«Είναι σαν να γίνεσαι μέρος του σύμπαντος».

Φιλιώ Κοντραφούρη
Δημοσιογράφος

Ο πατέρας μου ήταν πάρα πολλά χρόνια στην ΕΡΤ -είναι σκηνοθέτης- οπότε ουσιαστικά θεωρώ τον εαυτό μου παιδί της. Εκεί μπουσούλησα, ο πατέρας μου με έπαιρνε μωρό ακόμα στο κοντρόλ, στην αίθουσα σύνταξης... Οπότε όλα ήρθαν τελείως φυσικά, δεν με πίεσε κανείς, απλώς σιγά σιγά έμπαινε μέσα μου το μικρόβιο και δούλευε και δούλευε, μέχρι που αποφάσισα ότι αυτό ήθελα να κάνω.

Πήγα στη Νέα Υόρκη να σπουδάσω. Έμεινα δέκα χρόνια, δούλεψα στο CBS, στο ABC. Τη δημοσιογραφία την έμαθα στην Αμερική, όπου γίνεται με τελείως διαφορετικό τρόπο απ' ό,τι εδώ. Μιας και το περιβάλλον της Νέας Υόρκης είναι τόσο πολυπολιτισμικό, άρχισα να ασχολούμαι με το Ισλάμ και τη Μέση Ανατολή. Στο πανεπιστήμιο πήρα μαθήματα δημοσιογραφίας σε εμπόλεμες ζώνες, μας έκανε σεμινάρια ο Πίτερ Αρνέτ, ο Τζορτζ Φρίντμαν. Έκανα το μάστερ μου και είπα ότι τελικά πρέπει να πάω σ' αυτές τις χώρες. Έτσι, αφού τελείωσα, μετακόμισα στο Κάιρο, έμαθα αραβικά· ήθελα να ασχοληθώ με το Παλαιστινιακό, άρχισα τα ταξίδια εκεί. Όσο ήμουν στην Αίγυπτο, μου έκανε πρόταση ο Α. Παπαχελάς να δουλέψω στους «Φακέλους». Έτσι γύρισα στην Ελλάδα. Έκανα καταπληκτικά ρεπορτάζ μαζί του.

Ήξερα ότι αν ερχόμουν στην Ελλάδα, επαγγελματικά θα έπρεπε να ρίξω πολύ τα στάνταρ μου, αλλά θεώρησα ότι λόγω του Αλέξη, επειδή τον εκτιμώ πολύ, ήταν μια ευκαιρία τουλάχιστον να δοκιμάσω. Κάποια στιγμή αποφάσισα να δουλέψω μόνη μου, ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό - πάντα με τράβαγαν τα θέματα που όπως λέμε «δεν πουλάνε».

Παραιτήθηκα λοιπόν από τους «Φακέλους» και το 2005 μετακόμισα στο Αφγανιστάν. Μαζί με έναν συνάδελφο από τη Νέα Υόρκη ξεκίνησα το πρώτο μου ντοκιμαντέρ, το «Almost Home». Ήμουν στη Νέα Υόρκη την 11η Σεπτεμβρίου και το είχα ζήσει όλο αυτό. Είχε σημασία να πάω εκεί που ξεκίνησαν όλα. Είναι τελείως διαφορετικό να τα διαβάζεις και να τα ακούς από το να τα βλέπεις όλα αυτά μπροστά στα μάτια σου. Το Αφγανιστάν είναι μια χώρα με μια ιδιαίτερη δυναμική - σαν κάτι να υπάρχει στο έδαφος που σε κάνει να επιστρέφεις συνέχεια. Είχαμε περιορισμένα χρήματα και εξοπλισμό, αλλά αυτό ήταν υπέρ μας γιατί ήμασταν πιο ευέλικτοι και τελείως ελεύθεροι να κάνουμε αυτό που θέλαμε, οπότε ζήσαμε τη χώρα στην πραγματική της διάσταση. Είναι καταπληκτική, οι άνθρωποι είναι καταπληκτικοί... Έτσι έγινε η αρχή.

