ΑΡΗΣ ΔΗΜΟΚΙΔΗΣ

Ευγένιος Αρανίτσης: «Είμαι πεπεισμένος ότι ζούμε το τρεμόπαιγμα της φλόγας ενός κόσμου που σβήνει»

Ο Αθηναίος της εβδομάδας: Ευγένιος Αρανίτσης Facebook Twitter
Ναι, είμαι χαρακτήρας «συντελειακός», είμαι πεπεισμένος ότι ζούμε το τρεμόπαιγμα της φλόγας ενός κόσμου που σβήνει... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
4
  • Από την Κέρκυρα κατάγομαι κι εκεί προσπάθησα να επιστρέψω μόνιμα τουλάχιστον δύο φορές –την τελευταία άντεξα μια ολόκληρη πενταετία–, αν όμως σε έχει αναθρέψει η μεγαλούπολη, δύσκολα την αποχωρίζεσαι κι εγώ την Αθήνα την αγάπησα σαν «μητριά» ήδη από τα 17 μου. Το νησί μου είναι πανέμορφο, δεν λέω, αλλά για να σε ικανοποιεί η διαμονή εκεί, όπως γενικά στην επαρχία, πρέπει να είσαι είτε ανήλικος είτε ηλικιωμένος. Συμπτωματικά κιόλας το νέο μου σπίτι βρίσκεται στην Ξενοκράτους, στον ίδιο δρόμο που ήταν και το αρχικό μου, τέσσερις δεκαετίες πριν! Εδώ, στο Κολωνάκι, έζησα τα περισσότερα αθηναϊκά μου χρόνια, εκτός από ένα διάστημα που μετακόμισα στο Χαλάνδρι. Αγαπώ αυτήν τη γειτονιά, Κολωνακιώτης όμως δεν κατάφερα να γίνω ποτέ. Με τραβούσαν περισσότερο τα Εξάρχεια κι εκεί ξημεροβραδιαζόμουν νεότερος, όντας πνεύμα ανήσυχο. Εκεί, άλλωστε, γινόταν το «παιχνίδι» – τα νέα ρεύματα, η διανόηση, η αμφισβήτηση...

Το σημαντικότερο είναι να θεραπευτούμε από την τρέλα μας, διατηρώντας, ωστόσο, τα θετικά της. Κατά τα άλλα, δεν με τρομάζουν ούτε τα γεράματα, ούτε η φτώχεια, ούτε η μοναξιά. Φλερτ, σχέσεις, αγάπες εφήμερες, απ' όλα είχα, πλέον όμως πιο πολύ τα σκέφτομαι, παρά τα κάνω. Ο μονήρης βίος νομίζω μου πάει.

