Ήρθε στο ραντεβού μας στο πατάρι του καφέ κοντά στο σπίτι της. Στα μαύρα της γυαλιά αντανακλούσαν τα φώτα της οροφής. Διάλεξε ένα τραπέζι στο βάθος της σάλας. Θα κάνω εξετάσεις αύριο - είπε στο γκαρσόνι. Δεν θέλω τίποτα. Φορούσε γάντια και στο παλτό της έκρυβε ένα ζεστό κασκόλ. Το γέμισμα της Σελήνης με επηρεάζει, είπε. Οι εκλείψεις περισσότερο. Είμαι Καρκίνος. Όπως η Καραμπέτη. Με κοιτούσε στο πρόσωπο. Μιλούσε όπως τραγουδάει. Μια υγρασία έντυνε τις λέξεις της. Καθισμένη στην καρέκλα στο κέντρο Βικτώρια -στην πλατεία Βικτωρίας- ανοίγοντας το βιβλίο των αναμνήσεων, όπου ο έρωτας ξεχειλίζει στα τραγούδια της: δάκρυα, εξευτελισμοί, φιλιά στα γόνατα και υγρασία από τη θερμότητα που κυριαρχεί επάνω της να λιώνει τον πάγο των νυχτερινών θαμώνων.

Άρχισε, όπως η Πυθία στους Δελφούς, από το παρελθόν, αφού το ταλέντο της ήταν στο μέλλον προκαθορισμένο. Το παρελθόν της χαμένο μέσα σε έπιπλα με πόδι λέοντος, εταζέρες και πορσελάνινες κούκλες από την Κίνα. Φτάνοντας στο Μόντρεαλ, στη Νέα Υόρκη που βλέπει συχνά στα όνειρά της.

Κυρίες και κύριοι, δεν είναι η Τζάνις Τζόπλιν, η Μαρλένε Ντίτριχ, η Νίκο, είναι η φωνή από τη Φωκίωνος Νέγρη που θυμάται και αναπολεί σ' αυτό το καφέ με τα φώτα σβηστά. Η Καίτη Ντάλη.

Το όνειρό μου ήταν να πάω στην Αμερική. Αυτό ήθελα από παιδί. Είχα δει τη χώρα από τα περιοδικά που ξεφύλλιζα. Το σινεμά που χρόνια έβλεπα. Πήγα πρώτα, ως μετανάστρια, στον Καναδά. Στο Μόντρεαλ. Δεν θυμάμαι πολλά. Φαινότανε ωραία πόλη. Μπήκα στην κουζίνα. Όχι, εδώ το πλύσιμο ήταν διαφορετικό από την Ελλάδα. Όλοι οι Έλληνες τότε αυτήν τη δουλειά κάνανε όταν έφευγαν για τα ξένα. Στην κουζίνα μαθαίνεις πολλά. Ακούς περισσότερα, όμως, στη σάλα του μαγαζιού. Και πέρασα εκεί.

Το καναδέζικο διαβατήριο είναι το καλύτερο του κόσμου. Σε καλύπτει παντού. Εμένα έγραφε επάνω - μετανάστης. Πηγαίνοντας στην Αμερική -είχα τρέλα για κει- έχασα τα δικαιώματά μου. Παντρεύτηκα στην Αμερική, αυτός ο γάμος μου στοίχισε 15.000 δολάρια, τότε. Στον ένα χρόνο χώρισα. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που μ' αγάπησε πραγματικά. Ήταν ένας γάμος ψεύτικος για να γίνω Αμερικάνα.

Ήταν ωραίο παιδί. Ναι. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που με αγάπησε πραγματικά. Ήτανε από την Καλαμάτα και ήταν στην Αμερική από δέκα ετών. Μ' ερωτεύτηκε όταν τον άφησα. Τότε το κατάλαβε. Μου λέει, γυναίκες σαν εσένα γεννιούνται κάθε εκατό χρόνια. Γιατί δεν τον εκμεταλλεύτηκα όσο διάστημα ζούσαμε μαζί, για να πάρω τα χαρτιά. Γιατί με παρακολουθούσε η Μεταναστευτική Υπηρεσία. Έπρεπε να ζήσω ένα χρονικό διάστημα μαζί του, γιατί θα με καρφώνανε ότι είναι ψεύτικος ο γάμος. Αυτός πέθανε το '87. Είχε χαρτοπαιχτικές λέσχες μες στο Μανχάταν. Είχε τρεις. Πολλά λεφτά. Όχι, δεν είχαμε σεξουαλικές σχέσεις κι ας ήταν Καλαματιανός. Το δέχτηκε. Αυτός ήταν από μικρός στην Αμερική και δεν είχε τα μυαλά του Καλαματιανού. Ήτανε η κουλτούρα του αμερικάνικη.

Τα αγγλικά τα έμαθα στην Ελλάδα. Πήγαινα σε μια φίλη της μαμάς μου στη γειτονιά, στη Φωκίωνος, και της έλεγε, φέρε την Καιτούλα να της κάνει η κόρη μου μάθημα. Ναι, τα μυαλά μου πήραν αέρα από τον καιρό που έβλεπα τα περιοδικά και τις ταινίες. Είχα τρελαθεί, ναι.

