Ύδρα: A flake of your life

Ύδρα: A flake of your life Facebook Twitter
0
Ύδρα: A flake of your life Facebook Twitter

Απ' όλα τα μέρη του κόσμου, στην Ύδρα έπρεπε να την ξαναδώ. Καθόταν μόνη σ' ένα καφενείο στο λιμάνι, με τσιγάρο κι ένα ποτήρι γάλα. Νομίζω πως χάρηκε όταν με είδε – με φίλησε σταυρωτά κι ύστερα με κοιτούσε σαν να προσπαθούσε να διαβάσει κάτι στο πρόσωπό μου, να βγάλει κάποιο συμπέρασμα. Έμοιαζε ευχαριστημένη, χαμογελούσε.

«Έλα, κάτσε» είπε. Η φωνή της ήταν γεμάτη θέρμη. «Πάει καιρός» είπε.

Είχε μπροστά της ένα σωρό χαρτιά και κατάλαβα πως έγραφε. Ήταν πολύ όμορφη, περισσότερο κι από ό,τι θυμόμουν ακόμα και ήλπιζα ότι ήταν χαρούμενη.

«Τι κάνεις;» τη ρώτησα.

«Ξεκίνησα καινούργιο βιβλίο» είπε, έδειξε τα χαρτιά και ύστερα γύρισε τις παλάμες τις ανάποδα να μου δείξει τις μουντζούρες απ' το στυλό. «Η κατάρα του αριστερόχειρα» είπε.

Είχε βγάλει απ' την τσάντα της τα σύνεργα για να στρίψει ένα τσιγάρο. Τα δαχτυλά της τα θυμόμουν καλά κι αυτό με πόνεσε κάπως – μακριά ωραία δάχτυλα, χωρίς δαχτυλίδια. «Έχεις μέρες εδώ;» ρώτησε.

«Όχι πολλές» είπα. «Είμαι με τη Μυρτώ» είπα.

«Θα μείνεις;» ρώτησε.

Κούνησα το κεφάλι.

«Η Ύδρα είναι για να μένεις» είπε. «Δυο μέρες ή αλλιώς ολόκληρο το καλοκαίρι. Ή και για πάντα, μόνιμα». Τακτοποιούσε προσεκτικά τον καπνό, τον μοίραζε ευθύγραμμα στο χαρτάκι. «Μερικές φορές είμαι σίγουρη πως θα 'ρθω και δεν θα ξαναφύγω» είπε, σταμάτησε, έφερε το χαρτάκι από το τσιγάρο στα χείλη της και το 'γλειψε. Με κοίταξε πάλι. «Και τώρα είμαι σίγουρη πως δεν θα φύγω» είπε.

«Καταλαβαίνω τι λες» είπα ψέματα. Ύστερα είπα «σκεφτόμουν πως θα σε δω. Θέλω να πω, το ήλπιζα. Ήξερα πως έρχεσαι εδώ και γράφεις. Θέλω να πω, το διάβασα που το 'λεγες σε μια συνέντευξη».

Κούνησε το κεφάλι. «Αυτές οι ανόητες συνεντεύξεις» είπε. «Πόσο βαρετό είναι να μιλάς για να λες μόνο ψέματα. Μερικές φορές με κάνουν να ξεχνάω ποια είναι η αλήθεια». Έδειξε τα χαρτιά πάλι. «Μόνο σ' αυτά μπορώ να πω την αλήθεια», είπε, «μερικές φορές». Φύσηξε τον καπνό της, «ελπίζω να ξέρεις ότι εκτός από τα βιβλία μου, είμαι εντελώς ψεύτρα».

«Αλλά για την Ύδρα έλεγες αλήθεια» είπα.

«Και να 'θελα να πω την αλήθεια για την Ύδρα, δεν θα μπορούσα» είπε.

Ένιωθα αμήχανα, σαν να μη γνωριζόμασταν, και ήταν κι αυτή που έπαιζε κάτι σαν θέατρο. Κι όμως, το 'βλεπα πως μέσα της κάτι έτρεμε έτσι κι αλλιώς, γιατί το 'νιωθα κι εγώ. Μείναμε έτσι λιγάκι σιωπηλοί. Πέρασε μια γάτα και χαϊδεύτηκε στο πόδι της, ύστερα στο δικό μου.

«Μου 'λειψες» είπα. «Σε σκεφτόμουν πολύ τον χειμώνα. Ακόμα σε σκέφτομαι».

«Νομίζω ότι εσύ ήσουν ο λόγος που ήθελα να έρθουμε στην Ύδρα – εκείνη η φωτογραφία της Ύδρας πάνω από το κομοδίνο σου και η κιθάρα του Λέοναρντ Κοέν που σε νανούριζε τα βράδια» είπα.

Γέλασε. «Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν θυμόμαστε τα ίδια πράγματα».

«Εσύ δεν έλεγες πως το σπίτι σας ήταν δίπλα στου Κοέν;».

«Έτσι έλεγα;».

«Εσύ δεν ανέβαινες τα βράδια στο μπαλκόνι και τον άκουγες να παίζει την κιθάρα του;».

Σήκωσε τους ώμους.

«Τι σημασία έχει;» είπε. «Είναι μια ωραία ιστορία».

