ECUADO+DREYK

O Dreyk The Pirate και ο Ecuado είναι δύο από τους νεαρούς graffiti artist που κυκλοφορούν στο κέντρο της πόλης και στολίζουν τους τοίχους των εγκαταλελειμμένων κτιρίων με πολύχρωμα σχέδια. Στα Εξάρχεια μπορείς να πετύχεις τη δουλειά τους σε αρκετά σημεία, δίπλα-δίπλα· ο Dreyk ζωγραφίζει πειρατές, γοργόνες και χταπόδια και ο Ecuado ροκαμπιλάδες και πορτρέτα-καρικατούρες από femmes fatales, με έντονη την αισθητική των κόμικς. Τους ζητάμε να φωτογραφηθούν μπροστά απ’ τα έργα τους και μας οδηγούν στα σημεία γύρω από την πλατεία που έχουν ζωγραφίσει μαζί. Η περιοχή είναι γεμάτη παρκαρισμένα αυτοκίνητα που κρύβουν τα graffiti και κάνουν τη φωτογράφηση δύσκολη, οι περαστικοί έχουν πάρει είδηση τι συμβαίνει και περνούν μπροστά από τον φωτογράφο διακριτικά, παρατηρώντας τα σχέδια στον τοίχο. Τα δυο παιδιά προσπαθούν να κρύψουν τα πρόσωπά τους. Ο Dreyk είναι 21 και ο Ecuado 23 χρονών.
Τους ρωτάω γιατί επιμένουν να ζωγραφίζουν στο κέντρο της πόλης, ενώ στις άλλες μεγαλουπόλεις το graffiti είναι κυρίως υπόθεση των προαστίων.
«Και τα δικά μας προάστια είναι γεμάτα με graffiti, απλά το 80% είναι νόμιμα, σε σχολεία και τοίχους που ο κόσμος δεν βλέπει καθημερινά» μου λέει ο Ecuado. «Όσον αφορά το κέντρο, επειδή από εκεί περνάνε άπειροι άνθρωποι όλο το 24ωρο είναι πόλος έλξης για τους γκραφιτάδες, είναι πρόκληση να δείξουν εκεί τη δουλειά τους. Υπάρχει πάντα πολύς κόσμος, είναι παράνομα και ξέρεις ότι πρέπει να δουλέψεις πολύ γρήγορα· αυτή η δυσκολία κάνει την πράξη ακόμα πιο ελκυστική».
«Το graffiti στην Αθήνα γίνεται σιγά-σιγά τόσο ξεχωριστό όσο πουθενά αλλού, εξαιτίας του σκεπτικού του Έλληνα: "ο καθένας κοιτάει την πάρτη του". Φτάνεις στο σημείο να μπορείς να ζωγραφίσεις μέσα στο κέντρο σχεδόν οπουδήποτε, οποιαδήποτε ώρα. Στο εξωτερικό είναι αρκετά πιο δύσκολο να γίνει αυτό», προσθέτει ο Dreyk.
Μιλάμε για το hip του κέντρου και την άνθηση του downtown. Συμφωνούν κι αυτοί ότι η επιστροφή στο κέντρο έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις. «Το κέντρο γενικά είναι κάτι σαν meeting point» μου λένε. «Πας στο κέντρο για να δεις κόσμο, τους φίλους σου… Ξέρεις ότι σίγουρα θα βρεις κάποιον να αράξεις και να περάσεις καλά. Κι επίσης, οι περισσότεροι χώροι διασκέδασης βρίσκονται στο κέντρο και όλα τα events γίνονται εδώ». «Το κέντρο είναι το καλύτερο μέρος για να δεις όλα τα είδη κουλτούρας. Τα Εξάρχεια ήταν πάντα μια ιδιαίτερη περιοχή, λόγω της ιστορίας τους σαν περιοχή, τα στενάκια με τους γραφικούς πεζοδρόμους και σπίτια και του κόσμου που κυκλοφορεί εκεί. Έγινε hip λόγω ανάγκης του κόσμου για κάτι διαφορετικά».

Είναι επικίνδυνο το graffiti στην Αθήνα; Υπάρχει graffiti που ενοχλεί;
Από τη στιγμή που είναι παράνομο, γίνεται και επικίνδυνο. Αν πιάσουν κάποιον επ’ αυτοφόρω μπορεί να τρέχει στα δικαστήρια και να πληρώνει πρόστιμα. Είναι ένα ρίσκο. Το graffiti από μόνο του είναι ένα μήνυμα και υπονοεί την ύπαρξη του ανθρώπου που το έκανε, ο οποίος θέλει να δείξει την παρουσία του και τη διαφορετικότητά του στους υπόλοιπους. Πολλές φορές υπάρχουν συνθήματα που συνοδεύουν τα graffiti, απλώς οι άνθρωποι δεν τους δίνουν σημασία, έχουν άλλα προβλήματα στο κεφάλι τους…».