Ήμουν όμορφη από μικρή. Ναι, ήμουνα κουκλί. Ξανθιά; Όχι μελαχρινή. Καστανή, δηλαδή. Με πολύ ψηλά πόδια και με λεπτή μέση. Ήμουνα φοβερό παιδί. Σταματούσε η κυκλοφορία όταν περπάταγα. Εγώ δεν το καταλάβαινα, αλλά έβλεπα τον κόσμο που σταμάταγε και με κοίταγε. Ήμουνα ένα στυλ Μαίρυλιν Μονρόε.

Αυτή η ομορφιά μου έφερε καταστροφή. Δυστυχία. Ο καθένας με ενοχλούσε για το κρεβάτι του. Στην Αμερική βασανίστηκα. Όταν έγινα τραγουδίστρια, που με ανακάλυψε ο Μπίνης, με πήγε ένα βράδυ στα μπουζούκια, δεν είχα πάει ποτέ στα μπουζούκια, και λέει στο αφεντικό, δεν την παίρνεις αυτή να την έχουμε εκεί, να τη βλέπει ο κόσμος να έρχεται.

Το μαγαζί το λέγανε «Αστέρια». Ένα κουτούκι ήτανε. Η περιοχή είναι διάσημη, γνωστή. Μετά όμως εγώ το 'σκασα. Πάνω στο χρόνο. Γιατί είχα πολλές ενοχλήσεις από πελάτες. Έμενα σε οικογένεια. Δεν έμεινα μόνη μου ποτέ. Με Έλληνες. Ναι, ένα δωμάτιο νοίκιαζα και έμενα μαζί τους. Δεν μου κόλλαγε ο άντρας της. Έμενα σε οικογένειες που να είναι μεγάλοι άνθρωποι. Δεν με ενόχλησε κανένας. Πολλά χρόνια έμεινα έτσι στο Μόντρεαλ και στο Μανχάταν. Έχω ξαναπάει πολλές φορές από τότε. Τελευταία φορά που πήγα ήτανε όταν πέσανε οι Πύργοι και μετά δεν ξαναπήγα. Φοβήθηκα. Γιατί όταν πέσανε οι Πύργοι, την προηγούμενη μέρα, ήμουνα εκεί στα μαγαζιά και χάζευα.

Όχι, δεν ψήφισα στις αμερικάνικες εκλογές. Ήθελα να βγει ο Ομπάμα, αλλά δεν με ενδιαφέρει πλέον η Αμερική γιατί έχει ακριβύνει, πάρα πολύ, και εγώ, όσα χρόνια έμεινα στη Νέα Υόρκη, πάντα μας κλέβανε τα σπίτια. Αυτά όλα που έχουν έρθει εδώ ήταν από τότε εκεί. Υπάρχει μεγάλη πείνα. Και να σκεφτείς ότι έμενα σε πολυκατοικία που είχε θυρωρό που τον πληρώναμε.

Το Μανχάταν είναι ζούγκλα. Ναι, αλήθεια είναι. Η Αμερική στο κακό προηγείται, εκατό χρόνια. Πώς το φαντάζομαι το κακό; Όλα αυτά που συμβαίνουν.

Τη νύχτα κυκλοφόραγα με τα πόδια. Απέναντι από το μαγαζί νοίκιαζα πάντα σπίτι, για να πηγαίνω γρήγορα. Έχουν δει πολλά τα μάτια μου. Εγώ γλίτωσα γιατί με ερωτεύτηκε ο ανιψιός του Γκαμπίνο. Αυτός με προστάτευε. Αν δεν ήταν αυτός, θα με είχανε φάει στην Αμερική. Λόγω εμφάνισης. Βάζανε στοιχήματα χίλια δολάρια τότε, ποιος θα πρωτοέρθει μαζί μου, ας πούμε. Ένας μάζευε από διάφορους, δεκαπέντε είκοσι άτομα, τα λεφτά, πώς να με πάρουνε όλοι μαζί. Σε αυτό το στυλ. Και γι' αυτό σου λέω ότι γλίτωσα ως εκ θαύματος.

Ο ανιψιός του μ' ερωτεύτηκε. Πολύ. Ήτανε παντρεμένος. Ήταν καθολικός, δεν κάνουν διαζύγια. Ήτανε ποδοσφαιριστής της Μίλαν. Τερματοφύλακας. Από τη Σικελία. Ήταν απλό παιδί. Αλλά γκάνγκστερ. Πίστευε στο Θεό. Πίστευε και στην εμφάνισή μου και πώς να με κάνει σόου. Δηλαδή, να λέει στους άλλους ότι μ' έχει. Εκεί δεν με λέγανε Ντάλη, ας πούμε, ήτανε το όνομα Καίτη, απλώς, δεν ήμουνα καμία φίρμα. Έλεγα δυο τραγουδάκια, όλα αυτά τα τραγούδια που έλεγα στην Ελλάδα. Όταν ήρθα το '71, ήτανε από τα ακούσματα που είχα από ανθρώπους που συνεργάστηκα.