Όταν γύρισα στην Ελλάδα, γνώρισα κάποιους Αφγανούς και έμαθα για το πρόγραμμα του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες, σε έναν καταυλισμό 10 Αφγανών που μάθαιναν νοσηλευτική, ένα εφόδιο που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν όταν θα γυρνούσαν στη χώρα τους. Ανάμεσα σ' αυτά τα παιδιά ήταν και ο 20χρονος Βάις, που είχε χάσει την οικογένειά του στη διάρκεια του πολέμου και ήθελε να γυρίσει για να τη βρει. Θεώρησα ότι ήταν μια πολύ σημαντική ιστορία και αποφάσισα να τον ακολουθήσω. Εκείνη την εποχή δούλευα στο ΣΚΑΪ και πρότεινα να κάνουμε αυτή την ιστορία ντοκιμαντέρ με μια δόση σινεμά βεριτέ και μέσα από την πορεία του Βάις να δούμε τις εξελίξεις στη χώρα. Έτσι, με οπερατέρ τον Άρη Μυστρίδη και σκηνοθέτη τον Xρήστο Καρακέπελη, έγινε το Εκεί που ξέχασε ο Θεός. Πιστεύω ότι όλα εξαρτώνται από το πώς θα δώσεις ένα θέμα. Για να μπορέσεις να δώσεις τη μεγαλύτερη εικόνα, πρέπει ασχοληθείς με τη μικρή· είναι πιο εύκολο και να την κατανοήσει ο άλλος και να τη δεχτεί.

Ήταν η πιο συγκλονιστική εμπειρία της ζωής μου. Τους συνόδευσα από το αεροδρόμιο, και, μέσω Πακιστάν, καταλήξαμε στην Καμπούλ. Είχε πολύ ενδιαφέρον γιατί δεν ξέραμε πού θα κατέληγε η ιστορία, αν ο Βάις θα έβρισκε την οικογένειά του ή όχι. Όντως μετά από δυο μέρες μάθαμε τελείως τυχαία ότι η οικογένειά του ήταν ζωντανή και ότι ερχόταν να τον βρει. Ζήσαμε μαζί του την επανένωση - ήταν χαμένοι πάνω από 10 χρόνια λόγω του πολέμου. Αυτή η οικογένεια είναι πλέον και δική μου οικογένεια.

Το συγκλονιστικότερο είναι ότι σε όλα αυτά τα μέρη, παρ' όλη τη φτώχεια και τη μιζέρια, οι άνθρωποι έχουν μια απίστευτη αισιοδοξία. Όλοι μου λένε «πώς αντέχεις, και πώς γυρνάς από αυτά τα μέρη», γυρνάς όμως με απίστευτα αποθέματα αισιοδοξίας που σου δίνουν άνθρωποι που πραγματικά δεν έχουν τίποτα.

Σου αλλάζει τη ζωή εντελώς. Τα βλέπεις όλα μέσα από τελείως διαφορετικό πρίσμα, τις σχέσεις σου, τη δουλειά σου, τον εαυτό σου, τον κόσμο όλο - είναι σαν να ξεφεύγεις από τη γυάλα στην οποία λίγο πολύ όλοι μας ζούμε και να γίνεσαι μέρος του σύμπαντος... Γίνεται από μόνο του, αρκεί να είσαι δεκτικός.

Είναι πολύ δύσκολο να είσαι γυναίκα σ' αυτές τις περιοχές· στα μουσουλμανικά καθεστώτα, σε περιοχές κλειστές, που είναι πολύ συντηρητικές, έχεις μεγάλο πρόβλημα ακόμα και να κάνεις τη δουλειά σου. Θυμάμαι σε μια συνέντευξη που είχα κάνει με Ταλιμπάν -είναι από τις λίγες στιγμές που έχω αισθανθεί τόσο άσχημα στη ζωή μου- ούτε καν με κοίταξαν, δεν μου απεύθυναν ποτέ το λόγο, δέχτηκαν μεν να μιλήσουν αλλά μόνο στον μεταφραστή μου, δεν με κοίταξαν ποτέ, ούτε μια στιγμή ούτε καν από περιέργεια.

Η αλήθεια είναι ότι με αυτή τη δουλειά και τα ταξίδια, πληρώνεις μοιραία και κάποιο τίμημα, κυρίως με την προσωπική σου ζωή - εγώ το πλήρωσα σε πολύ μεγάλο βαθμό. Και επίσης, επειδή ακριβώς σε αλλάζει τόσο αυτή η εμπειρία, αισθάνεσαι πολύ αποκομμένος από τον κόσμο· δεν θα με δεις εύκολα να βγω και να πάω σε νυχτερινά κέντρα, σε μπουζούκια, υπάρχουν πράγματα που δεν μου λένε τίποτα πλέον.

