Υπάρχει κάτι το ανορθόγραφο στη μέτρηση των γενεθλίων του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, σαν τους Ιάπωνες που αριθμούν τα έτη με τον όρο Showa, αλλά δεν ξεχνούν και τις χριστιανικές πρωτοχρονιές, για να συμφωνούν με τον υπόλοιπο πλανήτη. Νούμερο 48 φέτος για τη Θεσσαλονίκη, για την έναρξή του ως ελληνικού φεστιβάλ τουλάχιστον - που δεν υπάρχει πια ως τέτοιο, μιας και είναι διεθνές εδώ και μια γεμάτη δεκαετία, γεγονός που δεν φαίνεται να συγκινεί τις συντεχνίες και την επιμονή τους να το συσχετίζουν με την ελληνική παραγωγή ταινιών και να το θεωρούν ως το προνομιακό, συνταγματικό σχεδόν βήμα, για την προβολή και βράβευσή τους. Μπερδευτήκατε; Αν ναι, φανταστείτε τη συνεχιζόμενη σύγχυση του κόσμου γύρω από το χαρακτήρα του φεστιβάλ. Βαρέθηκα να το ρωτάω, αλλά αφού δεν παίρνω μια ικανοποιητική απάντηση, το ξαναρωτάω: τι δουλειά έχουν τα Κρατικά στη διάρκεια του Διεθνούς Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης; Λόγοι οικονομίας, παράδοσης, φόρας, πίεσης, εκμετάλλευσης του δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος; Δεν είναι δυνατόν, το 2007, να μην είμαστε ικανοί, οι ειδικότεροι επαγγελματίες και οι πολλοί σινεφίλ, να παρακολουθήσουμε απερίσπαστοι το διαγωνιστικό πρόγραμμα, τα πολλά αφιερώματα, τις ειδικές εκδηλώσεις, μόνο και μόνο επειδή το ελληνικό πανόραμα μπαίνει σφήνα στην καρδιά των εκδηλώσεων και τα κρατικά βραβεία απονέμονται στην ίδια πόλη, στο ίδιο χρονικό διάστημα, μια μέρα μετά την απονομή των βραβείων του διεθνούς, που ελάχιστοι από τους κοινωνούντες παίρνουν χαμπάρι. Και αυτό διότι τις ελληνικές ταινίες πρέπει να τις καλύψουν τα έντυπα και τα κανάλια, για λόγους εντοπιότητας και πατροπαράδοτης συνήθειας.

Ευτυχώς ή δυστυχώς, οι άπαιχτες ελληνικές ταινίες είναι λίγες στη φετινή σοδειά. Το Valse Sentimentale της Κωνσταντίνας Βούλγαρη και η Διόρθωση του Θάνου Αναστόπουλου που πήραν τις δύο θέσεις των εγχώριων ταινιών στο διεθνές διαγωνιστικό, η Επιστροφή του Βασίλη Δούβλη, οι Κλέφτες του Μάκη Παπαδημητράτου, το Κορόιδο εν τάξει του Γιάννη Παρασκευόπουλου, η Μεταμόρφωση του Κώστα Σφήκα και οι Γυναικείες Συνωμοσίες του Βασίλη Βαφέα. Κούρμπα στην ελληνική παραγωγή, που μάλλον θα ανακάμψει ποσοτικά του χρόνου (το πόσο παχιές ή ισχνές είναι οι αγελάδες ποιοτικά θα το δούμε σε μια εβδομάδα). Για του χρόνου ποιος ξέρει. Μέχρι τότε, μου φαίνεται πως το πλήρωμα του χρόνου έχει έρθει για να ξεκαθαριστεί το μπέρδεμα των ψευτο-δυο φεστιβάλ.

Το κανονικό φεστιβάλ, πλούσιο και ποικίλο και φέτος, θα ξεκινήσει με το My Blueberry Nights, που δεν είναι σπουδαίο, και θα κλείσει με το The Darjeeling Limited που αφορά μόνο τους φαν του Γουές Άντερσον. Το πρώτο Σαββατοκύριακο θα δούμε το αναμενόμενο Fugitive Pieces του Ποντέσουα, ενώ στο πλαίσιο των ειδικών προβολών θα παιχτεί ο Τζέσε Τζέιμς με τον Κέισι Άφλεκ και το Ταξίδι στην Άγρια Φύση, μια άνιση εκδρομή στην αποδόμηση του υλισμού από τον Σον Πεν. Ο Τζον Μάλκοβιτς θα είναι παρών, ως παραγωγός του Τζούνο του Τζέισον Ράιτμαν, για το οποίο έχουν ακουστεί καλά λόγια από το Τορόντο.