Μόνο με τον Τζουανάτο και τον Τατασόπουλο, τον Γιάννη Παλαιολόγου. Συνεργάστηκα στην Αμερική. Και με τα παιδιά του Βαμβακάρη συνεργάστηκα. Του Μάρκου. Τον Δομένικο. Τον Στέλιο. Πολύ καλά παιδιά. Εγώ τον Στέλιο τον έμαθα πώς να παίζει τα πολύ λαϊκά τραγούδια του πατέρα του, μπλουζ. Γιατί είχα αυτά τα ακούσματα στο μυαλό μου και όταν το βαριόμουνα το τραγούδι του έλεγα να το κάνουμε έτσι. Χαίρομαι τώρα που ο Στέλιος έχει αναγνωριστεί. Προσπάθησε να κάνει αυτό το βήμα στην τζαζ.

Ήμουνα πάντα τόσο όμορφη ώστε να τραβώ τον κόσμο στο μαγαζί. Καθόμουνα σε μια καρέκλα και έπαιρνα ένα τουμπερλέκι και έπαιζα. Δεν ξέρω τι συνέβαινε.

Είμαι Καρκίνος. Και ο ωροσκόπος μου Παρθένος. Είμαι πολύ καλό άτομο.

Όταν έγραψα στον μπαμπά μου, μπαμπά εγώ είμαι τραγουδίστρια, μου έγραψε ένα γράμμα και μου είπε ότι, αφού ήθελες να γίνεις πουτάνα, πρέπει να μην έρθεις πίσω με παράνομο παιδί και να μη μάθεις να καπνίζεις. Και όμως έφυγα. Ήρθα. Αυτό δεν το πιστεύει κανείς αλλά είναι αλήθεια. Άκουσα το λόγο του πατέρα μου.

Ενώ μπορούσα να κάνω και παιδί. Στην Ελλάδα έμεινα έγκυος, μετά όταν παντρεύτηκα εδώ, δεύτερη φορά. Δηλαδή κανονική φορά. Αλλά μετά την εκκλησία χώρισα. Αυτός ήτανε και ο λόγος που κατέστρεψα την καριέρα μου. Δεν με άφηνε σε ησυχία. Αυτός ήταν άρρωστος μαζί μου. Ήτανε Αιγόκερως. Άρρωστος. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Νόμιζε ότι αυτό που λέει αυτός, αυτό είναι. Με ζήλευε πολύ. Στα πάντα. Και που με άφηνε να τραγουδάω ήτανε δίπλα και κοίταγε. Δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε καθόλου. Μετά έκανα έναν άλλο δεσμό και έμεινα έγκυος. Εκείνος δεν ήταν ικανός να γίνει πατέρας του παιδιού και πήγα...

Όχι, μια χαρά είμαι έτσι μόνη. Δεν θέλω. Μόνο αυτό που μου έχει συμβεί είναι ότι έχω χάσει τους γονείς μου, πολύ νωρίς. Τίποτα άλλο. Η μαμά μου ήταν εξήντα επτά, και ο μπαμπάς μου εξήντα εννέα. Πριν είκοσι δύο χρόνια έχασα τη μαμά μου και πριν είκοσι χρόνια τον μπαμπά μου. Η ζωή μου ολόκληρη ήτανε η μητέρα μου. Ήταν τα πάντα η μητέρα μου. Καταρχήν ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος. Της μοιάζω. Ήταν από τη Σπάρτη. Αλλά είχε έρθει δέκα χρονών στην Αθήνα. Ο πατέρας μου γεννήθηκε στα ανάκτορα και ο παππούς μου ήταν από τη Μάνη, αλλά ήταν δάσκαλος στα ανάκτορα. Ο παππούς μου και η γιαγιά μου. Η γιαγιά μου ήταν από τη Σύρο. Τους γονείς της μητέρας μου δεν τους γνώρισα ποτέ. Γιατί η μητέρα μου ορφάνεψε από πέντε ετών.

Πώς ετοιμάζομαι για να τραγουδήσω; Ψυχικά, σωματικά; Εγώ τραγουδάω για τον εαυτό μου. Σαν να μιλάω μόνη μου στον καθρέφτη. Γι' αυτό στον κόσμο αρέσει αυτό το στυλ που έχω. Γιατί μπαίνω στην ψυχή του αλλουνού. Στη μοναξιά του.

Τραγούδησα αμαρτωλά τραγούδια. Εγώ είμαι εκτός αμαρτίας. Τραγούδαγα σε μαγαζιά που μαχαιρωνόντουσαν, κάνανε διάφορα, στη Νίκαια στον Πειραιά, παντού, μέσα στη νύχτα στη Θηβών, στην Πέτρου Ράλλη και έβγαινα να πάρω ταξί και πήγαινα σπίτι. Και απέξω περιμένανε, σου λέει, κάποιον θα πάρει. Με σεβόντουσαν ως γυναίκα, ως πνεύμα, ως άνθρωπο; Δεν παίρνανε είδηση ότι το έσκαγα. Να σκεφτείς ότι κάποτε, ένας πολύ μεγάλος επιχειρηματίας -δούλευα στην Ιφιγένεια, στη Συγγρού- μου λέει σήμερα θα πάμε μαζί σπίτι και δεν ξέρεις τι θα γίνει. Του λέω ναι, περίμενε έξω μόλις σχολάσω. Ε, αυτός μπαίνει μέσα στο στενάκι με μία Μερσεντές, που είχε μεγάλη, και το άλλο βράδυ που ήρθε το αφεντικό, όταν πήγε να ανοίξει το μαγαζί, τον είδε ακόμα και κοιμόταν μέσα στη Μερσεντές. Και πολλά τέτοια.