Πώς σας αντιμετωπίζει ο κόσμος; Αν σας «πιάσουν» την ώρα που φτιάχνετε το έργο, πώς αντιδρούν συνήθως;
Ε: Στον περισσότερο κόσμο αρέσει το graffiti και μας ενθαρρύνει κι από πάνω! Άλλοι, επειδή βλέπουν όλες αυτές τις μουντζούρες, τα συνθήματα και τις υπογραφές, θεωρούν ότι η δουλειά μας είναι μουντζούρες και τρώμε χοντρό κράξιμο». D: Ο κόσμος έχει αρχίσει και το αγαπάει με τον καιρό, βοήθησαν και τα μέσα επικοινωνίας γι’ αυτό, έχει καταλάβει ότι το graffiti δεν είναι η αλητεία που φαντάζονταν.

Μπορεί το graffiti να μπει σε μουσείο;
Όχι! Η θέση του είναι στο δρόμο. Είναι όπως ένα ζώο σε ζωολογικό κήπο, δεν είναι ελεύθερο!.

Υπάρχει ιδανικός χώρος για graffiti;
Ιδανικός είναι αυτός ο χώρος που το graffiti θα διαρκέσει περισσότερο και θα το δουν πιο πολλοί άνθρωποι: τοίχοι, τζαμαρίες, τρένα, ταράτσες, οτιδήποτε βάφεται. Μπορείς να βάψεις παντού, ακόμα κι εδώ που όλο το 24ωρο είμαστε σε αστυνομικό κλοιό· απλώς είναι πιο δύσκολο, οι πιθανότητες να σε κυνηγήσουν είναι περισσότερες.

Πώς σας αντιμετωπίζει η αστυνομία;
Εξαρτάται από τα κέφια του αστυνομικού. Αν έχει όρεξη θα μας τρέχει στα τμήματα, αν δεν έχει θα μας αφήσει ήσυχους και θα φύγει…

Ποιο νομίζετε ότι θα είναι το μέλλον του graffiti; Θα δεχόσασταν sponsoring για να βάψετε;
Το graffiti εξελίσσεται μαζί με την τεχνολογία. Πολλοί γκραφιτάδες έχουν γίνει πολύ καλοί illustrators, γραφίστες κ.λπ. Γενικά, η ποιότητα του graffiti ανεβαίνει πολύ. Σε αυτό βοηθάει το διαδίκτυο. Το graffiti έχει ήδη ξεφύγει από τον τοίχο και έχει περάσει σε άλλα επίπεδα…

www.taxis.deviantart.com
www.flickr.com/photos/dreykthepirate
http://www.myspace.com/dreyk_the_pirate

BARBARA'S FOOD COMPANY

Το Barbara’s Food Company είναι ένα από τα καινούρια εστιατόρια που άνοιξαν στην καρδιά των Εξαρχείων, στην Εμμανουήλ Μπενάκη. Για την ακρίβεια, είναι ένα χαρακτηριστικό κολωνακιώτικο μαγαζί που μεταφέρθηκε στα Εξάρχεια. «Η περιοχή των Εξαρχείων βρίσκεται σε τρομερή άνοδο ξαφνικά» μου λέει η ιδιοκτήτριά του, η Barbara, «κι είναι πολύ καλύτερα που ήρθαμε εδώ· είναι η πιο μοντέρνα περιοχή της Αθήνας. Έτσι κι αλλιώς, και στο παλιό μας μαγαζί δεν είχαμε τους τυπικούς πελάτες του Κολωνακίου, οι περισσότεροι ήταν φοιτητές και hip άνθρωποι που ζουν στα Εξάρχεια. Είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένη από το αποτέλεσμα».

Κι αλήθεια, το νέο Food Company έχει διατηρήσει την ίδια φιλοσοφία με το παλιό, διαθέτει περιβάλλον με design σκανδιναβικής αισθητικής που θα έμπαινε άνετα στις σελίδες του Wallpaper, και μεσογειακή κουζίνα χωρίς καθόλου τηγάνι, με ποικιλία σαλατών και πολύ καλά επιδόρπια (το cheesecake με σάλτσα βατόμουρου είναι από τα καλύτερα της πόλης: «το μυστικό είναι στο γιαούρτι που χρησιμοποιούμε» μου εκμυστηρεύεται δείχνοντάς μου το μπολ με τη φίρμα).

