H Ελλάδα το '50 ήταν μια χώρα που μόλις είχε βγει από τον εμφύλιο. Όλα γινόντουσαν με έναν τρόπο κακομοίρικο και φουκαριάρικο. Στη δεκαετία του '60 αρχίζουν να λαμπυρίζουνε πράγματα - ο Ωνάσης έχει αγοράσει την Ολυμπιακή, ο Νιάρχος με τα ναυπηγεία, ο Χατζιδάκις με τον Ντασέν κάνουν το Ποτέ την Κυριακή, ο κόσμος μιλάει πολύ για την Ελλάδα, η Ελλάδα γίνεται της μόδας, κι αρχίζει να ζωντανεύει πολύ και η κατανάλωση. Υπάρχουν πολλοί οίκοι ραπτικής, τα μοδιστράδικα που ράβουν με το μέτρο αλλά έχουν αρχίσει πια να πηγαίνουν στο Παρίσι, να βλέπουν συλλογές, να αντιγράφουν ή να αγοράζουν μοντέλα. Yπήρξαν οίκοι που ξεχώριζαν: ο Ντίμης Κρίτσας που ήταν designer, o Τσοπανέλης που ήταν μεγάλος δάσκαλος της μόδας. Μετά υπήρχαν σπουδαίες εργάτριες της μόδας όπως ήταν η Παπαστεφάνου ή η Τσαμαδού, εκεί που γαλουχήθηκε και η Έφη Μελά, η γυναίκα μου, που ήταν house model εκεί, η Νίτσα, η Ζωρζέτ, ο Γιάννης Βούρος που έντυνε πολύ τα θέατρα, οι αδερφοί Μαυρόπουλοι. Μετά ήταν τα καταστήματα υφασμάτων. Ο Μουρζόπουλος που ήταν το νούμερο ένα, μετά η επιχείρηση υφασμάτων του πατέρα μου «Τσεκλένης - Καργαδούρης», ο Παπαγιάννης, ο Σινάνης, οι αδερφοί Τσιτσόπουλοι, που μαζί με την Etam ήταν και τα πρώτα «ετοιματζίδικα». Μετά υπήρχαν μοντέλα, η Έφη Μελά, ένα αστέρι διαχρονικό, η Ελίζαμπεθ, η Αντουανέτα Ροντοπούλου που έκανε και τη σχολή μοντέλων, κι άλλες 5-6 κοπέλες. Η Έφη ήταν χαϊδεμένη του Γιάννη του Ντεσέ, του Jean Desse, του μεγάλου αστεριού της ελληνικής μόδας που ήταν στο Παρίσι από το '37 μέχρι το '68-'69 που αποσύρθηκε. Το '62 μάλιστα έκανε το νυφικό της πριγκίπισσας Σοφίας, ενώ εγώ έκανα δωρεάν τους στολισμούς. Κόντεψα να πεθάνω, ήμουν 48 ώρες άυπνος και μου δίνανε ένα χάπι Μπεζεντρίν για να μείνω ξύπνιος.