Γιατί το διασκέδαζα; Δεν ήμουνα ερωτικό άτομο; Δεν έκανα έρωτα στην ζωή μου; Ναι ρε παιδί μου, πώς δεν έκανα έρωτα. Μερικοί από αυτούς αξίζανε. Ναι, είχα δεσμό για δέκα χρόνια, για πέντε χρόνια, για τρία χρόνια. Απόλυτα ανήκα σ' αυτόν. Είχα παρωπίδες όταν είχα έναν άνθρωπο. Δεν μπορούσα να κοιτάζω αριστερά δεξιά. Μου άρεσε να έχω το μυαλό μου σε έναν άνθρωπο. Δεν μπορούσα αλλιώς να λειτουργήσω.

Στα όνειρά μου δεν έχω σταματήσει να βλέπω τα μέρη που ζούσα στην Αμερική. Βλέπω τα πάντα. Από κει που ξεκίνησα, από κει που περπάταγα, τα πάντα όλα. Το Μανχάταν είναι εκατό Τρούμπες του Πειραιά, τέτοιο πράγμα είναι. Σαράντα δύο δρόμοι τώρα, καταλαβαίνεις τι γίνεται. Όλη η αφρόκρεμα της νύχτας.

Τι θεωρώ ερωτικό; Αυτά που μιλάνε για αγάπη. Αυτά τα τραγούδια μου αρέσουν. Εγώ διαλέγω τα τραγούδια του ρεπερτορίου. Καταρχήν από παλιά τραγούδια που άκουγα από τον μπαμπά μου, όταν ήμουνα μικρή και έχουν έρθει στη μόδα. Τα περισσότερα θέλω να τα ξαναπώ. Τόσο πολύ μου αρέσουνε.

Η νύχτα δεν με έχει κουράσει γιατί εγώ ζωντανεύω όταν τραγουδάω. Δηλαδή ό,τι κούραση κι αν έχω, όταν πιάσω το μικρόφωνο, ξυπνάω. Με έχουν κουράσει οι άνθρωποι που είναι αγνώμονες. Δηλαδή, τα αφεντικά που δεν ξέρουνε τι θέλουνε. Πολύ λίγα αφεντικά είναι αυτά που ξέρουν τη δουλειά τους.

Είμαι εύκολη ή δύσκολη σε ορισμένα πράγματα. Είμαι πάρα πολύ καλό άτομο. Μπορείς να με ψήσεις σε δύο λεπτά. Είμαι ευκολόπιστη. Μπορεί και έτσι. Δεν νομίζω όμως ότι είμαι, γιατί είμαι λεπτολόγος. Με ενδιαφέρει η λεπτομέρεια. Ναι. Η λεπτομέρεια είναι αυτή που με κάνει και γίνομαι έξω φρενών, αν δεν είναι ειλικρινής η κουβέντα.

Έπαιρνα ταξί από το σπίτι μου για να πάω στο μαγαζί όπου εργάζομαι, αλλά έχω μία αλλεργία, η οποία με έχει σκοτώσει, και τώρα τελευταία γίνεται πάρα πολύ δύσκολη. Τώρα δεν ξέρω τι φταίει. Δεν οδηγώ. Περιουσία δεν έχω χαλάσει στο ταξί. Όχι. Έχω χαλάσει σε ανθρώπους. Μου στοίχησαν πολύ οι γάμοι που έκανα. Από τη ζωή μου έχασα πολλά λεφτά. Και από το γάμο. Και αυτόν που έκανα στην Αμερική και αυτόν που έκανα στην Ελλάδα. Έχασα λεφτά που έκανα τους δίσκους, παίρνανε πολλά οι εταιρείες, οι διαφημίσεις. Πολλά, πολλά. Δούλευα ένα διάστημα μόνο για τους δίσκους.

Στα λεγόμενα σκυλάδικα, εκεί γνώρισα τους καλύτερους ανθρώπους. Εγώ, όταν πέθανε ο Τσιτσάνης, ο Γαβαλάς και ο Ζαμπέτας, πήγα σε δεύτερα μαγαζιά. Επειδή είχα δουλέψει με αυτούς τους ανθρώπους. Μετά οι μεγάλοι, ας πούμε, δεν θέλανε να με πάρουνε δίπλα τους επειδή είχα πάει σε δεύτερα μαγαζιά. Το θέμα είναι ότι εγώ ήθελα να επιβιώσω. Εκεί όμως γνώρισα τους καλύτερους ανθρώπους. Από την πλευρά του κοινού, αλλά και τα αφεντικά ήταν καλά. Δεν είχα μεγάλο μέρος στο πρόγραμμα. Το πρόγραμμα ήταν ανάλογα πόσα πιάτα θα σπάσει ο άλλος. Δηλαδή, αν ο άλλος χάλαγε δύο εκατομμύρια, τρία εκατομμύρια, καθόμουνα στην πίστα μέχρι να κοκαλώσει. Να σκεφτείς ότι με είχε ερωτευτεί ένας, ο οποίος άφησε εκατόν πενήντα εκατομμύρια σε τρεις μήνες, το '80. Μπορείς να το φανταστείς; Εκατόν πενήντα εκατομμύρια σε τρεις μήνες στο μαγαζί! Ήταν στο Σου Μου και μετά έφυγα και πήγα στο Αρ Μπι Ες, εκεί έγινε κατεδάφιση. Μαζευόντουσαν όλοι οι εφοπλιστές από τον Πειραιά. Ήταν τα πιάτα στο ταβάνι. Στη Θηβών ήτανε. Τραγούδαγα πέντε ώρες στρέιτ, μέχρι να τελειώσουν τα λεφτά. Ή ορισμένοι άλλοι, θυμάμαι, στην Ιφιγένεια μια φορά, έφευγαν οι πελάτες και πήγαιναν και παίρνανε τα λεφτά με τις βαλίτσες. Λέγανε, μην κατέβει η Ντάλη, ερχόμαστε!