Φόρος τιμής στο Νίκο Νικολαΐδη με όλη την εργογραφία και τιμώμενος σκηνοθέτης ο Τζον Σέιλς, ο πάπας του ανεξάρτητου σινεμά εξ Αμερικής, με προβολή της τελευταίας του ταινίας Honeydripper. Νέος ισπανικός κινηματογράφος, νέοι Αμερικανοί δημιουργοί, το πάντα καλλιτεχνικά σκληροπυρηνικό και διεθνιστικό τμήμα Ημέρες Ανεξαρτησίας του Λευτέρη Αδαμίδη και ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα για το ελληνικό νουάρ (είχε άραγε αρκετές μοιραίες γυναίκες, καλοφορεμένες καπαρντίνες, περίτεχνες σκιές και τον απαραίτητο κυνισμό;). Ο ορισμός ακούγεται οξύμωρος και το είδος ήταν για την Ελλάδα, που προσπαθούσε να προσθέσει χρώμα, τραγούδια και γαλάζιο ουρανό στη δεκαετία του ‘60, ένα καλλιτεχνικό σάλτο μορτάλε. Θα ήθελα πολύ να δω μερικές από τις λίγες ταινίες που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τον τιμητικό αυτό τίτλο μαζεμένες, άρα πιο εύκολες να συγκριθούν με το συμπαγές αμερικάνικο πρωτότυπο. Πάντα πίστευα πως το ελληνικό νουάρ, εκτός από το Έγκλημα στα Παρασκήνια του Κατσουρίδη, είναι ασύμβατο με τις ταινίες που ισχυρίζονται πως κατόρθωσαν να το αναπαράγουν (ως και το μιούζικαλ έτυχε καλύτερης μίμησης και προσαρμογής) και πολύ θα ήθελα να διαψευστώ, γιατί, αν μη τι άλλο, η απόλαυση θα είναι ατμοσφαιρική.

Τα δύο αφιερώματα που πραγματικά απαιτούν προσοχή είναι η μεγάλη «έκθεση» του Γουίλιαμ Κλάιν, με φωτογραφίες, έργα και ταινίες του, αλλά και η αναδρομική γνωριμία με το ρεαλιστικό σινεμά του Μίκιο Ναρούσε. Ο ακούραστος Κλάιν θα βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη και θα μας δείξει τις δύο κύριες φάσεις της καριέρας του, το καλά σπουδαγμένο υπερστυλιζάρισμα που έφερε στο φως μερικές από τις καλύτερες πόζες στην ιστορία της φωτογράφησης μόδας, αλλά και την αποτύπωση της στιγμής, της δράσης, της καθημερινότητας και των κοινωνικών γεγονότων, όταν αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το φακό και την κάμερα σαν όπλο δράσης και άμεσης καταγραφής χωρίς φτιασιδώματα. Πρέπει να δείτε την εντελώς ‘60s ταινία του Ποια Είστε, Πόλι Μαγκού, μια από τις πιο «γεια σου» πραγματείες για τη σχιζοφρένεια και την υποκρισία της ομορφιάς και των επιπτώσεών της.

Για τον Ναρούσε ομολογώ πως δεν ήξερα πολλά, ώσπου τις προάλλες αγόρασα και είδα σε DVD το κλασικό Όταν μια γυναίκα ανεβαίνει τη σκάλα από το 1960, και έπαθα πλάκα. Πρόκειται για την πάλη μιας γυναίκας που δουλεύει σε μπαρ της κυριλέ περιοχής του Τόκιο και βρίσκεται μπροστά σε μυριάδες διλήμματα, συναισθηματικής επιβίωσης, οικονομικής ανεξαρτησίας, συναδελφικής αλληλεγγύης, κοινωνικής τοποθέτησης, ηθικής υπόστασης, ανθρώπινης συμπόνιας, οικογενειακής ευθύνης. Απλός, εξαιρετικός τεχνίτης και φαινομενικά δυτικότροπος, ο Ναρούσε προβάλλει τη χειραφετημένη γυναίκα με εντυπωσιακή φροντίδα και έγνοια, σπάνια όχι μόνο για Ιάπωνα αλλά και για οποιονδήποτε δημιουργό της γενιάς του. Λιτή ταινία, βαθιά και τελείως διαφορετική από εκείνες των σύγχρονων συμπατριωτών του Όζου, Μιζογκούτσι και Κουροσάβα, μακριά από επικολυρικούς μύθους, μεγαλεία και μακρινές παραδόσεις, ψάχνει και βρίσκει τα ψυχικά αποθέματα με υπομονή και ανοιχτό μυαλό. Ανυπομονώ να δω το έργο του.