  • Η Αθήνα τότε –κι όταν λέω Αθήνα, εννοώ το νοητό τρίγωνο ανάμεσα σε Κολωνάκι, Εξάρχεια και Μοναστηράκι, όπου μαζευόταν όλη η κίνηση, καφέ, μπαρ, βιβλιοπωλεία, δισκάδικα κ.λπ.– ήταν ένα μεγάλο χωριό όπου όλοι γνωριζόμασταν μεταξύ μας. Γίνονταν θαυμάσια πράγματα, συναντούσες υπέροχους ανθρώπους. Ξέρω, ακούγεται εξιδανικευμένο όλο αυτό, αλλά είμαι υπέρ της νοσταλγίας κι ας έχει τόσο συκοφαντηθεί. Όσο παλιότερα, τόσο καλύτερα, το πιστεύω ακράδαντα. Όλα τότε διαπνέονταν από τον άνθρωπο, ενώ τώρα είναι πιο απρόσωπα, βιαστικά κι επιπόλαια. Και ενώ χάρη στην τεχνολογία η επικοινωνία μοιάζει απείρως ευκολότερη, έγινε ουσιαστικά περισσότερο ρηχή και σχηματική.
  • Το ξακουστό βιβλιοπωλείο Octopus του Τέου Ρόμβου στα Εξάρχεια ήταν το πρώτο μου στέκι και ορμητήριο. Διαβάσματα, διανομές, αφισοκολλήσεις, πολιτικές «ζυμώσεις», ατέλειωτες κουβέντες επί παντός επιστητού, «αναρχία μετά μουσικής» τη λέω εκείνη την περίοδο. Αποφασίζω να ασχοληθώ σοβαρότερα με το βιβλίο και το '76 στήνουμε με μια φίλη τις εκδόσεις Άκμων. Αρχικά κυκλοφορούσαμε βιβλία κυρίως θεωρητικά, τύπου «Μάης '68», ύστερα το γυρίσαμε σε ποίηση και λογοτεχνία κι εντέλει το κλείσαμε το μαγαζί γιατί επιχειρηματίας δεν ήμουν, το κέφι μου έκανα! Συγκεντρώθηκα στα δικά μου γραπτά, που μέχρι το Δωμάτιο με τις Εικόνες, που είχε προλογίσει ο Ελύτης (1986), και το μυθιστόρημα Αφρική, που ακολούθησε, τα θεωρούσα ανάξιες λόγου νεανικές «αμαρτίες». Τον Ελύτη τον αγαπούσα πολύ – μοιραζόμαστε, ξέρεις, την ίδια μυστικιστική αντίληψη για τη φύση και τον έρωτα, μια αντίληψη βαθιά ποιητική. Γι' αυτό, άλλωστε, στράφηκα σταδιακά στην ποίηση, μια πιο βαθιά, πιο εκλεπτυσμένη μορφή έκφρασης. Ποιητικό είναι και το έργο ζωής που δουλεύω εδώ και χρόνια, η «Μορφολογία», ένας στοχασμός πάνω στο τέλος των πραγμάτων.
Ο Αθηναίος της εβδομάδας: Ευγένιος Αρανίτσης Facebook Twitter
Τον Ελύτη τον αγαπούσα πολύ – μοιραζόμαστε, ξέρεις, την ίδια μυστικιστική αντίληψη για τη φύση και τον έρωτα, μια αντίληψη βαθιά ποιητική. Γι' αυτό, άλλωστε, στράφηκα σταδιακά στην ποίηση, μια πιο βαθιά, πιο εκλεπτυσμένη μορφή έκφρασης... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
  • Ναι, είμαι χαρακτήρας «συντελειακός», είμαι πεπεισμένος ότι ζούμε το τρεμόπαιγμα της φλόγας ενός κόσμου που σβήνει. Παρόμοιοι προϊδεασμοί διατυπώνονται, βέβαια, ήδη από τον 19ο αιώνα, αλλά νομίζω πως η μετάβαση στο ψηφιακό σύμπαν είναι αυτή που θα μας μεταμορφώσει θεμελιακά – ήδη το κάνει. Είναι τόσο γρήγορες και κατακλυσμικές πια οι αλλαγές, ώστε παρατηρώ πως η απόσταση που έχω από τον κόσμο των παππούδων μου είναι πολύ μικρότερη εκείνης που με χωρίζει από τις νεότερες γενιές. Καταλαβαίνω πολύ καλά πώς λειτουργεί η εποχή, αλλά αποτελώ ανθρώπινο μοντέλο που έχει αποσυρθεί από την κυκλοφορία. Φταίει και το ότι έχω συνειδητά αποστασιοποιηθεί από όλη αυτήν τη μούρλια. Παλιότερα ήμουν πολύ κοινωνικός, γύρναγα, αλήτευα, έπινα κιόλας πολύ – έζησα μια παρατεταμένη εφηβεία μέχρι τα 45 μου. Κάναμε πολλή παρέα με τον Κωστή Παπαγιώργη, τον Ηλία Λάγιο, τον Χρήστο Βακαλόπουλο, τον Γιώργο Κοροπούλη... Μετά, σαν να γέρασα ξάφνου πρόωρα, δίχως καν να περάσω από τη μέση ηλικία! Πλέον επιζητώ όλο και περισσότερο την ησυχία, την απομόνωση, μια προσωπική ασκητική.