Τρέλα είναι. Ναι. Ανάλογα. Όταν ο άλλος έχει χρήματα και δεν ξέρει τι να τα κάνει. Μια φορά με τον Γαβαλά, θυμάμαι, πριν από 28 χρόνια, στο Πανόραμα, ερχόταν ένας από το Βέλγιο με μία τσάντα γεμάτη διαμάντια. Πλήρωνε με διαμάντια.

Συνεργάστηκα με τον Σταύρο Ξαρχάκο. Η ζωή μου όλη. Δεν πρόκειται να φύγει από το μυαλό μου όσο θα υπάρχω. Δεν είναι μόνο σαν μουσικός που μου άρεσε. Ήταν και σαν άνθρωπος. Τρυφερός. Είναι το ζώδιο που μου αρέσει. Ιχθύς. Ναι. Μετά είναι και Μανιάτης. Παίζει ρόλο και αυτό. Αριστοκράτης. Το κακό ήτανε ότι δεν ζούσαν οι γονείς μου, να ακούσουν αυτό το πράγμα. Γιατί ο πατέρας μου δεν ήθελε με τίποτα να γίνω τραγουδίστρια. Ήθελε να παντρευτώ και κάνω πέντε έξι παιδιά και να αράξω εκεί. Δεν ήθελα. Ήμουν από μικρή ατίθαση, γι' αυτό το έσκασα και έφυγα. Δεν ήταν μόνο η επιβίωση. Ήθελα να ζήσω μόνη μου, να ζήσω τον κόσμο. Η μάνα μου, όταν την έπαιρνα τηλέφωνο από την Αμερική, έκλαιγε.

Εγώ νομίζω ότι οι προσευχές της μάνας μου με κρατάνε. Τη βλέπω στον ύπνο μου και μου το λέει. Μου λέει, σε προστατεύω και να μη στεναχωριέσαι και τέτοια πράγματα. Τ' όνομά της Παναγιώτα. Του μπαμπά Νικόλαος. Πάρα πολλά χρόνια πηγαίνω στην Παναγία της Τήνου, κάθε χρόνο, και νομίζω ότι όταν βλέπω την Παναγία είναι σαν να βλέπω τη μητέρα μου. Τόσο πολύ. Έχει ένα χάδι στα μάτια.

Ναι. Φύγανε πολλοί άνθρωποι γνωστοί μου και ήταν άλλοι που ήταν πολύ άσχημα. Εγώ δεν ξέχασα κανέναν. Πήγα και άναψα σε όλους λαμπάδες.

Δεν έχω τίποτα αγωνίες. Διότι εγώ έχω πάρει απόφαση ό,τι ώρα θέλει ο Θεός να μου πει κάτι, είμαι έτοιμη. Δεν με ενδιαφέρει. Δεν έχω κανέναν στον κόσμο και δεν μ' ενδιαφέρει πλέον. Εκτός από φίλους, δεν έχω κανέναν άλλον. Έχω φίλους σαν τον Γιάννη τον Βαρβέρη, που το βράδυ, στις τρεις η ώρα, θα χτυπήσει το τηλέφωνο να μου μιλήσει και να περάσει κι αυτός όμορφα. Κάτι άλλες φιλενάδες κι αυτές δεν μπορούνε να κοιμηθούνε, ξέρουνε ότι εγώ δεν κοιμάμαι, γιατί τώρα έχει αλλάξει ο μεταβολισμός. Δεν μπορείς να κοιμηθείς μετά από τόσα χρόνια. Ναι. Κοιμάμαι λίγο, αλλά τις ημέρες που δεν δουλεύω δεν μπορώ να κοιμηθώ και νωρίς. Διάφορα λέμε μες στη νύχτα. Δεν σχολιάζουμε αυτά που δείχνει η τηλεόραση, μιλάμε για διάφορα πράγματα. Οτιδήποτε. Φαντασίες. Πραγματικότητες και τα οικογενειακά μας. Τους έρωτές μας που περάσανε και διάφορα τέτοια.

