Όλοι οι όμορφοι συνειρμοί που έχει κανείς ως παιδάκι για το ταξίδι με πλοίο ξεθωριάζουν σιγά σιγά, όταν φτάσει κάποτε η ευλογημένη στιγμή να ξεκινήσει τις αυγουστιάτικες διακοπές στα νησιά του Αιγαίου χωρίς τη γονική προστασία. Το τίμημα της πρωτόγνωρης ελευθερίας είναι η βίαιη ένταξη σε μια προσομοίωση γνήσιου νεοελληνικού χάους, μια σύγχρονη κιβωτός του Νώε, όπου εκπροσωπούνται την περίοδο της τουριστικής αιχμής όλες οι φυλές. Φυσικά, όταν είσαι πιτσιρικάς, δεν σε πειράζει και πολύ η ταλαιπωρία, ίσα ίσα υπάρχουν και στιγμές που απολαμβάνεις το παιχνίδι επιβίωσης στο καράβι της μεγάλης φυγής και, στο φινάλε, αν ζορίσει πολύ η κατάσταση, κατεβάζεις κι ένα καραφάκι ούζο απνευστί στο κατάστρωμα, ξεραίνεσαι επιτόπου και ξυπνάς στον προορισμό σου (εκτός αν έχεις ιδιαιτέρως χιουμορίστες φίλους που αποφασίζουν να κατέβουν και να σε αφήσουν μόνο να κοιμηθείς μέχρι το τέλος του δρομολογίου). Οι πρώτες φορές είναι πάντα δύσκολες, αλλά σιγά σιγά κανείς εξοικειώνεται με τις μικρές αυτές οδύσσειες και αποκτά τις δεξιότητες που απαιτεί η συμμετοχή στο «πλοίο των τρελών» του Αυγούστου. Και το πρώτο που μαθαίνει είναι η σωστή διαχείριση του (ατελείωτου) χρόνου ή μάλλον το σκότωμα του χρόνου με κάθε διαθέσιμο -και συχνά αυτοσχέδιο- όπλο. Αν αγαπάς, ας πούμε, πραγματικά το διάβασμα, σώθηκες. Διαφορετικά, θα πρέπει να καταφύγεις σε άλλες μεθόδους που περιλαμβάνουν συνήθως κοινωνικές συναναστροφές και ομαδικά παιχνίδια. Αν βαριέσαι το διάβασμα (όπως οι περισσότεροι άνθρωποι) και είσαι γενικά αντικοινωνικός και ανυπόμονος τύπος, θα πήξεις...

«Θα είχα πάει στην Αυστραλία, τόσες ώρες που έκανα για να φτάσω στο κωλόνησο...» Κλασική ατάκα που, παρά την προφανή υπερβολή -το ταξίδι με πλοίο για την Αυστραλία διαρκούσε ένα μήνα περίπου- αντικατοπτρίζει πλήρως το βάσανο του χρόνου που μοιάζει σταματημένος («ακόμα στην Πάρο είμαστε;») την ώρα του Μεγάλου Ταξιδιού. Πρόσεχε όμως τι εύχεσαι, λένε, γιατί μπορεί να βγει αληθινό, και θυμάμαι παλιά που περιμέναμε πότε θα καθιερωθούν παντού τα γρήγορα φέρι μποτ για να ξεμπερδεύουμε με τις διάφορες Παναγίες Τήνου, Ρομίλντες και Δημητρούλες. Οι οποίες, βέβαια, όχι μόνο εξακολουθούν να ζουν και να βασιλεύουν, αλλά έχουν αρχίσει να μοιάζουν με γοητευτικά vintage κρουαζιερόπλοια (με την έννοια ότι πάνε με το απόλυτο πάσο τους) σε σύγκριση με την κλειστοφοβική εμπειρία πολλών «high speed» πλωτών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Εκτός ότι, έτσι κι αλλιώς, δυσκολεύεσαι να βρεις θέση (και να τους κάνεις την τιμή να σου πιάσουν τον κώλο με τα πανάκριβα εισιτήρια), κάτι σε πιάνει με την παραλυτική καθήλωση στην αεροπορική θέση, σε συνθήκες απόψυξης, με το air condition στο κόκκινο και την τηλεόραση στη διαπασών να παίζει σε επανάληψη επεισόδιο από κωμική σειρά που δεν είχες συνειδητοποιήσει ότι υπήρξε ποτέ. Είναι η αίσθηση ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο από υπομονή και το εγχειρίδιο επιβίωσης, που με τόσο κόπο έχεις συντάξει ύστερα από χρόνια εμπειριών στα πλοία της γραμμής, πάει χαμένο...

Τα «παλιά καράβια» είναι μια άλλη εντελώς ιστορία. Με άλλες μυρωδιές, ενδεχομένως πιο έντονες (σκουριά, αλμύρα, κουζινίλα,) αλλά και πιο οργανικές από την air freshener κλεισούρα του fast ferry. Και βέβαια, υπάρχει η πάντα διαθέσιμη οδός διαφυγής προς το κατάστρωμα. Εκεί όπου κατασκηνώνεις τελικά (ακόμα κι αν σου λείπει ο απαραίτητος εξοπλισμός), εκτός αν είσαι βιτσιόζος και απολαμβάνεις την υφή της χιλιοπατημένης μοκέτας ή το στρίμωγμα στους καναπέδες, ανάμεσα σε οικογένειες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Και από προσωπική πείρα, έχω να δηλώσω ότι είναι μύθος ότι μόνο οι ελληνικές οικογένειες παράγουν θόρυβο. Μια φορά προσπαθούσα να κοιμηθώ μια προχωρημένη ώρα στο σαλόνι ενός πλοίου για τη Νάξο, κι ένα κοκκινομάλλικο παιδί του Εωσφόρου από την Αγγλία έγινε η προσωπική μου Νέμεσις: δεν έπαυε να ουρλιάζει κι όταν διαμαρτυρήθηκα στη μάνα του, αυτή με «έδωσε» και μόλις πήγε να με ξαναπάρει ο ύπνος, αυτό το σκασμένο με πλησίασε ύπουλα και μου φώναξε στ' αυτί, «So, you are Mr.Grumpy!». Μετά απ' αυτό, αποδέχτηκα την ήττα και πήγα να την πέσω στο κατάστρωμα.