«Θέλω να μου πεις αν ήταν αλήθεια. Και πού είναι το σπίτι».

Έπαιξε το τσιγάρο νευρικά και τελικά δεν το άναψε.

«Εσύ και οι αλήθειες σου» είπε.

«Θέλω να το βρω το σπίτι του Κοέν» είπα.

«Γιατί;» είπε.

«Δεν ξέρω» είπα. «Έχει να κάνει με σένα, νομίζω» είπα. «Το λέει και ο Κοέν σ' εκείνο το τραγούδι. "Μου 'δωσες μια νιφάδα απ' τη ζωή σου"».
«Δεν εννοούσε αυτό» είπε.

Κοίταξε το ρολόι της, «άργησα» είπε, κι άρχισε να μαζεύει τα πράγματά της από το τραπεζάκι. Τα χαρτιά πρώτα.

«Συγγραφέας είμαι» είπε. «Ολόκληρη η ζωή μου είναι νιφάδες. Μην το παίρνεις προσωπικά».

«Θα πρέπει να είναι περίεργο» είπα, παρόλο που δεν ήθελα να πω αυτό, παρόλο που με είχε πληγώσει. Αλλά το ήξερε, νομίζω. Επίτηδες κακιά – το δικαιούνταν.

«Θα πάω στη θάλασσα» είπε. «Βουτιά απ' τα βράχια, κατευθείαν – να, αυτή είναι μια αλήθεια για την Ύδρα, και επίσης για μένα».

Έκανε να φύγει, και ύστερα, σαν να το πήρε απόφαση, με αγκάλιασε. Τα μαλλιά της μύριζαν καπνό, αντηλιακό και μέλι.

«Με ταράζεις» είπε. «Πάντα με τάραζες».

Δεν ήξερα τι έπρεπε να πω. Σκέφτηκα πώς θα ήταν να τη φιλούσα και νομίζω πως το κατάλαβε. Στεκόμουν εκεί, άχαρος κι αναποφάσιστος.

Με κοίταξε λιγάκι λυπημένη. Τα μάτια της ήταν σκοτεινά.

«Θα θυμώσεις αν γράψω για σένα;» είπε.

«Καθόλου» είπα.

Χαμογέλασε.

«Έτσι λένε πάντα οι άνθρωποι» είπε. «Αλλά πάντα θυμώνουν».

«Σ' ευχαριστώ, πάντως» είπε.

Με αγκάλιασε ξανά και πλησίασε το στόμα της στ' αυτί μου.

«Για το σπίτι του Κοέν», είπε, «να ρωτήσεις τη Μαρία, στο σούπερ μάρκετ, πάνω απ' το Καμίνι».

«Ευχαριστώ» είπα.

Φόρεσε τα γυαλιά ηλίου της.

«Γεια» είπε. «Εις το επανιδείν» και γελάσαμε.

Στάθηκα λίγο και την κοιτούσα – έμοιαζε από μακριά σαν ξένη. Και δεν φαινόταν τόσο φοβερό, ενώ ήταν: τα καραβάκια περνούσαν από το λιμάνι, το πλοίο της γραμμής έφερνε ένα τεράστιο κύμα από ξανθούς τουρίστες με φωτογραφικές μηχανές, ένα σωρό κόσμος πήγαινε για μπάνιο, και ανάμεσά τους εγώ έχανα κάτι για πάντα.  

Διάφορα
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Όχι άλλο κάρβουνο: Αφήστε το αναρχικό άστρο να λάμπει στην πλατεία Εξαρχείων και καλές γιορτές

Δ. Πολιτάκης / Όχι άλλο κάρβουνο: Αφήστε το αναρχικό άστρο να λάμπει στην πλατεία Εξαρχείων και καλές γιορτές

Μπορεί να έχει άμεση ανάγκη κάποιου είδους ανάπλασης η Πλατεία Εξαρχείων, το τελευταίο που χρειάζεται όμως είναι ένα μίζερο χριστουγεννιάτικο δέντρο με το ζόρι.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ
Δεκαετία του 2010: Δέκα χρόνια που στην Ελλάδα ισοδυναμούν με αιώνες

Β. Βαμβακάς / Δεκαετία του 2010: Δέκα χρόνια που στην Ελλάδα ισοδυναμούν με αιώνες

Οποιοσδήποτε απολογισμός της είναι καταδικασμένος στη μερικότητα, αφού έχουν συμβεί άπειρα γεγονότα που στιγμάτισαν τις ζωές όλων μας ‒ δύσκολο να μπουν σε μια αντικειμενική σειρά.
ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΒΑΜΒΑΚΑ
Τα χρόνια των μετακινήσεων και η κουβέντα για το brain drain που δεν μου αρέσει καθόλου

Β. Στεργίου / Τα χρόνια των μετακινήσεων και η κουβέντα για το brain drain που δεν μου αρέσει καθόλου

Αντί να βλέπουμε τη χώρα σαν άδεια πισίνα όπου πρέπει να γυρίσουν τα ξενιτεμένα της μυαλά για να γεμίσει, ας αλλάξουμε τα κολλημένα μυαλά σ' αυτόν εδώ και σε άλλους τόπους.
ΤΗΣ ΒΙΒΙΑΝ ΣΤΕΡΓΙΟΥ