Μόλις τελείωσες το δεύτερο ντοκιμαντέρ σου για το ελληνικό χιπ χοπ. Τι καινούργιο έχεις να προσθέσεις σε σχέση με το πρώτο;

H πρώτη ταινία παρουσίαζε τη χιπ χοπ κουλτούρα σ’ ένα μεγαλύτερο κι ανυποψίαστο κοινό, προβάλλοντας τους ανθρώπους που ασχολούνται με το χιπ χοπ στην Ελλάδα. Η νέα μου ταινία, Ανοιχτά Μικρόφωνα, ασχολείται αποκλειστικά με τον στίχο και το μήνυμα των τραγουδιών. Πιστεύω ότι αυτές οι ρίμες δυνητικά, είτε περισσότερο είτε λιγότερο, εκφράζουν όλους μας σε αυτήν τη σκοτεινή κι απάνθρωπη εποχή που ζούμε και, πίστεψέ με, αυτά τα παιδιά έχουν πάρα πολλές ενδιαφέρουσες ρίμες. Επίσης, στη νέα ταινία σχολιάζουν τον στίχο και το μήνυμα του χιπ χοπ σημαντικά πρόσωπα όπως η Σώτη Τριαντάφυλ- λου, ο Κωνσταντίνος Τζούμας, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, η Λίνα Νικολακοπούλου, ο Τζίμης Πανούσης, ο Διονύσης Τσακνής, ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος και άλλοι.

Τι πιστεύεις ότι έχει αλλάξει από τότε που πρωτοδημιουργήθηκε η σκηνή; Έχει γίνει πιο επαγγελματικό ή πιο DIY;

Η χιπ χοπ σκηνή βρίσκεται σε μια πολύ δημιουργική φάση, τουλάχιστον όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ. Δηλαδή, όλο και πιο πολλοί καλλιτέχνες και συγκροτήματα γράφουν γι’ αυτά που μας απασχολούν, ενώ βλέπω και μια υποχώρηση του λεγόμενου εμπορικού χιπ χοπ. Όσο για το DIY, θα έλεγα ότι είναι και η ουσία της δημιουργίας του χιπ χοπ. Ενα pc, ενα sampler, μερικά προγράμματα, «απαλλοτριωμένες» αγαπημένες μουσικές και ρυθμοί στο πνεύμα του art guerilla.

Από την αρχή της δημιουργίας του ελληνικού χιπ χοπ υπήρχε πάντα η άποψη ότι «δεν μπορεί να υπάρξει ελληνικό χιπ χοπ», γιατί τα βιώματα κι ο κοινωνικοπολιτικός περίγυρος των Ελλήνων ράπερ είναι διαφορετικός απ’ των Αμερικάνων. Τι γνώμη έχεις επ’ αυτού;

Το χιπ χοπ δεν είναι lifestyle, είναι ένα τρόπος για να κριτικάρεις την κοινωνία που ζεις, τις πληγές και τα προβλήματά της, άρα μπορεί να υπάρξει ως φόρμα παντού στον πλανήτη με κάποιους βασικούς κώδικες, χρησιμοποιώντας τα πολιτιστικά στοιχεία της κάθε χώρας από την οποία προέρχεται ο MC ή το συγκρότημα. Άλλες μουσικές σαμπλάρει ο Αφρικάνος ράπερ, άλλες ο Βραζιλιάνος, άλλες ο Μεξικάνος, και ούτω καθεξής.

Ποια θεωρείς ότι είναι η συνεισφορά των μεταναστών στο ελληνικό χιπ χοπ;

Δεν είναι και τόσο σημαντική. Εκτός απ’ τον Yinca, τον Jerome και μερικούς άλλους, δεν υπάρχουν πολλοί που έχουν προσφέρει κάτι στη σκηνή. Από την άλλη, υπάρχουν πολλοί μετανάστες που κάνουν μεν χιπ χοπ, αλλά το κάνουν στη γλώσσα τους και αφορά την εκάστοτε κοινότητα.

Πιστεύεις ότι έχουν επηρεάσει οι πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις το ελληνικό χιπ χοπ; Είναι το χιπ χοπ το σύγχρονο πολιτικό τραγούδι, όπως λές και στο μότο της ταινίας σου;

Είναι τουλάχιστον 15 χρόνια που το χιπ χοπ έχει πολιτικό στίχο. Εγώ αυτό που βρήκα ενδιαφέρον είναι ότι υπάρχει μια σκηνή που ασχολείται με το πολιτικό χιπ χοπ και αυτό κατέγραψα στο ντοκιμαντέρ μου.

Η Αθήνα είναι μια χιπ χοπ πόλη;

Από το 1992, όταν έπαιξαν στο Κατράκειο της Νίκαιας οι Public Enemy, η Αθήνα ξεκίνησε να είναι μια χιπ χοπ πόλη και γίνεται όλο και περισσότερο, όσο οι συνθήκες διαβίωσης χειροτερεύουν κι αρχίζουν να δημιουργούνται γκέτο, όπως αυτά στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης ή στο Σεν Ντενί στο Παρίσι. Το χιπ χοπ είναι αστική κουλτούρα. Δεν μπορείς να γράφεις χιπ χοπ σ’ ένα χωριό, δεν μπορείς να γράφεις για πρόβατα και λαγκάδια. Όπως έλεγε και κάποιος στην πρώτη μου ταινία, «στο χωριό δεν μπορείς να κάνεις γκράφιτι, γιατί τι θα κάνεις; Θα πας να βάψεις τον τοίχο του διπλανού σου;».