  • Τελευταίος μεγάλος ποιητής μας ήταν ο Καρούζος. Όμως υπάρχει και αξιόλογη νεότερη ποίηση, αντίθετα με την προσανατολισμένη στο εύκολο μπεστ σέλερ σύγχρονη πεζογραφία. Διαθέτουμε, ωστόσο, γενικά σπουδαία ποίηση και λογοτεχνία, καθώς και συγγραφείς με ιδιοσυγκρασία ποιητή, όπως ο Καλοκύρης, ο Θεοφίλου, η Καραπάνου... Μοιάζουμε σε αυτό με τους Λατινοαμερικάνους και τη μάλλον λυρική, παρά αφηγηματική τους προσέγγιση. Εγώ πάλι είμαι περισσότερο φιλοσοφικός, παρά φιλολογικός συγγραφέας. Τα γραπτά μου χρειάζονται χρόνο και προσήλωση, δεν διαβάζονται τροχάδην. Είμαι επίσης «χαοτικός», ξεκινώ μεγαλεπήβολα σχέδια που στη συνέχεια εγκαταλείπω προσωρινά για να πιάσω άλλα κ.λπ. Πέρσι μετέφερα τη στήλη «Παράδοξα», που διατηρούσα για πολλά χρόνια στην «Ελευθεροτυπία», στο Διαδίκτυο, όπου είναι προσβάσιμη έναντι μιας συμβολικής συνδρομής. Υπάρχει, βλέπω, κάποια ανταπόκριση, παρότι δεν έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα αυτή την πρακτική.
  • Οι εμπειρίες που σε σημαδεύουν πραγματικά είναι αυτές που δεν θυμάσαι, εκείνες δηλαδή που αποτυπώνονται μέσα σου στις τρυφερές ηλικίες. Όλες οι άλλες –αγάπες, έρωτες, χωρισμοί, απώλειες, λύπες, χαρές, ταξίδια κ.λπ. βιώματα– είναι διαχειρίσιμες. Το σημαντικότερο είναι να θεραπευτούμε από την τρέλα μας, διατηρώντας, ωστόσο, τα θετικά της. Κατά τα άλλα, δεν με τρομάζουν ούτε τα γεράματα, ούτε η φτώχεια, ούτε η μοναξιά. Φλερτ, σχέσεις, αγάπες εφήμερες, απ' όλα είχα, πλέον όμως πιο πολύ τα σκέφτομαι, παρά τα κάνω. Ο μονήρης βίος νομίζω μου πάει. Οι σχέσεις, εξάλλου, απαιτούν μια κατανάλωση ψυχικής ενέργειας που, αν προηγηθεί, παύεις να ονειρεύεσαι. Περισσότερο πια με συγκινεί η φύση, όχι όμως ως επιταχυνόμενη σάρωση εικόνων, όπως την εννοούν τα ήθη της εποχής, αλλά ως σταθερό σημείο αναφοράς. Μπορώ να αντικρίζω ένα συγκεκριμένο τοπίο καθημερινά, να μαγεύομαι με το πώς μεταβάλλεται ανάλογα με την ώρα και την εποχή, κι ας δείχνει ίδιο.
  • Πάνω απ' όλα εκτιμώ την καλοσύνη, που θεωρώ πολύ σημαντική για τον επιπλέον λόγο ότι κανείς δεν συζητά γι' αυτή, βρίσκεται εντελώς έξω από τον δημόσιο λόγο. Είναι μια τελείως «καμένη» έννοια, ένα συναίσθημα που κανείς πια δεν αξιολογεί, λες και πέθανε μαζί με τον χριστιανισμό που την ύμνησε. Ποτέ όμως δεν έπαψε να με εντυπωσιάζει. Συναντώ καμιά φορά ανθρώπους αληθινά ευτυχείς –συνήθως μικρά παιδιά ή παππούδες– και λάμπουν ολόκληροι. Η ένταση, πάλι, είναι κακός σύμβουλος. Υπήρξα προσωπικά πολύ ευέξαπτος, αν και τα ξεχνούσα όλα την επόμενη στιγμή. Κακίες και μίση είναι συναισθήματα ανθυγιεινά, ακόμα κι όταν πιστεύεις ότι έχεις του κόσμου τα δίκια.

