☛ «Μανία με το ποδήλατο!» λεγόταν το άρθρο του Λουκά Μέξη στο προηγούμενο τεύχος μας, που ένωσε τους λάτρεις του ποδηλάτου. Ταυτόχρονα, όμως, μερικοί μη ποδηλάτες έστειλαν σχόλια-συμβουλές για τους ποδηλάτες.

 

Π.χ.:

«Όταν ανεβαίνεις στο ποδήλατο, αυτό δεν μετατρέπεται μαγικά σε αόρατη πανοπλία. Γι' αυτό, σταμάτα να πηγαίνεις νυχτιάτικα ανάποδα σε λεωφόρους. Δεν φαντάζεσαι τι θα πάθεις αν σε χτυπήσει κανείς». (EkStatiK)

Ή:

«Όταν καβαλάς το πεζοδρόμιο, μην ξινίζεις τα μούτρα σου γιατί δεν κάνω στην άκρη να περάσεις. (Σόρι παιδιά, κανένα πρόβλημα δεν έχω με το ποδήλατο, αλλά όταν μερικοί κάνουν σλάλομ στα πεζοδρόμια, μου ανεβαίνει η πίεση.)» (amy pond)

 

Τέλος, ο/η 40churches έγραψε: «Άσχετο, ή μπορεί και σχετικό: α) Ισχύει για τους ποδηλάτες ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας; β) Ποδηλάτης ανατρέπει πεζό πάνω στο πεζοδρόμιο ή πάνω στον δρόμο και ο τελευταίος καταλήγει στην εντατική, με κρανιοεγκεφαλική κάκωση λόγω πτώσης. Ποιος πληρώνει τη ζημιά και τις συνέπειές της; Πρέπει οι ποδηλάτες να έχουν ασφάλεια αστικής ευθύνης;».

 

 

☛ Για το Παγκράτι έγραψε ο σκηνοθέτης Βασίλης Μαυρογεωργίου, προκαλώντας σχόλια του στυλ «μου αρέσει/δεν μου αρέσει»:

 

«Μας αρέσει στο Παγκράτι που το άλσος παραμένει δημόσιος χώρος για τους περίοικους. Από θέατρα πήξαμε» είπε ο stan caiman.

 

«Δεν μας αρέσει που είναι παρατημένη η περιοχή αυτή» είπε ο χρήστης με το ευφάνταστο όνομα «Μασημένο Γαριδάκι».

 

«Ωραία περιοχή, ήσυχη, με συμπαθέστατα café σε πεζόδρομους» συμπλήρωσε ο no-body. «Μου αρέσει η ηρεμία που επικρατεί εδώ».

 

 

 

☛ Η σπουδαία πιανίστρια Ντόρα Μπακοπούλου αφηγήθηκε τη ζωή της στον Αντώνη Μποσκοΐτη στη στήλη «Αθηναίοι».

 

Δεν μπορούμε να φανταστούμε μεγαλύτερο κομπλιμέντο από αυτό που μας ήρθε από τον/την 'και όμως γυρίζει'.

 

Λέει: «Αγαπητή κ. Μπακοπούλου, ένας λόγος που δεν με κρατά η κατάθλιψη (γιατί με πιάνει και μ' αφήνει συχνά) είναι που υπάρχετε ανάμεσά μας με το μοναδικό σας στυλ (εντός και εκτός μουσικής)».