Κάποια στιγμή όμως πρέπει να πάρεις μια βαθιά ανάσα και να κάνεις ένα βήμα πίσω για να μην πέσεις στην παγίδα ότι πρέπει να βρίσκεσαι σ' αυτά τα μέρη για να σώσεις τον κόσμο. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι ίσως να προσπαθήσεις να τον αλλάξεις. Κι αυτό για λίγο, όσο διαρκεί το ρεπορτάζ. Γιατί στο τέλος της μέρας είναι κι αυτό μια δουλειά που κάποιος απλά πρέπει να την κάνει. Εκείνο που μένει πάντα είναι ένας συνοδοιπόρος που να σε εμπνέει, να σε απογειώνει, αλλά ΚΑΙ να σε προσγειώνει -κάτι που χρειάζεται πολλές φορές- για να μπορεί να συνεχίζεται το ταξίδι της πραγματικής ζωής. Εγώ τον έχω βρει και θέλω να τον κρατήσω...

«Είναι σημαντικό να μην τα βλέπεις όλα ως άθλο».

Λήδα Γαλανού
Συνιδιοκτήτρια εταιρείας επικοινωνίας Αrtache, www.atache.gr

Σπούδασα ταυτόχρονα αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και κοινωνιολογία στο Deree. Μετά έκανα μεταπτυχιακά στο Λονδίνο στην κριτική κινηματογράφου. Δεν ήξερα ακόμα ότι ο κινηματογράφος θα με ενδιέφερε επαγγελματικά, απλώς μου άρεσε σαν αντικείμενο.

Μόλις γύρισα, άρχισα να δουλεύω στο περιοδικό «Σινεμά». Είχα διευθυντή τον Γιώργο Τζιώτζιο, τον οποίο θεωρώ μέντορά μου και θαυμάζω. Περνούσα καταπληκτικά, μ' άρεσε που έγραφα, κάναμε καλή παρέα, ήταν όλη μου η ζωή...

Κάποια στιγμή βαρέθηκα κάπως, και αποφάσισα να ασχοληθώ με κάτι πιο πρακτικό - στον τομέα του κινηματογράφου πάντα όμως. Έτσι ξεκίνησα να δουλεύω στην Odeon, που είναι μεγάλη εταιρεία διανομής, κι από κει πήγα στην Playtime, μια πιο μικρή, πιο καλλιτεχνική εταιρεία. Το πολύ οργανωμένο και αποτελεσματικό των εταιρειών αυτών μου ταίριαζε και όχι, δεν έφυγα γιατί με κούρασε αυτό το κομμάτι, αλλά γιατί προέκυψε από τις συνθήκες.

Ήθελα πολύ να κάνω μια δική μου εταιρεία, να δω πώς είναι να έχεις μια δική σου δουλειά. Ήταν κάτι που δεν είχε κανένας στην οικογένειά μου, οπότε μου φαινόταν πολύ προκλητικό.

Ξεινήσαμε να κάνουμε αυτή την εταιρεία μαζί με τη Βάσω Βασιλάτου με πολύ μικρό οικονομικό ρίσκο, γιατί είναι μια εταιρεία παροχής υπηρεσιών, ένας ευνοϊκός τομέας για να ξεκινήσεις τη δική σου δουλειά. Το ρίσκο ήταν στο ότι βρεθήκαμε ξαφνικά οι δυο μας, μόνες, σε ένα νοικιασμένο γραφείο, προσπαθώντας να βρούμε τις δουλειές που θα μας εξασφάλιζαν τα προς το ζην. Γιατί δεν είχαμε κάτι άλλο. Δεν θα χάναμε μεν τίποτα, αλλά υπήρχε περίπτωση να μην κερδίζαμε και τίποτα.

