Toν περασμένο Δεκέμβριο (στο πλαίσιο του Low Budget Festival) η ομάδα Κανιγκούντα παρουσίασε το Αλεξάντερπλατς, μια παράσταση που βασίζεται στο Βερολίνο Αλεξάντερπλατς (1929) του Άλφρεντ Ντέμπλιν. Κεντρικός ήρωας στο μυθιστόρημα είναι ο Φραντς Μπίμπερκοπφ λίγο μετά την αποφυλάκισή του. Θέλει να μείνει τίμιος, αλλά οι συνθήκες στο Βερολίνο της εποχής δεν το ευνοούν - και ο ίδιος δεν έχει τις αναγκαίες αντιστάσεις.

 

Κείμενο που προσφέρει πολλά ερεθίσματα για σκέψη, στην κατεύθυνση που κινoύνταν την ίδια εποχή, γράφοντας για τη σκηνή, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, φωτίζει τη σχέση του καπιταλισμού με τον φασισμό μέσα από επιλογές και συμπεριφορές του ήρωα και των προσώπων που τον περιβάλλουν – εφαρμόζοντας, έστω και με τον τρόπο της λογοτεχνίας, το αίτημα που διατύπωσε 10 χρόνια αργότερα ο Μαξ Χορκχάιμερ: «Όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό, θα πρέπει να σωπαίνει και για τον φασισμό» (1939). Ο Ντέμπλιν προβλέπει ό,τι θ' ακολουθούσε στη Γερμανία την επόμενη δεκαετία.

 

Σημαντική στην πρόσληψη του μυθιστορήματος από το νεότερο κοινό είναι η σπουδαία ταινία, περίπου 15 ωρών, που δημιούργησε ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ για τη γερμανική τηλεόραση το 1980, «μια διαδοχή ακόλαστων μικροϊστοριών».

 

 

 

Στο «γιατί τώρα αυτό;», η Μαρία Μαγκανάρη της ομάδας Κανιγκούντα, που υπογράφει το σκηνικό κείμενο και τη σκηνοθεσία, απαντά ότι τα ζητήματα που θέτει ο Ντέμπλιν μας αφορούν άμεσα σήμερα. «Να τα δουν τούτα και να τ' ακούσουν αξίζει τον κόπο για πολλούς ανθρώπους σαν τον Μπίμπερκοπφ, που τους συμβαίνει ό,τι συμβαίνει και στον Φραντς: που ζητούν, δηλαδή, από τη ζωή κάτι περισσότερο από ένα κομμάτι ψωμί» ακούγεται στην αρχή της σκηνικής πράξης. Στην παράστασή της, βέβαια, ακούμε την ιστορία του Φραντς Μπίμπερκοπφ μέσα από τις αναλώσιμες γυναίκες που τον περιβάλλουν.

 

«Στη νέα εκδοχή που ετοιμάζουμε για το Φεστιβάλ Αθηνών 2013 η δομή παραμένει ίδια: τρία βασικά πρόσωπα (ερωμένες του Φραντς που αφηγούνται την πορεία του μέσω των δικών τους ιστοριών), "αντρικοί κοινωνικοί" διάλογοι που ερμηνεύονται πάντα από το δίδυμο της Ανθής Ευστρατιάδου και της Ρεβέκκας Τσιλιγκαρίδου και, βέβαια, τα τραγούδια του Νίκου Ντούνα που τέμνουν τη δράση».

 

Πρόσθεσε, ωστόσο, μία ακόμα ηθοποιό (Σύρμω Κεκέ), που ενσαρκώνει 4 διαφορετικές περσόνες. Καταρχάς, τη Σύλβια φον Χάρντεν (τη δημοσιογράφο με το μονόκλ και το τσιγάρο στο χέρι που απαθανάτισε ο Ότο Ντιξ το 1926 στον γνωστό του πίνακα), η οποία μεταφέρει λόγια του Βάλτερ Μπένγιαμιν για την αναπαραγωγή στο έργο τέχνης. Στην πορεία θα εμφανιστεί ακόμα ως θεατρώνης, κάνοντας ένα αυτοαναφορικό σχόλιο για το θέατρο, θα προσωποποιήσει το παράλογο της ιδεολογίας του φασισμού και στο τέλος θα υποδυθεί και τον Φραντς Μπίμπερκοπφ, με κομμένο πια χέρι, για να μιλήσει για την έννοια της εργασίας.

 

Για να αποφύγει τον κίνδυνο κάποια μέρη να ακούγονται διδακτικά (η διδακτική διάσταση στο μυθιστόρημα του Ντέμπλιν είναι σαφής, κατά τη γνώμη της), κάποια θέματα προσεγγίζονται με διαμεσολάβηση, μέσα από αποσπάσματα κειμένων του Μαρξ, του Χορκχάιμερ, του Λεβινάς.

 

«Αισθητικά, πάντως, η παράσταση δηλώνει επηρεασμένη από τους πίνακες του Ντιξ – ειδικά οι περσόνες της Σύρμως επιδιώκουμε να είναι... σαν να βγήκαν από πίνακές του. Επίσης, διαφοροποιείται ο σκηνικός χώρος, αφού στο Κτίριο Ε της Πειραιώς δεν θα είναι ενιαίος, όπως στο γκαράζ του Ιδρύματος Κακογιάννη, όπου παρουσιάσαμε την πρώτη εκδοχή. Τώρα θα υπάρχει ένα πατάρι» καταλήγει η σκηνοθέτις.