Αφγανιστάν).

«Δεν έχουμε ποτέ προβλήματα εδώ. Όσοι έρχονται, τους λέω πως δεν θέλουμε προβλήματα. Παραδείγματος χάρη, δεν επιτρέπονται τα ναρκωτικά και η πόρτα κλειδώνει κάθε βράδυ από τα μεσάνυχτα ως τις οκτώ το πρωί» μου εξηγεί. «Πολλοί δεν έχουν ούτε καν τα δυόμισι ευρώ να πληρώσουν, αλλά εγώ τους δέχομαι. Τι να κάνω, να τους αφήσω στο δρόμο; Δεν βγάζω λεφτά εγώ από εδώ. Έχω δουλειά. Τα χρήματα που παίρνω είναι μόνο για να πληρώνω τους λογαριασμούς και να έρχομαι στα ίσα».

Οι Αφγανοί είναι ήσυχος λαός. Περήφανος. Φιλόξενος. Γελαστός. Και μαζί πολύ άτυχος. Όχι μόνο γιατί βασανίζεται από συνεχόμενους πολέμους τα τελευταία 30 χρόνια, αλλά και γιατί έχει πλέον συνδυαστεί -εντελώς άδικα και από πλήρη άγνοια- με ό,τι δεινό και τρομακτικό μαθεύτηκε για τη χώρα του μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

Οι αστυνομικοί από το γειτονικό τμήμα είναι συχνοί επισκέπτες στο Hotel Afghan μόνο και μόνο επειδή οι ένοικοί του τυχαίνει να είναι Αφγανοί. Αλλά οι άνθρωποι της γειτονιάς λένε πως χαίρονται που ζουν δίπλα σε ένα μικρόκοσμο μιας τόσο μακρινής και άγνωστης κοινωνίας. «Είναι όλοι τους καλά παιδιά και δεν ενοχλούν κανέναν» λένε. «Και ο Ζία είναι παιδί με βάθος και αισθήματα».

Λίγο πριν φύγω τον ρωτάω τι θα κάνουν την Καθαρά Δευτέρα. «Θα πάμε να πετάξουμε χαρταετούς στην Ακρόπολη!» μου λέει γεμάτος χαρά. Μου λέει ότι οι χαρταετοί μας στην Ελλάδα δεν είναι καλοί. Μου εξηγεί ότι δεν πετάνε ψηλά και αρχίζει να μου λέει πως εκείνοι θα φτιάξουν τους δικούς τους με σκοινί που πουλάνε λίγο πιο κάτω, εισαγόμενο από το Πακιστάν. Κλείνω τα μάτια. Ακούω τα παιδιά του Hotel Afghan που παίζουν στο απέναντι παρκάκι δίπλα στην εκκλησία. Και το αεράκι που μπαίνει από το παράθυρο φέρνει μπροστά μου εικόνες από τα βουνά της πατρίδας τους... Μια Παρασκευή μεσημέρι με χιλιάδες πολύχρωμους χαρταετούς να γεμίζουν τον καταγάλανο ουρανό της Καμπούλ...