Αν πιστεύω ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος για μένα; Να σου πω κάτι, εμένα μου την πέφτουν όλη την ώρα. Εξαρτάται από μένα. Αρκεί να μου αρέσει αυτός που θα θέλω. Γιατί δεν μπορώ να κάνω αρπαχτή. Δεν έχω κάνει αρπαχτή ποτέ μου. Μ' αρέσουν οι δεσμοί. Να έχω ακουμπισμένο το κεφάλι μου. Και τώρα που έχω μεγαλώσει δεν ξέρω ο άλλος κατά ποιο τρόπο θέλει να έρθει μαζί μου. Θέλει να έρθει για την τσέπη μου, θέλει να έρθει για μένα, για τη φωνή μου, γιατί θέλει να 'ρθει; Και μέχρι να το εξετάσω αυτό, μπορεί να φύγει.

Αισθάνομαι άτυχη στη ζωή. Γιατί περάσανε πολλά χρόνια μέχρι να με αναγνωρίσει ο κόσμος. Ενώ μπορούσα κάλλιστα, αν είχα το μυαλό, καλά το μυαλό το είχα, αλλά δεν μπορούσα εγώ να πάω με τα αφεντικά ούτε να πάω με τους διευθυντές της εταιρείας. Όταν σου λέει ο άλλος, Καίτη έλα σπίτι αύριο για να μιλήσουμε για το δίσκο και πας εσύ με τον φίλο σου και σου λέει ποιος είναι αυτός, εγώ ήθελα να έρθεις μόνη σου... Καταλαβαίνεις ότι να φύγεις από δω να πας στην Κηφισιά να δεις το διευθυντή της εταιρείας, να σου πει αυτό το πράμα, δεν πάει να αυτώσει και ο δίσκος και όλα. Και πάω και δουλεύω σε ένα δεύτερο μαγαζί. Μην ξεχνάς ότι όσες γίνανε και φτάσανε κάπου ψηλά ή πρέπει να είχανε γκόμενο τον παραγωγό ή είχανε γκόμενο αυτόν που θα τα ακουμπήσει για το δίσκο. Από αυτά ξέρουμε πάρα πολλά. Έχω ζήσει πάρα πολλά πράγματα. Μου λες να κάνω οικογένεια και τέτοια πράγματα. Πώς να κάνεις οικογένεια, πού να βγει η οικογένεια; Αφού από την ώρα που θα γεννηθείς πρέπει να γυρίζεις γύρω γύρω από ένα κρεβάτι. Άμα το μυαλό σου είναι αλλιώς.

Πολλές φορές θαυμάζω τον εαυτό μου που ζω, που δεν αρρώστησα. Ναι. Για να με βιάσουνε με βάλανε μέσα σε ένα αυτοκίνητο, στο Μόντρεαλ, τότε που δεν ήξερα τίποτα, ότι θα με πηγαίνανε σπίτι, και με πήγανε στα βουνά με τρία μέτρα χιόνι. Το πώς γλίτωσα ο θεός το ξέρει. Ήταν δύο άτομα. Έλληνες. Ήθελαν ό,τι γίνεται με δύο με μία. Ευτυχώς που είπα να πάω σπίτι να αφήσω τα πράγματά μου και να πάμε μετά όπου θέλετε. Και μόλις πήγα σπίτι, πήραμε την αστυνομία και τους πιάσανε. Έτσι έφυγα από το Μόντρεαλ και πήγα στην Αμερική. Έχω πάει και στο Σικάγο, στο Πόρτο Ρίκο, έχω γυρίσει σχεδόν ολόκληρο τον Καναδά, την Αμερική τη μισή. Έχω πάει κι αλλού.

Ναι έχω πάει στο Λος Άντζελες. Μου άρεσε πάρα πολύ. Αλλά τη Νέα Υόρκη δεν την αλλάζω με τίποτα, όσο βρώμικη κι αν είναι. Μου αρέσει πάρα πολύ. Πρέπει να έχεις χρήμα όμως. Για να πας στην τουαλέτα πρέπει να πληρώσεις. Στο Λος Άντζελες τη γλίτωσα, γιατί την ημέρα που με πήρανε τηλέφωνο από το Λος Άντζελες για να πάω εκεί, την ημέρα που πήγα ήμουνα τυχερή γιατί την ώρα που ήταν η πρόβα είχανε μια γιορτή στο μαγαζί, ήταν απέναντι από το Παραμάουντ, και κάνουν χολντ απ οι αραπάδες και σκοτώσανε τον ντράμερ. Γδύσανε όλους τους ανθρώπους και τους πήρανε ότι είχανε και δεν είχανε. Πήγα και κρύφτηκα σε ένα σπίτι και έφυγα. Γύρισα πίσω. Πολλά τέτοια πράγματα.

Τώρα θέλουμε να κάνουμε ένα δίσκο με μπλουζ. Ρεμπέτικα τραγούδια μπλουζ. Ναι, τέτοια πράγματα. Τα λόγια είναι αυτά που με τραβάνε μαζί με τη μουσική. Πιο πολύ τα λόγια. Τα λόγια μου δίνουν έμπνευση για να μπορώ να πω αυτά που πρέπει.

Δεν κουράζομαι όταν τραγουδάω. Στη «Βικτώρια», θυμάμαι, τραγούδαγα και πέντε ώρες και έξι. Δεν κουράζομαι όταν τραγουδάω γιατί ο κόσμος είναι αυτός που με κάνει να καθίσω περισσότερο. Γιατί μόλις κατεβαίνω από το σκαμπό αδειάζει το μαγαζί. Είμαι τώρα τέταρτη σεζόν στη Βικτώρια. Έχει γίνει σαν το σπίτι μου.

