Οι κατεδαφίσεις, όμως, δεν είναι πανάκεια και θα πρέπει να εντάσσονται σε ένα πλαίσιο... Εικονογράφηση: Ατελιέ / LIFO
Οι κατεδαφίσεις, όμως, δεν είναι πανάκεια και θα πρέπει να εντάσσονται σε ένα πλαίσιο... Εικονογράφηση: Ατελιέ / LIFO

 

Πριν από λίγες μέρες σειρά δημοσιευμάτων σε εφημερίδες και ιστοσελίδες παρουσίαζαν ένα σχέδιο του Δήμου Αθηναίων για κατεδάφιση, ούτε λίγο ούτε πολύ, 1.800 εγκαταλελειμμένων κτιρίων σε διάφορες γειτονιές του δήμου. Έκπληκτοι με το εύρος της σχεδιαζόμενης δράσης, που θυμίζει μεταπολεμική ανασυγκρότηση, αποφασίσαμε να το ψάξουμε λίγο παραπάνω.

 

Είναι γνωστό ότι η Αθήνα παρουσιάζει σύνθετα και πολύπλοκα προβλήματα, τα οποία έχουν οξυνθεί με την οικονομική κρίση. Το ζήτημα του αστικού σχεδιασμού είναι ένα από αυτά. Ο διαχρονικός μινιμαλισμός της κρατικής παρέμβασης σε συνδυασμό με το σύστημα αντιπαροχής δημιούργησαν μια πόλη με πυκνή δόμηση, περιβαλλοντικά υποβαθμισμένη, με περιορισμένους ελεύθερους χώρους και χώρους πρασίνου, έλλειμμα σε χώρους στάθμευσης κ.ά.

 

Όπως μας λέει η κυρία Άσπα Γοσποδίνη, καθηγήτρια Πολεοδομίας και Αστικού Σχεδιασμού, «Από το 2009 η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση δημόσιου χρέους στην Ελλάδα έχει επιφέρει σημαντικές αρνητικές χωρικές επιπτώσεις στις ελληνικές πόλεις, οι οποίες συντάσσουν σήμερα μια νέα γεωγραφική ομάδα συρρικνούμενων πόλεων ("shrinking cities"), με το κλείσιμο πολλών καταστημάτων και την εγκατάλειψη βιοτεχνικών και επαγγελματικών κτιρίων να επιτείνουν το πρόβλημα».

 

Οι σχεδιαζόμενες κατεδαφίσεις αποτελούν μέρος του Σχεδίου Ολοκληρωμένης Αστικής Παρέμβασης (ΣΟΑΠ), ενός πολεοδομικού εργαλείου που χρησιμοποιείται για πρώτη φορά στην Ελλάδα με στόχο την ανασυγκρότηση του κέντρου της Αθήνας και επιχειρεί να συντονίσει τις συνέργειες μεταξύ των φορέων που δραστηριοποιούνται στην πόλη, κυρίως, δηλαδή του δήμου Αθηναίων και του ΥΠΕΚΑ.

 

Το σχέδιο είναι μια φιλόδοξη προσπάθεια που, αν μη τι άλλο, περιγράφει τα προβλήματα, προτείνει λύσεις και θέτει στόχους μετρήσιμους και ιεραρχημένους. Η ελληνική εμπειρία, όμως, έχει αποδείξει ότι δεν χωλαίνουμε στα σχέδια και τους στόχους αλλά στο στάδιο της εφαρμογής τους. Πολλά φιλόδοξα σχέδια έχουν εκπονηθεί και ανακοινωθεί με τυμπανοκρουσίες για να μείνουν ύστερα από λίγο διάστημα στο συρτάρι κάποιας υπηρεσίας.

 

Εδώ ακριβώς φαίνεται να εστιάζει η Ιωάννα Δούνια, αντιπρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Μηχανικών Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης. «Θέλουμε όλοι να πετύχει το πρόγραμμα αυτό. Και για να συμβεί αυτό, θα πρέπει πρώτα να εφαρμοστεί. Και για να εφαρμοστεί, θα πρέπει πολύ σύντομα, άμεσα, να προσδιοριστεί ένας συνεκτικός μηχανισμός που θα συντονίσει, θα παρακολουθήσει την εφαρμογή του προγράμματος, θα διαχειριστεί τους απαραίτητους πόρους και θα είναι σε θέση να μεταβάλει τον σχεδιασμό, όταν αυτό απαιτείται. Ο μηχανισμός αυτός δεν είναι μια συνηθισμένη διοικητική δομή ούτε μπορεί να λειτουργεί με συνηθισμένες ταχύτητες Δημοσίου. Το μέγεθος του εγχειρήματος απαιτεί έναν μηχανισμό που θα διατρέχει κάθετα και οριζόντια τις διοικητικές δομές και θα έχει ουσιαστικές αρμοδιότητες. Προσιδιάζει στον μηχανισμό του "Αθήνα 2004" και απαιτεί πολύ υψηλού επιπέδου ικανότητες διαχείρισης».