 

Βιβλίο
4

ΑΡΗΣ ΔΗΜΟΚΙΔΗΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Βιβλίο / Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας, η ψυχίατρος-αναλύτρια και συγγραφέας εξηγεί τι είναι το νέο γήρας και πώς μπορούν οι ηλικιωμένοι σήμερα να καταρρίψουν τα στερεότυπα, να εξέλθουν από την κοινωνική απομόνωση και να διεκδικήσουν όλα όσα επιθυμούν και τους αξίζουν. 
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Γιώργος Χωματηνός: «Οι Βρίκελοι είμαστε εμείς, οι ζωντανόνεκροι της ιστορίας»

Βιβλίο / Ο Γιώργος Χωματηνός έγραψε ένα βιβλίο για τους βρικόλακες της ιστορίας: εμάς

Οι «Βρίκελοι» είναι ένα μυθιστόρημα-επίτευγμα, όπου, με συναρπαστική γλώσσα και μοναδικό ρυθμό, συναντιούνται το δημοτικό τραγούδι, η αρχαία τραγωδία, η λαϊκή και λόγια παράδοση, σε ένα έργο που μιλά για μια κοινωνία που έχει χάσει την αίσθηση του συνανήκειν.
M. HULOT
Βερένα Κέσλερ: «Υπάρχουν πράγματι πολλά κοινά μεταξύ της κουλτούρας των ναρκωτικών και αυτής των αναβολικών και των λογής συμπληρωμάτων διατροφής»

Βιβλίο / Βερένα Κέσλερ: «Όσο πιο πολλά “άψογα” σώματα βλέπεις, τόσο νιώθεις ότι το δικό σου υστερεί»

Η Γερμανίδα συγγραφέας που γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το «Γυμναστήριο», ένα μυθιστόρημα-θρίλερ για την εμμονή με την αυτοβελτίωση και την κουλτούρα της γυμναστικής, μιλά στη LiFO. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Βιβλίο / Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Ο κορυφαίος Κουβανός συγγραφέας μάς ξεναγεί στην πόλη που αγάπησε βαθιά και αρνήθηκε να εγκαταλείψει. Στη συναρπαστική «Αβάνα» του, τη δείχνει τραυματισμένη αλλά και ακατάλυτη, να αντιστέκεται πεισματικά στη λήθη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Τι θα κάνατε αν βρίσκατε 350.000 ευρώ;

Το πίσω ράφι / Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ρωτά: Τι κάνεις αν βρεις 350.000 ευρώ;

Στο μυθιστόρημά του «Η πόλη και η σιωπή», ο διακεκριμένος συγγραφέας αφηγείται την ιστορία ενός σκληρά δοκιμαζόμενου ανθρώπου που παλεύει να διαφυλάξει την ακεραιότητά του, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026)

Guest Editors / Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026): Η γυναίκα που μελέτησε πώς πενθούν οι Έλληνες

Καθηγήτρια επί δύο δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, προτού διαδεχθεί τον Γιώργο Σαββίδη στην Έδρα Σεφέρη του Χάρβαρντ, η επιδραστική ερευνήτρια της ελληνικής γραμματείας έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή, αφήνοντας μια σπουδαία παρακαταθήκη.
ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗΣ
Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Βιβλίο / Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Λίγο προτού έρθει στην Ελλάδα, ο σπουδαίος Βρετανός συγγραφέας μιλά αποκλειστικά στη LiFO για το νέο του μυθιστόρημα «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική αλλαγή, τη μνήμη και τους νέους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Μάκης Μαλαφέκας, συγγραφέας

Οι Αθηναίοι / Μάκης Μαλαφέκας: «Τα social media παράγουν ακατάσχετα μέσους όρους»

Από τα παιδικά χρόνια στη Νεάπολη Εξαρχείων και τα πρώτα διαβάσματα μέχρι τις σπουδές στο Παρίσι και τη συγγραφή αστυνομικών, ο γνωστός συγγραφέας μιλάει στη LiFO για τη χαρά της δημιουργίας, την επιτυχία του «Deepfake» και για το πόσο μοιάζει στον ήρωά του Μιχάλη Κρόκο.
M. HULOT

σχόλια

4 σχόλια
Πάνω απ’ όλα εκτιμά την καλοσύνη. Πηγή: www.lifo.gr Το μεγαλύτερο αγαθό, το σπουδαιότερο προτέρημα.Οι γονείς περηφανεύονται συνήθως για το πόσο έξυπνα είναι τα παιδιά τους, που διαβάζουν πριν πάνε σχολείο κλπ Νομίζω ότι ο κόσμος θα αλλάξει όταν οι γονείς αρχίζουν και εκτιμούν το αν τα παιδιά τους είναι καλά παιδιά. Όταν η καλοσύνη γίνει προτέρημα.