Θέλω να πω κάποτε τη ζωή μου. Το πιο σημαντικό, αυτήν τη στιγμή στη ζωή μου, που θέλω να διηγηθώ είναι η ζωή μου με την Αμερική.

Δεν είχα περιπέτειες εκτός από τον παντρεμένο καθολικό που με προστάτευε.

Όχι ερωτικές. Όχι. Ήμουνα τελείως Μανιάτισσα. Δηλαδή σκληρή. Από αυτό επέζησα. Η αγωγή που είχα πάρει από το σπίτι μου. Δεν μπορούσα να ανεχτώ να με ενοχλούνε. Νόμιζα ότι εφόσον εργάζομαι και κάνω αυτήν τη δουλειά πρέπει να πληρωθώ και τα υπόλοιπα τα πράιβετ άμα ήθελα να ήταν πράιβετ ήταν πράιβετ. Διαφορετικά να είναι όπως πρέπει.

Μου αρέσει η Καραμπέτη. Πάρα πολύ. Μ' αρέσει και σαν άνθρωπος και σαν εμφάνιση και σαν ηθοποιός. Χορεύει και πάρα πολύ ωραίο ζεϊμπέκικο. Μα είναι Καρκίνος.

Η τηλεόραση μόνο τρομάζει τον κόσμο. Εγώ την κλείνω. Κουράστηκα να βλέπω αυτά τα πράγματα. Να σου εξηγήσω γιατί. Όλα τα πράγματα τελειώνουν σιγά σιγά. Δεν βλέπεις η ανθρωπότητα πού πάει; Τι γίνεται; Δεν είναι μόνο ότι δεν βρέχει. Μπορεί ο άλλος να βάλει τα χρήματά του στην τράπεζα και να του τα φάνε. Όχι, δεν έχω. Εγώ αυτά που έχω τα ξοδεύω, γιατί έχασα πάρα πολλά λεφτά και τώρα και στην Αμερική. Παντού έχω χάσει εκατομμύρια. Με έχουν φάει οι τράπεζες. Το 1986 πέθανε η μαμά μου. Είχα πάει στην Αμερική το '84 και γύρισα το ‘86. Μου λέει ο πατέρας μου ότι, έλα γρήγορα γιατί η μητέρα σου δεν είναι καλά. Είχα συναντήσει εκεί τον πρώην άντρα μου, που είχα παντρευτεί στην Αμερική, και μου είχε πει ότι ήθελε να σμίξουμε. Επειδή είχε περάσει πάρα πολλά επειδή μ' αγαπούσε πραγματικά, αλλά ήταν εγωιστής και δεν το έλεγε, μ' έπαιρνε όλη την ώρα τηλέφωνο και μου έλεγε ότι θέλω να γυρίσεις να πάρουμε ένα τετράγωνο εδώ και θα ζήσουμε καλά. Πόσα λεφτά έχεις εσύ στην Αμερική; Του είχα πει ένα πολύ μεγάλο ποσό, πολύ πολύ μεγάλο, που δεν πάει το μυαλό σου, όλα μου τα χρόνια που δούλευα στην Αμερική, και είχε και αυτός το τετραπλάσιο. Θα παίρναμε ένα τετράγωνο. Την ημέρα που πήγα στην Αμερική πέθανε. Γι' αυτό σου είπα ότι είμαι άτυχη. Και πάω και βάζω τα λεφτά μου στο Χρηματιστήριο. Και μου είπαν ότι σε δέκα χρόνια θα πάρω μιάμιση φορά παραπάνω. Και σε δέκα χρόνια με πήρανε τηλέφωνο, το '97, και μου είπαν ότι χρώσταγα και εβδομήντα χιλιάδες δολάρια. Πήγα στην Αμερική και αυτός ο χρηματιστής που είχε φάει τη μισή Αστόρια, είχε φάει και μένα.

Έδωσα τα εβδομήντα χιλιάδες δολάρια. Με δόσεις τα έδινα. Γιατί μετά δεν θα αφήνανε να μπαίνω στην Αμερική. Θα με βάζανε μπλακ λιστ.

Σε αυτά τα λαϊκά μαγαζιά που δούλεψα με ζηλεύανε οι γυναίκες. Πολύ. Δεν έχω ζηλέψει ποτέ στη ζωή μου. Εκτός από το φίλο μου, που τα είχα, δεν έχω ζηλέψει ποτέ στη ζωή μου τίποτα. Διότι, έλεγα, εργάζεσαι αυτό μπορεί να πας να το πάρεις. Γιατί να ζηλέψω; Αλλά με ζηλεύανε θανάσιμα. Και πολύ μεγάλοι τραγουδιστές, και πολύ μεγάλες τραγουδίστριες. Δηλαδή αν ήταν δυνατόν να με είχαν εξαφανίσει. Τόσο πολύ. Μη νομίζεις ότι περνάω καλά. Ακόμα έχω ζήλιες. Σκέψου να ήμουνα και είκοσι χρονών.

