"Λέγε με Κιμ Κι Ντουκ - γεννήθηκα μέσα στο θέατρο - η μάνα μου μας γέννησε πίσω από τον λέβητα της θέρμανσης - ίσως γι' αυτό είμαι νευρικός"... O Kιμ Κι Ντουκ της Άννας Κοκκίνου
"Λέγε με Κιμ Κι Ντουκ - γεννήθηκα μέσα στο θέατρο - η μάνα μου μας γέννησε πίσω από τον λέβητα της θέρμανσης - ίσως γι' αυτό είμαι νευρικός"... O Kιμ Κι Ντουκ της Άννας Κοκκίνου

 

Λέγε με Κιμ Κι Ντουκ - γεννήθηκα μέσα στο θέατρο - η μάνα μου μας γέννησε πίσω από τον λέβητα της θέρμανσης - ίσως γι' αυτό είμαι νευρικός - τον πρώτο καιρό έμενα στο θέατρο - με δόλο μας έβγαλε Αυτή πίσω από το μηχάνημα - έδωσε τ' αδέρφια μου σε ξένα χέρια, έβγαλε τη μάνα μου από το θέατρο και κράτησε μονάχα εμένα - έπαιζε τότε ένα έργο που ήταν θαμμένη μέσα σ' έναν χωμάτινο λόφο!..... Έπαιζα τις Ευτυχισμένες Μέρες - μεταξύ πρώτης και δεύτερης πράξης γίνεται μια μικρή διακοπή για να με βοηθήσουν να χωθώ μέχρι τον λαιμό - σ' αυτό το διάστημα όλο και κάποιος θεατής έβγαινε στα γρήγορα κι άνοιγε η πόρτα του θεάτρου - φαίνεται πως εκείνη τη στιγμή - μια μέρα ο Κιμ Κι Ντουκ διέφυγε από την προσοχή της Μαργαρίτας που ήταν έξω στο φουαγέ - μπήκε μέσα στην αίθουσα - μόλις είχε ξεκινήσει η Β' πράξη: Χαίρε άγιο φως... η προσφώνηση αυτή είχε κάπως δραματικό τόνο, παρόλη την ευφορία της Ουίννυ που ξεκινούσε μια καινούργια μέρα - αυτή, λοιπόν, η δραματική προσφώνηση θορύβησε τον Κιμ και απάντησε γεμάτος έγνοια πως τον καλώ σε βοήθεια - νιαουρίζοντας όλο πόνο άρχισε να με πλησιάζει, σάλταρε στη σκηνή και άρχισε ν' ανεβαίνει τον λόφο - με πλησίασε κι άρχισε το πέρα δώθε με σηκωμένη την ουρά να με μυρίζει και να χαϊδεύεται στο πρόσωπό μου, να κάνει ό,τι μπορεί για μένα!

 

Τα βράδια που γυρίζω σπίτι γεμάτη απ' όλης της μέρας τις έγνοιες - ανοίγω την πόρτα - η αθόρυβη κίνηση στα πόδια μου αυτού του στενόμακρου γούνινου όντος - τόσο μικρό σε μέγεθος! ανοίγει ο άλλος κόσμος - αυτός που αποφεύγουμε όλη τη μέρα - ο κόσμος του απολύτως αναγκαίου για την ψυχή - επαφή - χωρίς λόγια - χωρίς εξήγηση - με μισόκλειστα βλέφαρα κι οι δυο μας βυθιζόμαστε στη μυστική μαγεία της ύπαρξης.