Τότε δούλευα ενεργά στην επιχείρηση υφασμάτων του πατέρα μου. Είχε είδη προικός από το 1923. Ερμού και Βουλής γωνία, εκεί που είναι τώρα ο Μοσχούτης. Άρχισα να ασχολούμαι με τα υφάσματα από το 1951, όταν ήμουν 14 χρονών - από το να σκουπίζω το μαγαζί μέχρι τις εισαγωγές και τις αγορές. Τότε, για τα trends της μόδας, ερχόντουσαν οι παραγγελιοδόχοι και μας πετάγανε καταλόγους - για τουίντ, για μετάξια, για παλτά. Βλέπαμε έναν χρόνο πριν, οκτώ μήνες πριν τι θα αποκτήσουμε μετά· δεν υπήρχε τότε το prêt a porter. Tότε βλέπαμε μόνο την couture. Tα περιοδικά είχαν και μια καθυστέρηση επικοινωνίας, άρα αγόραζες με ένστικτο και με τον ίδιο τρόπο που αγόραζε ένας Γάλλος, ένας Ιταλός. Εγώ, ας πούμε, άνοιγα το γαλλικό «Officiel» ή τη «Vogue» και έκοβα σελίδες και τις έβαζα πάνω στον πάγκο για να λένε στις πελάτισσες: «Να, το ίδιο ύφασμα το έχει κάνει και η Chanel». Ο πατέρας μου κατάλαβε γρήγορα ότι διαλέγω καλά. Κλεινόμουνα σε ένα δωμάτιο, κοιτούσα τις συλλογές και του τις πρότεινα. Το '64, που ο πατέρας μου ήταν στα τελευταία του, μου είπε «Το μαγαζί αν θες πούλα το, αλλά τη μόδα μην την αφήσεις. Νομίζω ότι κάτι έχεις να πεις εκεί». Αποφάσισα να κάνω μια σειρά υφάσματα που δεν έχουν ξαναγίνει. Πήγα και τα έδειξα στον Ντίμη Κρίτσα. Βάλαμε και οι δυο μια μικρή περιουσία -εγώ πούλησα το μόνο περιουσιακό στοιχείο που είχα, ένα διαμέρισμα- και εν έτει 1965 πήγαμε στη Νέα Υόρκη και δείξαμε τα ρούχα μας. Πήγαμε στο St. Regis hotel, στην 5η Λεωφόρο και 55η Οδό και πήραμε μια σουίτα παλάτι. Και πράγματι, σε 48 ώρες είχαν σπάσει τα τηλέφωνα. Πουλήθηκαν στην Elisabeth Arden Couture, τον μεγαλύτερο οίκο μόδας της Αμερικής, και γίναμε ολοσέλιδη καταχώρηση στο «Journal of America», κάτι πολύ δύσκολο για 2 επαρχιώτες από το πουθενά. Μετά, βέβαια, με τον Ντίμη χωρίσαμε τη συνεργασία μας γιατί εγώ έκανα engineered design που υπαγόρευε το στυλ των ρούχων στο ύφος του Pucci. Έκανα πολύ απλά non- construction clothes, τα οποία γινόντουσαν πολύ εύκολα για μαζικές παραγωγές αλλά χαλάγανε τον κόσμο. Εγώ δεν έχω πλησιάσει τη γυναίκα ως μόδιστρος αλλά ως εραστής. Έκανα κάτι σαν bodypainting. Τότε στην Αθήνα δεν υπήρχανε καταστήματα ρούχων. Εμείς βγήκαμε έξω, κάναμε όλο αυτόν το θόρυβο. Μέσα σε έναν χρόνο είχαμε συμβόλαιο με μια εταιρεία 200.000.000 δολαρίων, μπήκαμε από άκρη σ' άκρη σε όλη την Αμερική. Μπήκα σε 120 καταστήματα, στην Αγγλία, σε 300 καταστήματα και 9 εργοστάσια στη Γερμανία. Είχε φοβερή δύναμη το textile design, το θέλανε σαν τρελοί .

Με την Έφη Μελά γνωριστήκαμε το '65. Ο έρωτας αρχίζει τη μέρα που παρουσιάζουμε σε ένα φεστιβάλ μόδας στη Θεσσαλονίκη τα πρώτα μου υφάσματα ραμμένα από τον Κρίτσα. Το συγκρότημα Λαμπράκη είχε μόλις βγάλει το περιοδικό «Μόδα» και για να το ενισχύσει είχε κάνει ένα φεστιβάλ ελληνικής μόδας -αυτούς που τότε θεωρούσαμε κορυφαίους για την εξαγωγή της μόδας, Κόκκου, Φρόντζου, Ελένη Σικελιανού, ο Γαλάτης. Δυο τρεις μήνες μετά φύγαμε από τα σπίτια μας και οι δυο. Ήμασταν παντρεμένοι και μας κυνηγούσαν - τότε η μοιχεία ήταν ποινικό αδίκημα. Η Έφη ήταν η πραγματική μούσα μου στο δημιουργικό μέρος - και τώρα, αν μου πεις, «Τσεκλένη, κάνε μου ένα ρούχο» στο σχέδιο δεν μπορεί να μπει άλλο κεφάλι εκτός από το κεφάλι της Έφης. Ήταν η κατεξοχήν μούσα μου.