Εμένα μου αρέσει μόνο η Μπίλι Χολιντέι. Μου αρέσουν τα τραγούδια από τη Νέα Ορλεάνη, ας πούμε. Τέτοια πράγματα. Οι μπλουζίστες μου αρέσουν. Στο σπίτι μου ακούω αυτά τα πράγματα. Τώρα για να επιβιώσεις πρέπει να λες άλλα. Αλλά αν είχα μείνει στην Αμερική -έφυγα μόνο για τους γονείς μου, γιατί φωνάζανε να γυρίσω πίσω- αυτά θα τραγούδαγα εκεί. Θα καθόμουνα εκεί και θα έπαιρνα αυτό το στυλ. Το τραγούδι της Νέας Ορλεάνης. Είναι οι μαύρες τραγουδίστριες. Αλλά γιατί είχα φόντα να γίνω έτσι. Φοβήθηκα μην πέσω στα ναρκωτικά. Γιατί κάθε φορά που έλεγα ένα τραγούδι, οι πελάτες σου βάζανε στην τσέπη ναρκωτικά. Γιατί θέλανε να γίνεις σαν αυτούς. Τότε ήταν το LSD. Το έπαιρνες και έπεφτες από το μπαλκόνι. Δεν έχω αδέλφια, είμαι μόνη.

Φτιάχνομαι με τη φωνή μου. Ανάλογα με το παίξιμο του οργανοπαίχτη.

Μπουζούκι και πιάνο. Έχω καλούς μουσικούς. Για το μπουζούκι μου θα μιλάνε όλοι μια μέρα. Τον λένε Γιώργο Νυδριώτη. Είναι από το Μαρτίνο. Μακριά πολύ.

Υπάρχει κάποιο τραγούδι που μου αρέσει πιο πολύ απ' όλα. «Το παιδί του δρόμου». Είναι του Μητσάκη. Αυτό το τραγούδι είναι σαν να μιλάει για τη ζωή μου όλη.

Τα καρδιοχτύπια μου και τα ξενύχτια μου / μου 'χουνε φάει τη ζωή μου τη μισή. / Μ' έκανες παιδί του δρόμου / και φωνάζω απ' τον καημό / για όλα η αιτία είσαι εσύ.

Νομίζω ότι ο Μητσάκης ήταν καλύτερος απ' όλους. Ήτανε πολύ ερωτικός.

Ήταν πολύ φίλος με τον μπαμπά μου. Τον είχα γνωρίσει κανά δυο φορές, αλλά δεν συνεργαστήκαμε. Όταν υπάρχει ζήλια, υπάρχουν όλα. Αυτά πάνε πακέτο. Σ' όλη τη Γη γιατί γίνονται φασαρίες, από ζήλια δεν γίνονται;

Αν ήμουν πρωθυπουργός τι θα έκανα; Έχουμε τόσα πράγματα ανεκμετάλλευτα. Θα έκανα νοσοκομεία για τους φτωχούς, σπίτια για τους φτωχούς, τέτοια πράγματα θα έκανα. Λυπάμαι πολύ. Αλλά ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν νοσοκομεία και σπίτια; Είναι ανάγκη να κάνουν βίλες; Να κάνουν ένα δωμάτιο να πάει ο άλλος να κοιμηθεί. Δεν τους βοηθάει κανείς.

Πώς να μου φαίνονται οι άνθρωποι. Άνθρωποι εναντίον ανθρώπων. Δεν είναι φρικτό; Τα έχω ζήσει αυτά στην Αμερική. Από μικρή. Εκεί που έμενα ένα διάστημα, το πρωί που σχόλαγα ήτανε είκοσι τριάντα άτομα έξω στις πόρτες με τις σύριγγες στο χέρι. Παραμέριζα για να περάσω να μπω στην πόρτα μου. Γι' αυτό σου είπα ότι το Μανχάταν ήταν έτσι φτιαγμένο. Όλα αυτά τα έχω ζήσει. Και δεν μου φαίνονται παράξενα εδώ. Εμείς ήμασταν μία χώρα που άνοιγες το παράθυρό σου και έπεφτες για ύπνο. Τότε.

Πάντα, στη νύχτα, φοράω γυαλιά ηλίου. Γιατί με χαιρετάνε και βαριέμαι. Με ξέρουνε όλοι. Ζω σ' αυτήν τη γειτονιά 26 χρόνια. Δεν μπαίνω σε ταξί που δεν είναι καθαρό. Που δεν έχει δερμάτινα καθίσματα να καθαρίζονται. Από το σπίτι μου κατεβαίνω στη στάση, παίρνω το λεωφορείο. Πάω στο Φάληρο κι από κει με τον ηλεκτρικό στη Βικτώρια. Πάλι ήρθες έτσι, μου λέει ο μαγαζάτορας. Θα κρυώσεις στα λαιμά σου! Θα κλείσει η φωνή σου! Εγώ τίποτα. Αρχίζω να ετοιμάζομαι για να τραγουδήσω.

Γεννήθηκα στη Φωκίωνος Νέγρη. Ωραίος δρόμος. Σαν Ιταλία. Ρώμη. Καλύτερη. Ήμουνα μοναχοπαίδι. Στην εφηβεία μου όταν περπατούσα γινότανε σεισμός. Ψηλή, με μεγάλα πόδια.

Αυτό ήταν το δράμα μου. Η ωραιότητα.