Δύο πράγματα με δυσκόλεψαν: Το ένα ότι χρειαζόταν συνέχεια να επιβάλω στον εαυτό μου τρομερή πειθαρχία, γιατί για πρώτη φορά δεν είχα κανέναν να μου λέει τι πρέπει να κάνω. Κι αυτό είναι πολύ δύσκολο, ειδικά τον πρώτο καιρό που κουραζόμασταν και οι δύο με τη σκέψη ότι αν δεν έχουμε κάνει τουλάχιστον όσα αντέχουμε να κάνουμε, δεν έχει πάει σωστά η μέρα. Αυτό ήταν πραγματικά εξαντλητικό. Το δεύτερο έχει να κάνει με τη δουλειά αυτή καθαυτή (αναλαμβάνουμε την προώθηση στα ΜΜΕ επιλεγμένων ταινιών, θεατρικών παραστάσεων και συναυλιών). Ειδικά όταν έχεις πολλά πρότζεκτ να τρέχουν ταυτόχρονα, βλέπεις ότι ο κύκλος των δημοσιογράφων είναι τελικά πολύ μικρός και πεπερασμένος και δεν υπάρχει μεγάλο περιθώριο για ποικιλία, για κάτι διαφορετικό· αναγκαστικά κάνεις και ξανακάνεις τα ίδια και με τους ίδιους! Κάτι που δεν σε εξελίσσει, αλλά είναι αυτό που μπορείς να κάνεις - στην Αθήνα τουλάχιστον. Δεν υπάρχει χώρος για πιο ανατρεπτικά πράγματα. Κι αυτό σε φέρνει σε ένα μικρό αδιέξοδο.

Πιστεύω πάντως ότι δεν χρειάζεται να κάνεις καμία θυσία γι' αυτήν τη δουλειά. Το στοίχημα είναι να μπορέσεις μέσα στην ημέρα σου να χωρέσεις πάρα πολλά πράγματα. Ακόμα κι αν είχα μια οικογένεια, θα το έκανα να λειτουργήσει. Μου φαίνεται αδιανόητο να σηκώνει κάποιος τα χέρια ψηλά. Αν θέλεις να τα κάνεις όλα, οφείλεις να μπορέσεις. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν κάνει πολύ δυσκολότερα πράγματα στη ζωή τους. Γενικά αυτή την γκρίνια, «δεν προλαβαίνω, πήζω», δεν τη δέχομαι, δεν υπάρχει για μένα.

Μ' ενοχλεί επίσης που η νέα διανόηση, η τρέχουσα, δεν υπάρχει, έχει πέσει πολύ χαμηλά. Κι ότι οποιοσδήποτε θέλει να κάνει ένα πολιτικό ή κοινωνικό σχόλιο σοβαρό το κάνει με τρόπο παιδικό. Θεωρώ ότι βρίσκομαι σε ένα μέσο επίπεδο και περιμένω από πολλούς άλλους να με ανεβάσουν - κι αυτό δεν το έχω. Δεν υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα να τραβήξουν το μυαλό μου προς τα πάνω, στην Ελλάδα εννοώ. Εδώ όμως το χρειάζεσαι, γιατί εδώ είναι τα μέτρα και τα σταθμά σου.

Το μόνο πράγμα που με εμπνέει αυτό τον καιρό είναι άνθρωποι που βρίσκονται στη δική μου θέση, στη μέση θέση, και κάνουν κι οι ίδιοι προσπάθειες να ανέβουν και να αντιμετωπίσουν δύσκολα πράγματα και προσωπικά και επαγγελματικά. Ότι ένας σκηνοθέτης, π.χ., δεν έχει πάρει επιχορήγηση από το ΕΚΚΕ και προσπαθεί μόνος του επειδή πιστεύει ότι η δουλειά που θα κάνει αξίζει, είναι υπέροχο, αλλά θα ήθελα να υπάρχει και κάτι παραπάνω. Δεν νιώθω παράπονο, το λέω πρακτικά και με ειλικρίνεια.

Γενικά πιστεύω πάρα πολύ στο χρόνο, δεν αγχώνομαι για το τι θα κάνω μετά, πιστεύω ότι για όλα τα θέματα ο χρόνος σού δείχνει πολύ καθαρά τι θέλεις να κάνεις. Δεν το λέω μοιρολατρικά, απλώς πιστεύω ότι τα πράγματα πρέπει να ωριμάζουν και γύρω μας και μέσα μας γιατί αλλιώς δεν θα έχουν καλό αποτέλεσμα.

Πιο πέρα ως άνθρωπο θα με πήγαινε το να κάνω παιδιά. Νομίζω ότι αυτό θα μου δείξει πλευρές του εαυτού μου που δεν γνωρίζω.

Θέλω να βρω την υπομονή και την ψυχραιμία να δουλέψω από το σπίτι μου - πράγμα που δεν είμαι ακόμα σε θέση να κάνω. Θαυμάζω απεριόριστα τους μουσικούς και τους συγγραφείς που έχουν αυτή την πειθαρχία.