Ως γνωστόν, η παραμονή στο κατάστρωμα, όπου πρόκειται να διεκδικήσεις και να περιφρουρήσεις το χώρο που σου αναλογεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, αποτελεί ολόκληρη τελετουργία αλλά και μια διαδικασία που αναλαμβάνει ιεραρχικά ο πιο «επαγγελματίας» της παρέας (συνήθως είναι αυτός που έχει κάνει και πιο πολύ ελεύθερο κάμπινγκ, αλλά όχι απαραίτητα, το «κάμπινγκ» στο πλοίο έχει τους δικούς του ξεχωριστούς κανόνες ) που γνωρίζει είτε από πείρα είτε από φυσικό χάρισμα, ποιες είναι οι καλές καβάτζες. Τουτέστιν, πού φυσάει λιγότερο, πού βαράει ο ήλιος λιγότερο, ποια σημεία είναι λιγότερο προσβάσιμα στο πλήρωμα σε περίπτωση που υπάρχει «παραβατική» δραστηριότητα κ.λπ. Το κόλπο είναι να βρεις μια θέση σχετικά κοντά στο κυλικείο και τις τουαλέτες, αλλά όχι τόσο κοντά ώστε να περνούν από πάνω σου οι μισοί επιβάτες. Σε κάθε λιμάνι πρέπει να βρίσκεσαι σε εγρήγορση και επιχειρησιακή ετοιμότητα για να μην απωλέσεις τα κεκτημένα. Η πιο σίγουρη μέθοδος επιβίωσης είτε στο κατάστρωμα είτε στο σαλόνι είναι να κάνεις ότι κοιμάσαι όταν γίνεται το ντου. Κάποτε αυτό το κόλπο έπιανε κάθε φορά, αλλά τώρα πλέον τα πλήθη είναι όλο και πιο εξαγριωμένα, και δεν διστάζουν να σ' αρχίσουν στις κλωτσιές, αν θεωρήσουν ότι υπήρξες άπληστος και κατέλαβες έστω κι ένα τετραγωνικό εκατοστό παραπάνω από το χώρο που σου αναλογεί.

Τρεις είναι οι βασικές κατηγορίες της πανίδας των επιβατών στα πυκνοκατοικημένα φέρι μποτ: Οι ντόπιοι που αντιμετωπίζουν το οχηματαγωγό ως λεωφορείο σε δρομολόγιο ρουτίνας που θα τους επιστρέψει στο νησί τους μετά από δουλειές ή ιατρικές εξετάσεις, οι ξένοι τουρίστες που δέχονται την όλη εμπειρία ως εξωτικό φολκλόρ, και τέλος οι έλληνες τουρίστες (όλων των τάξεων, συμπεριφορών και φυλών) που έχουν μεν συνήθως την καλή πρόθεση να συμπεριλάβουν το ταξίδι στο πακέτο αναψυχής, οι συνθήκες όμως συχνά δεν τους το επιτρέπουν. Αυτή η τελευταία κατηγορία είναι που κατά κανόνα εμπλέκεται σε φιλονικίες με το πλήρωμα, είτε πρόκειται για ηλικιωμένες κυρίες που έχουν βρεθεί στα βιολογικά τους όρια, είτε για φτιαγμένα χουλιγκάνια που θέλουν να ξεσκουριάσουν. Έχει όμως και κάτι βαρεμένες φυσιογνωμίες στα old school πληρώματα, απίστευτες. Νόμιζες ότι έχουν χαθεί μαζί με τους παλιούς αγροφύλακες, κι όμως τους πετυχαίνεις ακόμα, ειδικά στα πλοία της άγονης γραμμής: Μερικές φορές θες να τους συγχαρείς για την αυθεντικότητα της συμπεριφοράς τους σε σχέση με τους «αεροσυνοδούς θαλάσσης» των high speed, κι άλλες πάλι θες να τους στείλεις όλους μαζί σε ξερονήσι μπας και εξαφανιστεί η ράτσα. Το βέβαιο είναι ότι είναι χαμένος κόπος να τα βάλεις με τόσο «καθεστωτικές» φιγούρες της ναυσιπλοΐας. Είναι σαν δικαστική διαμάχη με το δημόσιο. Απλά, δεν ασχολείσαι. Δες το κι έτσι: εσύ κάποτε θα φτάσεις στο νησί. Αυτοί θα ξανακάνουν το δρομολόγιο από την ανάποδη, περιμένοντας τη δική τους άδεια, που πιθανότατα θα περιλαμβάνει διακοπές σε κάποιο βουνό μακριά από καράβια και επιβάτες με έντονες και ακατανόητες προσμονές και απαιτήσεις...