 

 

☛ Στο εντιτόριαλ του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου «Χωρίς Κοινωνία» ο ΤΝΚΣ έγραψε ένα εξαιρετικό σχόλιο (δημοσιεύουμε απόσπασμα):

 

«Προχθές, γυρίζοντας στο σπίτι, πέρασα από έναν δρόμο με σχετικά στενό πεζοδρόμιο. Περνώντας έξω από ένα καφενείο, εκνευρίστηκα που μερικοί θαμώνες είχαν βγάλει κάτι πολύ μικρά τραπεζάκια κολλητά στον τοίχο, χωρίς να υπάρχει άδεια που να τα δικαιολογεί σε τέτοιο πλάτος πεζοδρομίου, και κάθονταν είτε σε καρέκλες, είτε στα σκαλάκια, είτε όρθιοι στη μέση του πεζοδρομίου, με αποτέλεσμα να με εμποδίζει η παρουσία τους και να με αναγκάζει να κόψω ταχύτητα και να κάνω μερικά ζιγκ ζαγκ ανάμεσά τους μέχρι να βρω και πάλι ελεύθερο το πεζοδρόμιο και να ανακτήσω τον γρήγορο βηματισμό μου.

 

Το πρώτο αντανακλαστικό ήταν να σκεφτώ "γαμώ την Ελλάδα μου, θέλω να φύγω, επιτέλους, από αυτήν τη γαμοχώρα!".

 

Αυτά ήταν τα νεύρα μου που ανέκοψαν την ομαλή, ευθεία και ταχεία, λόγω υπερέντασης μετά τη δουλειά, πορεία. Είχα να μαγειρέψω, να βάλω πλυντήριο, να συμμαζέψω και να κάνω δουλειά στο σπίτι. Και τότε μου ήρθε στο μυαλό μια "Δυτικίστρια" αρθρογράφος που κατακρίνει τα πάντα στην Ελλάδα, ακόμα και τις μαμάδες που βυζαίνουν τα μωρά τους στο πεζοδρόμιο.

 

Και ξενέρωσα με τον εαυτό μου.

 

Κοντοστάθηκα, τους κοίταξα και αναρωτήθηκα ποιο είναι το πρόβλημά μου με αυτούς τους ανθρώπους. Και αφού τους χάζεψα για λίγο, κατάλαβα ότι αυτό που παρατηρώ είναι ένα άκρως λογικό φαινόμενο. Αυτοί οι άνθρωποι θέλανε να κάτσουνε έξω, έστω και σε αυτό το στενό δρομάκι.

 

Και βρήκα πως μου φταίει ό,τι φταίει και σ' αυτούς: το στενό πεζοδρόμιο σε μια συνοικία του κέντρου που χτίστηκε εντελώς ακατάλληλα για Έλληνες.

 

Μια δυτική μαλακία για να χωρέσει τη ρέμβη 5-6 ανθρώπων που τους άρεσε η περατζάδα και το απογευματινό αεράκι του κάθετου προς την παραλία δρόμου. Να χωρέσει μία από τις μεγαλύτερες χαρές ενός πρώιμου φθινοπωρινού δειλινού με λίγους φίλους, εκεί όπου υπάρχει η συνήθεια να συναθροίζεσαι με τον συμπολίτη σου στην αγορά. Το είδα, πώς να το πω, σαν να είμαι ο Ατένμπορο.

 

Και όλα αυτά ως αποτέλεσμα του ότι θέλαμε, για να νοικοκυρευτούμε, να μοιάσουμε από κόμπλεξ σε κάτι άλλο. Και είπα, ρε γαμώτο, πόσο λίγο μας σκεφτήκαμε όλα αυτά τα χρόνια. Πόσο πολύ πρέπει να μισήσαμε αυτό που είμαστε για να το φτιάξουμε αυτό το πεζοδρόμιο. Πόσο μεγάλο είναι το πεζοδρόμιο που χρειαζόμασταν για να χωρέσουν αυτοί, δύο σειρές τραπέζια, εγώ και μια ντουζίνα πεζοί σαν εμένα, όλοι άνετοι, με τον ήλιο που δύει να χωράει κάπου στο βάθος, στον ιδανικό δρόμο, στην ιδανική πόλη, στην ιδανική Ελλάδα, που όσες και να επινοήσαμε, τελικά ενάντια στη μία και μοναδική το κάναμε, αυτή που θα μας ταίριαζε καλύτερα, αν ακούγαμε τα κοινά μας θέλω και είχαμε εμπιστοσύνη στις χαρές μας».