Είναι πολύ σημαντικό να μην τα βλέπεις όλα ως άθλο, ως κάτι άπιαστο. Αν βρεις αυτό που θες το οργανώνεις, το σχεδιάζεις, το εκτελείς. Και μετά πας στο επόμενο. Το κλειδί είναι να βλέπεις τα πράγματα απλά, να μην τα δραματοποιείς, να μην τα παίρνεις προσωπικά, να μην τα βλέπεις ως στοιχήματα και να μην είσαι ανταγωνιστικός. Είναι μεγάλη απελευθέρωση αν το πιστέψεις όλο αυτό - ως προς τη δουλειά τουλάχιστον, μια και δεν είμαι σίγουρη ότι εφαρμόζεται και στις προσωπικές σχέσεις.

Είμαι πολύ περήφανη που έχουμε κάνει την εταιρεία μας και για οτιδήποτε κάνω είμαι πολύ περήφανη, αλλά παρ' όλα αυτά για όλους τους ανθρώπους είναι πολύ σημαντικότερο να προσπαθήσουμε να έχουμε επιτυχία στην προσωπική μας ζωή. Δεν το συγκρίνω. Κακά τα ψέματα, το ένστικτο του ανταγωνισμού μια γυναίκα το αντιμετωπίζει πολύ πιο εύκολα, είναι ένα πεδίο στο οποίο μπορεί πιο εύκολα να αναδειχθεί, όμως το δύσκολο είναι να βγει πρώτη στον τομέα των σχέσεων...

«Tα παιδιά δεν είναι για όλους τους ανθρώπους».

Ειρήνη Παπαδοπούλου
Μεσίτρια, πρώην πρόεδρος Σωματείου Υποστήριξης Γονιμότητας «Κυβέλη», www.kiveli.gr

Την υποψία ότι δεν μπορούσα να κάνω παιδιά την είχα από πολύ μικρή ηλικία. Ήταν κάτι που το ήθελα όμως -λάτρευα τις μεγάλες οικογένειες- και δεν σου κρύβω ότι δεν ήθελα ούτε να σπουδάσω ούτε να κάνω κάτι άλλο, ήθελα απλώς να κάνω οικογένεια. Ίσως επειδή είχα χάσει τους γονείς μου πολύ νωρίς, γι' αυτό να ήθελα να αποκτήσω δική μου οικογένεια.

Μετά το θάνατο και του πατέρα μου, συνάντησα κάποιον άνθρωπο με τον οποίο κάναμε μια σχέση που φάνηκε ότι πήγαινε πολύ καλά. Όμως το φόβο ότι ίσως να μην μπορέσω να κάνω παιδί δεν τον έκρυψα ποτέ από κανέναν. Έτσι λοιπόν, μιλώντας με τον Αντώνη, τον τότε σύντροφό μου, και συζητώντας σχεδόν από τον πρώτο χρόνο ότι μας ενδιέφερε και τους δυο να κάνουμε οικογένεια, του είπα, κοίτα, δεν πρόκειται να σε παντρευτώ αν δεν κρατήσω ένα παιδί στα χέρια μου. Και για να γίνει αυτό θα πρέπει να μπω σε μια διαδικασία, να δω αν μπορώ να κάνω παιδί ή αν έχω κάποιο πρόβλημα. Ξεκίνησα λοιπόν πηγαίνοντας σε γιατρούς και κάνοντας εξετάσεις για να συνειδητοποιήσω πολύ γρήγορα ότι μια κακοτυχία σε μικρότερη ηλικία μού είχε φράξει τις σάλπιγγες, οπότε δεν θα ήταν εύκολη μια σύλληψη.

Ο γιατρός μου πρόσφερε δύο εναλλακτικές: την εξωσωματική γονιμοποίηση ή μια πλαστική επέμβαση στις σάλπιγγες. Μου φάνηκε πιο εύκολο το πρώτο και είπα, θα το κάνω. Δεν γνώριζα· μαύρα μεσάνυχτα είχα. Ήμουν 21 χρονών. Η μικρότερη γυναίκα που είχα συναντήσει τότε στα κέντρα ήταν γύρω στα 40, στα διπλά μου χρόνια δηλαδή!

