Δίπλα στις πολλές οικονομικές αναλύσεις του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού ή στους λόγους περί «γερμανικής Ευρώπης» ζήσαμε μια πρωτοφανή έκρηξη ψυχο-πολιτικής ρητορικής. Φωτο: Menelaos Myrillas / SOOC
Δίπλα στις πολλές οικονομικές αναλύσεις του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού ή στους λόγους περί «γερμανικής Ευρώπης» ζήσαμε μια πρωτοφανή έκρηξη ψυχο-πολιτικής ρητορικής. Φωτο: Menelaos Myrillas / SOOC

 

Γράφοντας στην κόψη σημαντικών εξελίξεων για τη χώρα, κινδυνεύεις πάντα να μιλάς για πράγματα που δεν ισχύουν την επόμενη μέρα ή ακόμα και την άλλη ώρα. Αυτό το ρίσκο όμως είναι πια η ίδια η ελληνική ιστορία στους μετεωρισμούς της κρίσης: εναλλαγή προβλέψιμου και απρόβλεπτου, διαρκής κυκλοθυμία και από κοντά η αβεβαιότητα κάθε πρόγνωσης.


Τώρα, ωστόσο, θα μιλήσω για κάτι άλλο. Για τον λυρισμό στην πολιτική και τα αποτελέσματά του. Τα προηγούμενα χρόνια, άλλωστε, ο λυρικός τόνος σημάδεψε τους συναισθηματισμούς της κρίσης. Μεθύσαμε από το αθάνατο κρασί του εικοσιένα, του 1940, του 1965. Δίπλα στις πολλές οικονομικές αναλύσεις του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού ή στους λόγους περί «γερμανικής Ευρώπης» ζήσαμε μια πρωτοφανή έκρηξη ψυχο-πολιτικής ρητορικής.

 

Μήπως, λοιπόν, δεν μπορεί να συμβεί διαφορετικά και η υιοθέτηση ενός κριτικού ρεαλισμού αναιρεί τον ίδιο τον λόγο ύπαρξης μιας Αριστεράς;


Και ως έναν βαθμό, θα έλεγε κανείς πως ήταν αναπόφευκτο. Δεν πρόκειται μόνο για τη λάμψη που έχουν ανέκαθεν τα παχιά τα λόγια αλλά και για την ανάγκη να αναμετρηθούμε με έναν περίπλοκο κόσμο: τον στολίζουμε, λοιπόν, με ηρωικές ή ρυπαρές ιδιότητες, βγάζοντας στη σκηνή της Ιστορίας τους αγγέλους και τους δαίμονες των εσχάτων ημερών.


Καιρό όμως τώρα –και πάντως πολύ πριν από τον Ιανουάριο της πολιτικής μεταβολής– είχε γίνει φανερή η τεράστια ανεπάρκεια του λυρισμού της κρίσης. «Ανεπάρκεια» είναι μια απαλή και πολύ επιεικής ονομασία. Διότι αυτός ο λυρισμός λειτούργησε ως προσιτό υποκατάστατο της πολιτικής σκέψης. Και τώρα πια μπορούμε να το δούμε καθαρά: όχι μόνο δεν βοήθησε στην ερμηνεία των προβλημάτων αλλά υπονόμευσε την ανάλυση και απαγόρευσε ουσιαστικά τη σκέψη. Ο λυρισμός της κρίσης γιγαντώθηκε ως αντι-σκέψη, ως μηχανισμός απώθησης του διαλόγου. Έδρασε ως προβοκάτορας σε «μαζική συγκέντρωση», σπάζοντας, ανάβοντας φωτιές, κάνοντας θόρυβο για να μην ακούγεται ο λόγος.


Όταν μιλώ για λυρισμό δεν αναφέρομαι σε ιδεολογικές ευαισθησίες και σε ιδεώδη και κοινωνικοπολιτικά οράματα. Έχω στον νου περισσότερο ένα τείχος λέξεων και εκφράσεων ως αναπλήρωση (του) οράματος. Και μαζί τον χειρισμό των λαϊκών συναισθημάτων για το «τάπωμα του αντιπάλου».


Για τον ΣΥΡΙΖΑ, λόγου χάρη, η έννοια της αξιοπρέπειας του λαού ήταν ένας τρόπος να απευθυνθεί στο ευρύ εθνικό ακροατήριο, υπερπηδώντας τα ιερογλυφικά λεξιλόγια των μαρξιστικών αναλύσεων. Από άποψη εκλογικής στρατηγικής, αυτή η αναφορά στην αξιοπρέπεια λειτούργησε αποτελεσματικά. Στο κάτω-κάτω, είναι μια ορολογία με «αστική» περιβολή, ουμανιστικές, αταξικές και χριστιανικές ρίζες. Δεν είναι η ρητορεία της ταξικής πάλης αλλά μια φρασεολογία που δένει το ατομικό αίσθημα απαξίας με τον συλλογικό θυμό και αντιστρόφως.


Να όμως που ο Μίλαν Κούντερα δικαιώνεται απρόσμενα όταν δήλωνε πάντα τη δυσπιστία του για τις ευεργετικές ιδιότητες του λυρισμού στην πολιτική. Εκείνος, βέβαια, είχε κατά νου τον κομμουνιστικό λυρισμό, ο οποίος συνδυαζόταν με μια γεμάτη ψεύδη πραγματικότητα. Στη δική μας περίπτωση, η ζημιά που έκανε ο ριζοσπαστικός λυρισμός της κρίσης ήταν διαφορετική: ύψωσε εμπόδια στην κατανόηση της πραγματικότητας και στη θέση της ανάλυσης έβαλε μια στρατιά από μεταφορές, παρομοιώσεις και μετωνυμίες.