Η Barbara ήρθε στην Ελλάδα το 1983, «από έρωτα» τονίζει· «γνώρισα τον άντρα μου στο Σαν Φρανσίσκο –έναν τύπο εντυπωσιακό, με γενειάδα και μαλλιά ώς τη μέση– και παντρευτήκαμε σε ένα μικρό χωριουδάκι της Τήνου, απ’ όπου κατάγεται. Αν μου έλεγες τότε ότι θα έμενα στην Ελλάδα, δεν θα το πίστευα».

Πώς προέκυψε το Food Company; Μία μακρινή ξαδέλφη του άντρα μου παραπονιόταν που δεν έβρισκε καλό take away φαγητό, και σκεφτήκαμε να φτιάξουμε ένα μαγαζί για delivery όπως ακριβώς το θέλαμε εμείς. Ως μοντέλο χρησιμοποιήσαμε το Σίλβερ Πάλαντ της Νέας Υόρκης· κι αυτό με δύο γυναίκες ιδιοκτήτριες – κοπιάραμε τα πάντα. Στην αρχή δεν είχαμε πρόθεση να βάλουμε τραπέζια. Βάλαμε δύο για να μπορούν να κάθονται όσο περίμεναν να ετοιμαστεί η παραγγελία τους, και γρήγορα βρεθήκαμε με 11 τραπέζια – τα 5 έξω, στην Αναγνωστοπούλου. Δεν είχαμε πραγματικούς μάγειρες· ίσως αυτή να ήταν και η καινοτομία μας, μαγειρεύαμε σπιτικό φαγητό και είχαμε τρομερή ζήτηση. Ο μάγειράς μας ήρθε αργότερα, είχε δουλέψει σε ένα ανάλογο μαγαζί στο Άμστερνταμ και ανέλαβε τα πάντα. Είναι ο ίδιος που έχουμε εδώ και μαγειρεύει.

Είναι δύο το μεσημέρι, το μαγαζί είναι ήδη γεμάτο και με συναντάει τρώγοντας το πιο δημοφιλές πιάτο του μαγαζιού: φακές σαλάτα με φέτα. Με περιμένει. Μου προσφέρει η ίδια ένα κομμάτι απ’ το εξαιρετικό cheesecake της. «Είναι ένα παραδοσιακό αμερικάνικο γλυκό» εξηγεί. «Νομίζω ότι με το ελληνικό γιαούρτι έγινε ακόμα καλύτερο». Τη ρωτάω γιατί έκλεισε έτσι ξαφνικά μια τόσο πετυχημένη επιχείρηση στο Κολωνάκι. «Το παλιό μαγαζί το έκλεισα γιατί έχασα την άδεια» λέει φανερά ενοχλημένη. «Το νοικιάζαμε από το βρεφοκομείο του Δήμου Αθηναίων και όταν πέρασαν τα 12 χρόνια μίσθωσης έπρεπε να το αδειάσουμε, γιατί έτσι λέει ο κανονισμός. Δεν προβλέπονται εξαιρέσεις. Παλέψαμε πολύ σκληρά να το κρατήσουμε αλλά δεν έγινε τίποτα. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε αν χάναμε μια επιχείρηση. Το μαγαζί αυτό είναι άδειο τώρα».

Είμαι τόσα χρόνια εδώ, έχω δουλέψει με πάνω από 100 Έλληνες στο μαγαζί μου, από κάθε περιοχή, τάξη και εκπαιδευτικό υπόβαθρο, και μπορώ να σου πω ότι το νούμερο ένα χαρακτηριστικό του Έλληνα είναι η εξυπνάδα του. Είστε πολύ έξυπνοι. Απ’ την άλλη είστε πολύ αγενείς. Για κάποιον που προέρχεται από ένα μέρος όπου όλοι είναι ευγενικοί (εννοεί τη Μινεσότα), οι πρώτες μέρες στην Αθήνα ήταν ένα σοκ. Δεν ήθελα να κυκλοφορώ στους δρόμους, ήταν δύσκολο να αντέξω τόση αγένεια.

Μου αρέσει η Αθήνα. Είναι εκπληκτικά ζωντανά όλα εδώ, ειδικά στο κέντρο. Η ζωή είναι σαν να την κυνηγάς σε γρήγορη κίνηση. Ούτε στη Νέα Υόρκη δεν είναι τόσο σπινταριστοί οι ρυθμοί. Η τέχνη επίσης είναι φανταστική. Αυτό που με ενοχλεί πιο πολύ απ’ όλα είναι η ακρίβειά της. Είναι ανήθικο να υπάρχουν τόσο ακριβά μαγαζιά, πράγματα· πήγα σε ένα μαγαζί με ρούχα και μου ζήταγαν 600 ευρώ για ένα απλό φουστάνι. Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι τόσο ακριβό το φαγητό. Ειδικά αυτό. Ξέρω και από πρώτες ύλες και από έξοδα, και μπορώ να σου πω ότι είναι πολύ ακριβό το φαγητό στην Αθήνα…