Το θέμα της τεχνητής γονιμοποίησης ήταν ταμπού στην Ελλάδα τότε, τεράστιο. Ήθελα όμως να γλιτώσω την εγχείρηση και το ξεκίνησα πιστεύοντας ότι είναι παιχνιδάκι. Και μπήκα παίζοντας... Εκεί συνειδητοποίησα ότι μόνο παιχνιδάκι δεν είναι. Θυμάμαι μετά την πρώτη εξωσωματική, μόλις με έβγαλαν από το θάλαμο και με έβαλαν με κάτι άλλες κυρίες, ήταν όλες ακίνητες, αμίλητες, αγέλαστες. Τα χέρια σταυρωμένα πάνω στην κοιλιά και το σεντόνι μέχρι ψηλά. Μου ‘κανε εντύπωση. Ήδη μπαίνεις στη διαδικασία ότι είσαι έγκυος, οπότε φέρεσαι και ανάλογα. Ρώτησα λοιπόν την κυρία που ήταν δίπλα μου -η οποία ήταν και η πιο σοβαρή απ' όλες- «πόσες έχετε κάνει;», και όταν μου είπε 18, σταύρωσα τα χέρια μου κατά τον ίδιο τρόπο και είπα «Θεέ μου, αν είναι να μείνω εγώ έγκυος, δώστο σε κείνη». Κι εκεί συνειδητοποίησα ότι τα πράγματα δεν είναι καθόλου παιχνίδι...

Μπήκα στον κυκεώνα που λέγεται εξωσωματική, η πρώτη προσπάθεια ήταν αποτυχημένη, έκανα αμέσως την πλαστική σαλπίγγων, πάρα πολύ γρήγορα ξαναέφραξαν όμως, με αποτέλεσμα η εξωσωματική να είναι πλέον η μόνη λύση. Ο σύντροφός μου είχε πολύ ανοιχτό μυαλό, δεν τον ένοιαξε ποτέ, απλώς ήθελε να μην ταλαιπωρούμαι εγώ, να είμαι εγώ καλά. Παρ' όλα αυτά εμένα μου είχε γίνει ψύχωση, έμμονη ιδέα. Ζούσα, κοιμόμουν, ξυπνούσα με την αγωνία «πώς θα κάνω εγώ παιδί».

Ξεκινήσαμε λοιπόν τη μια μετά την άλλη, εναλλάσσονταν οι γιατροί, εναλλάσσονταν τα νοσοκομεία, οι κλινικές, δεν ήξερα τίποτα, δεν είχα κανέναν να με συμβουλέψει... Είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι τι κάνουν οι άνθρωποι που ψάχνονται γι' αυτό το θέμα και δεν έχουν κανέναν να ρωτήσουν, πού απευθύνονται, τι κάνουν, γίνονται πειραματόζωα στα χέρια των γιατρών; Ανακάλυψα λοιπόν ότι διεθνώς υπήρχαν σωματεία. Μου καρφώθηκε ότι κάτι αντίστοιχο έπρεπε να γίνει και στην Ελλάδα.

Είπα, θα το κάνω. Μαζί με τις εξωσωματικές μου, δεν τις άφηνα, ο δικός μου αγώνας συνεχιζόταν. Φιλοξενήθηκα από εκπομπή μεγάλης τηλεθέασης με θέμα την υπογονιμότητα, ανακοίνωσα την πρόθεσή μου να ιδρύσω το σωματείο και έσπασαν τα τηλέφωνα στο κανάλι. Με είδαν κάποιοι άνθρωποι που θέλησαν να βοηθήσουν. Λίγο αργότερα, σε μια άλλη εκπομπή, μαθαίνω ότι είχε μόλις ιδρυθεί το σωματείο «Κυβέλη» με σκοπό να βοηθήσει τα υπογόνιμα ζευγάρια - είπα, δεν υπάρχει λόγος να φτιάξω και δεύτερο, αν οι στόχοι μας είναι οι ίδιοι, καλό είναι να συσπειρωθούμε. Μίλησα μαζί τους και ξεκινήσαμε να βγάλουμε το σωματείο προς τα έξω. Όλοι φοβόντουσαν, τι θα πει ο κόσμος, τι θα πει η οικογένειά τους, έβγαινα εγώ μπροστά, και μάζευα μέλη. Μια νέα γυναίκα, έξυπνη, όμορφη και ανύπαντρη, που μπορούσε να τα λέει στην τηλεόραση χωρίς να κλαίει, ήταν ό,τι πουλούσε περισσότερο!