 

Όσοι πολιτικοί συνεχίζουν ακόμα και αυτές τις ώρες να βάφουν τον κόσμο μας στα χρώματα μιας κακής «ποίησης», έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τις αρνητικές υποτροπές της πραγματικότητας: αυτής της πραγματικότητας που περιμένει πάντα την αποκρυπτογράφησή της πολιτικά και όχι με αυτοσχέδια συνωμοσιολογία...

 

Πολύ πριν από τις 25 Ιανουαρίου είχε ανεγερθεί το εμπόδιο για τον όποιο συμβιβασμό θα ακολουθούσε μετά τις εκλογές: το τεχνητό φράγμα από ισχυρές συγκινησιακά λέξεις και χειρονομίες, όπως υποταγή, απελευθέρωση, δειλία, προδοσία. Αυτό το εγχειρίδιο δαιμονολογίας και η αντίστοιχη τέχνη των εξορκισμών έφτιαξαν τον ανεπίσημο χάρτη της κρίσης: έναν υπόγειο κώδικα, που έγινε όμως κοινόχρηστος στα κοινωνικά μέσα, στις συζητήσεις, στις αφηγήσεις μας.


Θα πουν κάποιοι πως η κλίση αυτή βρίσκεται στο DNA της Αριστεράς. Πάντα γοητευόταν από τον δημοκρατικό, εξισωτικό, διεθνιστικό λυρισμό. Μήπως, λοιπόν, δεν μπορεί να συμβεί διαφορετικά και η υιοθέτηση ενός κριτικού ρεαλισμού αναιρεί τον ίδιο τον λόγο ύπαρξης μιας Αριστεράς;


Δεν είναι αλήθεια αυτό. Και πάντως δεν είναι μοιραία η συνύπαρξη λυρικού πνεύματος και κοινωνικής δημαγωγίας. Ο Ζαν Ζωρές, μεγάλη λυρική ψυχή του παλιού γαλλικού σοσιαλισμού, έλαβε αποφάσεις που εναντιώνονταν στις συλλογικές αναπαραστάσεις και στα βαθιά συναισθήματα του εργατικού ακροατηρίου του: υπέρ ενός «Εβραίου αστού αξιωματικού», του λοχαγού Ντρέιφους. Και κατά της συμμετοχής των Σοσιαλιστών στην Ιερά Ένωση και στον πατριωτικό οίστρο του 1914, πράγμα που του στοίχισε και τη ζωή. Πήγε κόντρα στον αντισημιτισμό των μαζών αλλά και στα εθνικιστικά πάθη που σάρωναν στη βάση και στα στελέχη του Σοσιαλιστικού Κόμματος.


Διανοούμενοι με λυρική ιδιοσυγκρασία, όπως ο Αλμπέρ Καμύ, φανέρωσαν συγχρόνως διαύγεια σκέψης και ευθυκρισία απέναντι στα σύνθετα προβλήματα της εποχής τους. Στάθηκαν έτσι απέναντι στον φονικό «ρεαλισμό» της πυρηνικής βόμβας ή της ψυχροπολεμικής υστερίας, αλλά υπερασπίστηκαν τον πυρήνα της δυτικής ελευθερίας απέναντι στον ολοκληρωτισμό.


Και βέβαια, υπάρχουν πολλοί λυρισμοί που ανήκουν στις παραδόσεις της Δεξιάς, του συντηρητικού ελιτισμού, της «αστικής ιδεολογίας». Με άλλα λόγια, δεν θεωρώ ότι ένα πιο ρεαλιστικό ήθος μαζί με τον δραστικό περιορισμό της λυρικής δημαγωγίας είναι «δεξιά πράγματα».


Τα αδιέξοδα, βέβαια, και οι δυσκολίες στην πολιτική ποτέ δεν έχουν μία ρίζα ή μία αιτία. Και ίσως αυτές οι γραμμές να μην έχουν πλέον νόημα αν η τωρινή ασυμφωνία μεταξύ Ελλάδας και πιστωτών γίνει αληθινό ρήγμα χρεοκοπίας και αλλάξει άρδην και χαοτικά η σύσταση και η αίσθηση της καθημερινότητάς μας.


Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα έπρεπε, νομίζω, να ξανασκεφτούμε τους όρους της κρίσης πολιτικά και όχι ηθικά και αισθητικά. Για παράδειγμα, η αύξηση του ΦΠΑ ή μια μείωση μισθού θα είναι μια κακή εξέλιξη και μια δυσάρεστη είδηση. Δεν είναι όμως σφαγιασμός της αξιοπρέπειάς μου ως πολίτη, ούτε υποταγή της κυβέρνησης στον ξένο αφέντη. Όσοι πολιτικοί συνεχίζουν ακόμα και αυτές τις ώρες να βάφουν τον κόσμο μας στα χρώματα μιας κακής «ποίησης», έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τις αρνητικές υποτροπές της πραγματικότητας: αυτής της πραγματικότητας που περιμένει πάντα την αποκρυπτογράφησή της πολιτικά και όχι με αυτοσχέδια συνωμοσιολογία...