 

Θεωρητικά, οι κατεδαφίσεις εγκαταλελειμμένων κτιρίων θα μπορούσαν να αποσυμφορήσουν περιοχές με πυκνή δόμηση και να αναβαθμίσουν περαιτέρω ακόμα και κάποιες από τις θεωρούμενες «καλές γειτονιές». Οι κατεδαφίσεις, όμως, δεν είναι πανάκεια και θα πρέπει να εντάσσονται σε ένα πλαίσιο. Η Γεωργία Γιαννακούρου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικών Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, η οποία είχε εμπλακεί στο πρώτο σκέλος εκπόνησης του ΣΟΑΠ, μας λέει: «Η κατεδάφιση εγκαταλελειμμένων και επικίνδυνων κτιρίων στο κέντρο της Αθήνας θα μπορούσε να συμβάλει στη λειτουργική και αισθητική αναβάθμιση της πόλης, εφόσον επικεντρωθεί σε περιοχές του κέντρου με υψηλή γεωγραφική συγκέντρωση κτιρίων προς "απόσυρση" και συνδυαστεί με άλλα μέτρα αστικής αναζωογόνησης (επανεξέταση χρήσεων γης, αποκατάσταση και επανάχρηση λοιπών κτιρίων στην ευρύτερη περιοχή, μέτρα ενίσχυσης αγοράς ακινήτων, αντιμετώπιση ηχητικής και οπτικής ρύπανσης και προβλημάτων στάθμευσης κ.λπ.). Χωρίς τα συμπληρωματικά αυτά μέτρα, τυχόν μεμονωμένες κατεδαφίσεις ενδέχεται να μείνουν "μετέωρες", δημιουργώντας "αστικά κενά" με δυσκολίες ένταξης στον αστικό ιστό και αφομοίωσης στην πόλη και την κοινωνική της ζωή».

 

Όπως είπαμε και παραπάνω, στα χαρτιά φαίνονται όλα ωραία, ας δούμε όμως σε ποιο σημείο είμαστε αυτήν τη στιγμή. Καταρχάς, το σχέδιο κατεδαφίσεων αφορά πολύ λιγότερα κτίρια σε σχέση με το νούμερο που βγήκε στη δημοσιότητα και σε κάθε περίπτωση δεν περιλαμβάνει διατηρητέα κτήρια. Από τον Δήμο Αθηναίων λένε ότι είναι πολύ κοντά στη σύνταξη του αναγκαίου Προεδρικού Διατάγματος που θα ενσωματώνει τον τρόπο και τις διαδικασίες αντιμετώπισης των εγκαταλελειμμένων, ετοιμόρροπων κι επικίνδυνων για την υγεία των πολιτών κτιρίων. Στόχος είναι η ολοκλήρωση της πρότασης θεσμικής παρέμβασης μέχρι τον Οκτώβριο, ώστε από τον Νοέμβριο να προχωρήσει ο επιχειρησιακός σχεδιασμός.

 

Πρακτικά, τα κτίρια για τα οποία μιλάμε εμπίπτουν σε δύο κατηγορίες: στα ετοιμορρόπως επικίνδυνα κτίρια και τα επικίνδυνα, μη ετοιμόρροπα. Στην πρώτη περίπτωση, από τη στιγμή που θα διαπιστωθεί από τις υπηρεσίες του δήμου (Τμήμα Ελέγχου Κατασκευών) με έκθεση αυτοψίας ότι ένα κτίριο ανήκει σε αυτή την κατηγορία, καλείται, από τον δήμο αρχικά, ο ιδιοκτήτης του να το κατεδαφίσει. Στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης δεν βρεθεί ή δεν ανταποκριθεί, η πρόσκληση για κατεδάφιση του ετοιμόρροπου κτιρίου γίνεται και από τον εισαγγελέα, αφού αυτός ενημερωθεί από τον δήμο. Αν και πάλι δεν ανταποκριθεί ή δεν βρεθεί ο ιδιοκτήτης, ο δήμος, βάσει του Κώδικα Πολεοδομικής Νομοθεσίας, υποχρεούται να κατεδαφίσει το κτίριο και να καταλογίσει τη δαπάνη κατεδάφισης στον ιδιοκτήτη.

 

Στη δεύτερη κατηγορία των κτιρίων, καλείται ο ιδιοκτήτης, μετά από αυτοψία, πρώτα από τον δήμο και σε περίπτωση που δεν βρεθεί ή δεν ανταποκριθεί από τον εισαγγελέα, να λάβει μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου, στατικού ή υγειονομικού. Μέσω έκθεσης μηχανικού ο ιδιοκτήτης ορίζει τα απαραίτητα μέτρα για μερική άρση του κινδύνου (σκαλωσιές, αποκλεισμός κτιρίου κ,λπ,) ή για ολική άρση του κινδύνου με επισκευές στο κτίριο. Αν ο ιδιοκτήτης δεν ανταποκριθεί ή δεν βρεθεί και μετά από πρόσκληση εισαγγελέα, ο δήμος προχωράει σε λήψη μέτρων μερικής άρσης του κινδύνου και καταλογίζει τη δαπάνη στον ιδιοκτήτη.

 

Τελικά, όχι, δεν θα κατεδαφιστούν 1.800 κτίρια τους επόμενους μήνες. Δεν θα γίνει εργοτάξιο η Αθήνα. Τα καλά νέα, όμως, είναι ότι για πρώτη φορά διαθέτουμε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αστικής παρέμβασης, το οποίο έχει ως στόχο να ζωντανέψει ξανά το κέντρο της Αθήνας, πραγματοποιώντας πολύπλευρες δράσεις. Μία εξ αυτών είναι και οι κατεδαφίσεις κάποιων επικίνδυνων κτιρίων. Όμως, όπως όλα στην Ελλάδα, μένει να εφαρμοστεί.