Έμεινα έγκυος 3 φορές, δεν μπόρεσε όμως να συνεχιστεί η εγκυμοσύνη. Στο τελευταίο μωρό, είχαμε συνάντηση στο Λητώ με το σωματείο και το πρωί είχα πάει στο γιατρό γιατί αισθανόμουν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Όντως, το υπερηχογράφημα έδειξε ότι είχε σταματήσει η καρδιά του εμβρύου. Δεν πήγα σπίτι μου να κλάψω, πήγα στο σωματείο, για να δώσω κουράγιο στους υπόλοιπους. Ακόμα και ο σύντροφός μου το έμαθε από το τηλέφωνο...

Είπα ότι κάθε παιδί που θα γεννιόταν από το συγκεκριμένο σωματείο θα ήταν λίγο και δικό μου. Είμαι πολύ κτητική και αισθάνομαι ότι όλα αυτά τα παιδάκια που έχουν γεννηθεί είναι λίγο και δικά μου παιδιά.

Δεν έκανα άλλη προσπάθεια μετά, είπα «αφού δεν θέλει, δεν θέλει», η ζωή μου συνεχίζεται. Χώρισα, είπα στον Αντώνη να ξαναφτιάξει τη ζωή του (σήμερα έχει 2 παιδιά), εγώ δεν ξανάφτιαξα τη ζωή μου ποτέ. Είναι ένα θέμα και αυτό: δηλαδή πιστεύω ότι είναι άνισος αυτός ο αγώνας, λες είμαι δίπλα σε έναν άνθρωπο με σκοπό να κάνω οικογένεια, παιδιά. Εγώ δεν μπορώ να παίξω έτσι...

Πιστεύω όμως ότι τελικά τα παιδιά δεν είναι για όλους τους ανθρώπους. Δηλαδή αυτό το κυνήγι ήταν μια εναλλαγή ελπίδας και πένθους. Κάθε φορά που έκανα εξωσωματική είχα την ελπίδα και κάθε φορά που έχανα ένα μωρό ή είχα αρνητική απάντηση (οι εξωσωματικές ήταν 10), είχα πένθος. Ο πόνος είναι φοβερά οξύς.

Ήταν ένα σκωτσέζικο ντους, άλλαξε όλη μου τη φιλοσοφία για τους ανθρώπους, για τα πάντα και βέβαια κάποια στιγμή άρχισα να πιστεύω ότι μπορεί να κινδυνεύει και η υγεία μου. Είπα λοιπόν ότι έχω κάνει όλες τις προσπάθειες και με ήσυχη συνείδηση αποχωρώ, και μπορεί κάποια στιγμή να μου συμβεί.

Δεν είναι πανάκεια η εξωσωματική, αν είναι να έρθει, θα έρθει, δεν λέω να μην κυνηγήσει μια γυναίκα το όνειρό της να κάνει ένα παιδάκι, ίσα ίσα, θα της έλεγα «προσπάθησε, μην το παρατάς, κάνε τον αγώνα σου», αλλά πιστεύω ότι υπάρχει αρχή, μέση και τέλος. Όταν ξεπερνάς κάποια όρια, όλα γυρνάνε επάνω σου κατά κάποιο τρόπο.

Θεωρώ ότι η ζωή μού οφείλει κάποια πράγματα - έναν καλό σύντροφο, ας πούμε, κι αν έρθει, το πιστεύεις ότι μέσα μου έχω την ελπίδα ότι μπορεί να συμβεί χωρίς καν τη βοήθεια της επιστήμης, παρ' όλο που ξέρω ότι το πρόβλημά μου είναι οργανικό, όχι ψυχολογικό. Το καθετί θέλει το αντίστοιχό του για να έρθει να κουμπώσει.

Το όριο και την ισορροπία μπορείς να τα βρεις μόνο αν γνωρίσεις το πρόβλημά σου, το αποδεχτείς και στη συνέχεια προσπαθήσεις να το επιλύσεις. Αφού περάσεις αυτά τα τρία στάδια, θα έχεις θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα. Στο θετικό δεν νομίζω ότι ξεχνάς τη διαδικασία στην οποία έχεις υποβάλει τον εαυτό σου, απλώς γλυκαίνεις με το χαμόγελο του παιδιού σου, στο αρνητικό, έχεις τόσα παιδιά και τόσα χαμόγελα να κοιτάξεις που δεν μπορείς να μη χαρείς...